Μετέφερε 167 κιλά κάνναβης με αυτοκίνητο και συνελήφθη
Δήμος Ζηρού: Ψήφισμα για τη στήριξη των εργαζομένων στις κοινωνικές δομές που χρηματοδοτούνται μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ
Όταν η μικροπολιτική ναρκοθετεί το μέλλον της Άρτας
Εκδήλωση μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων στη Βίγλα Άρτας
Επιτυχημένη η 4η εκδήλωση της «Ηπειρωτικής Γαστρονομίας» στην Ηγουμενίτσα
Ποια Android smartphones αποκτούν άμεσα κοινοποίηση αρχείων μέσω AirDrop και ποια ακολουθούν

Γράφει ο Αντώνης Κολιάτσος*
Η υπόθεση της αξιοποίησης του στρατοπέδου ΒΕΡΣΗ ανέδειξε, για ακόμη μία φορά, τις διαχρονικές παθογένειες της Άρτας: μικροπολιτική, ατομικισμός, έλλειψη συνεννόησης και μια ψευδεπίγραφη εξωστρέφεια, που εξαντλείται σε δηλώσεις και επικοινωνιακά τεχνάσματα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για τον τόπο.
Αντί οι πολιτικές και αυτό-διοικητικές δυνάμεις του νομού να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να χαράξουν κοινή γραμμή διεκδίκησης για το μέλλον της ξεχασμένης Άρτας, επιλέγουν τον δρόμο της ασυνεννοησίας, των προσωπικών στρατηγικών και της αλληλοϋπονόμευσης.
Ιδιαίτερα λυπηρή είναι η στάση της δημοτικής αρχής και προσωπικά του Δημάρχου Αρταίων κ. Χριστόφορου Σιαφάκα.
Αντί, ως πρώτος πολίτης της πόλης, να εκπέμψει ένα πραγματικό προσκλητήριο ενότητας προς όλες τις πολιτικές, αυτό-διοικητικές και κοινωνικές δυνάμεις της Άρτας, επιλέγει μια άνευρη, φοβική, αμήχανη και αναποτελεσματική πολιτική, πλήρως εξαρτημένη από το προσωπικό πολιτικό κόστος.
Άλλοτε εμφανίζεται να στηρίζει τη μεταφορά δικαστηριακών υπηρεσιών στον χώρο του στρατοπέδου και άλλοτε να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο δημιουργίας σχολής εκπαίδευσης ειδικών φρουρών και συνοριοφυλάκων.
Αυτή η επαμφοτερίζουσα στάση, αυτό το συνεχές «παλατζάρισμα», του κ. Δημάρχου δεν συνιστά υπεύθυνη διοίκηση αλλά πολιτικό στρουθοκαμηλισμό.
Και όμως, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.
Η πρόταση για δημιουργία Κέντρου Εκπαίδευσης στο ΒΕΡΣΗ, δυναμικότητας περίπου 300 εκπαιδευόμενων ανά τρίμηνο και άνω των 1.200 ατόμων ετησίως, με προοπτική ίδρυσης ακόμη και σχολής αστυφυλάκων, αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη αναπτυξιακή προοπτική που παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια για την Άρτα.
Μια τέτοια δομή θα δημιουργήσει σταθερή οικονομική κίνηση, θα ενισχύσει την αγορά, την εστίαση, την τοπική επιχειρηματικότητα και θα επαναφέρει ζωντάνια σε μια πόλη που διαρκώς φθίνει πληθυσμιακά και οικονομικά. Η κοινωνική και οικονομική επίδραση μιας τέτοιας επένδυσης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον της περιοχής.
Απέναντι σε αυτή την προοπτική, η τοπική κοινωνία θα όφειλε να σταθεί ενωμένη.
Αντί αυτού, παρακολουθούμε μια ακατανόητη πολυφωνία. Άλλοι μιλούν για διοικητήριο, άλλοι για δικαστικό μέγαρο, άλλοι για διαφορετικές χρήσεις, λες και η Άρτα έχει την πολυτέλεια να απορρίπτει ρεαλιστικές και άμεσα υλοποιήσιμες λύσεις.
Ο ίδιος ο κ. Γιώργος Στύλιος, σε δημόσιες παρεμβάσεις του, επεσήμανε ότι η έλλειψη κοινής στάσης και συναίνεσης στέλνει λανθασμένα μηνύματα στα αρμόδια Υπουργεία και τελικά λειτουργεί εις βάρος της πόλης.
Το γενικότερο και διαχρονικό ζήτημα δεν είναι ποιος θα πιστωθεί πολιτικά μια επιτυχία, αλλά αν η Άρτα θα μπορέσει επιτέλους να ξεφύγει από τη μόνιμη κατάσταση στασιμότητας και υποβάθμισης.
Κι όμως, η ιστορία αυτού του τόπου έχει δείξει ότι, όταν κάποιοι πολιτικοί και θεσμικοί παράγοντες τόλμησαν να υπερβούν κομματικές γραμμές και προσωπικά κόστη, διεκδικώντας ουσιαστικά για την Άρτα, άφησαν θετικό αποτύπωμα πίσω τους.
Ας μιλήσουμε λοιπόν καθαρά. Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς πολιτικά με τον κ. Γιώργο Στύλιο, η αλήθεια είναι μία. Ο μόνος που, εκ των πραγμάτων, διαθέτει σήμερα την κυβερνητική δυνατότητα, τις επαφές και τη θεσμική επιρροή για να προχωρήσει μια τέτοια λύση, είναι ο νυν κυβερνητικός βουλευτής και πρώην υπουργός. Το απέδειξε άλλωστε και στο παρελθόν με παρεμβάσεις υπέρ της Άρτας και ιδιαίτερα των εγκαταλελειμμένων Τζουμερκοχωρίων.
Χαρακτηριστική υπήρξε η υπόθεση της χρηματοδότησης έργων ασφαλτόστρωσης και αγροτικής οδοποιίας στα Τζουμέρκα, όταν, ως υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, κατηγορήθηκε ακόμη και από αθηναϊκά μέσα ενημέρωσης ότι «έδωσε τα περισσότερα κονδύλια στην ορεινή Άρτα».
Κι όμως, πίσω από εκείνη την ειρωνική κριτική, πολλοί Αρτινοί και ιδιαίτερα οι Τζουμερκιώτες είδαν έναν πολιτικό που τόλμησε να διεκδικήσει ουσιαστικές υποδομές για μια παραμελημένη και επί δεκαετίες εγκαταλελειμμένη ορεινή περιοχή, η οποία εξακολουθεί να ερημώνει και να στερείται βασικών αναπτυξιακών έργων.
Αντίστοιχα, θετικά καταγράφηκε διαχρονικά και η παρέμβαση της κ. Όλγας Γεροβασίλη για τη χρηματοδοτική ενίσχυση του ιστορικού, και εν πολλοίς «δεξιό-κρατούμενου», συλλόγου «Σκουφάς» μέσω του Ιδρύματος Ωνάση.
Όπως και η παλαιότερη διεκδικητική στάση του κ. Κώστα Καραμπίνα, όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, τότε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας δεν δίστασε, μέσα στο καφενείο της Βουλής, να ζητήσει προσωπικά από τον τότε υπουργό Γεωργίας του ΠΑΣΟΚ Στέφανο Τζουμάκα να χρηματοδοτήσει τα εγγειοβελτιωτικά έργα της πεδιάδας Άρτας, επισημαίνοντάς του ότι επρόκειτο για έργο ζωτικής σημασίας που εκκρεμούσε επί δεκαετίες και πως, αν το υλοποιούσε, «θα έμενε στην ιστορία».
Και όλα αυτά σε μια εποχή έντονων κομματικών αντιπαραθέσεων, όταν τέτοιου είδους υπερκομματικές παρεμβάσεις δεν θεωρούνταν αυτονόητες.
Γιατί, όταν πρόκειται για παρεμβάσεις που υπηρετούν πραγματικά το συμφέρον της Άρτας, αυτές πρέπει να αναγνωρίζονται και να στηρίζονται από όλους τους Αρτινούς, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ή κομματικής τοποθέτησης.
Η Άρτα δεν αντέχει άλλο τη μικροπολιτική, τις προσωπικές στρατηγικές και τις ατέρμονες κοκορομαχίες. Δεν αντέχει άλλες χαμένες ευκαιρίες. Είναι καιρός οι τοπικοί άρχοντες να σταματήσουν να λειτουργούν με όρους πολιτικού υπολογισμού και να αντιληφθούν ότι η κοινωνία απαιτεί καθαρές θέσεις, συνεννόηση και επίμονη διεκδίκηση.
Γιατί διαφορετικά, ο κατά τα άλλα ευλογημένος αυτός τόπος θα συνεχίσει να βλέπει τα παιδιά του να φεύγουν, την αγορά να μαραζώνει και την αναπτυξιακή της προοπτική να μεταφέρεται αλλού.
Και αυτό θα είναι ιστορική ευθύνη όλων.
