Αναρτήθηκε στις:06-05-16 10:52

Μεγαλοβδομαδιάτικες παρατυπίες και θεατρινισμοί (ΜΕΡΟΣ Β)


ΕΡΕΥΝΑ: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Τα εγκώμια του Όρθρου του Μ.Σαββάτου

Ένα από τα στοιχεία της Μ. Εβδομάδος όπου το τυπικό παραβιάζεται, ενίοτε δε βάναυσα, με αποτέλεσμα να χάνεται η ιεροπρέπεια της Ιεράς Ακολουθίας, η οποία ολισθαίνει και τείνει να μετατραπεί σε κοσμική σύναξη, είναι ο Όρθρος του Μ. Σαββάτου που τελείται συνήθως στις ενορίες το εσπέρας της Μ. Παρασκευής. Η σοβαρότερη παρατυπία έγκειται και αφορά στην ψαλμωδία των λεγομένων εγκωμίων.

Πρώτη παρατυπία είναι η θέση των εγκωμίων.

Η ορθή θέση των εγκωμίων είναι η αρχή του όρθρου. Αμέσως μετά το «Θεός Κύριος» και τα απολυτίκια ψάλλεται, όπως άλλωστε κάθε Σάββατο, ο Άμωμος (17ο κάθισμα- 118ος ψαλμός) και σε κάθε στίχο του Αμώμου παρεμβάλλεται ένα από τα τροπάρια των εγκωμίων. Άλλωστε ο ποιητής των εγκωμίων συνέταξε τόσα εγκώμια όσα και οι στίχοι του Αμώμου. Συνηθίζεται, όμως, σήμερα να ψάλλονται τα εγκώμια μετά από την ενάτη ωδή των κανόνων, προς το τέλος του όρθρου, και λίγο μόνο πριν την έξοδο και λιτάνευση του Επιταφίου. Αυτό προφανώς συμβαίνει για να έχει προσέλθει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.

Η μετάθεση λοιπόν, αυτή από μόνη της ωθεί τα πράγματα ώστε να θεωρηθούν τα εγκώμια, κακώς κάκιστα, ως το κύριο μέρος της Ακολουθίας αλλά και να παραγκωνίζονται άλλα μέρη πολύ πιο σημαντικά και ουσιώδη. Γιατί ο κόσμος να ακούσει τα εγκώμια και όχι τον κανόνα που, σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, είναι το πιο διδακτικό μέρος του όρθρου;

«Φρονούμε μάλιστα ότι η υπερτίμηση αυτή του μέρους αυτού της ακολουθίας, συνοδευομένη από τον στείρο συναισθηματισμό που καλλιεργείται τις ημέρες αυτές κατά μίμηση των παπικών, οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι τα εγκώμια θεωρήθηκαν θρήνος και μοιρολόι για τον εκουσίως παθόντα Κύριο. Ευνόητο τυγχάνει ότι κάτι τέτοιο και δεν συνάδει με τον πανηγυρικό χαρακτήρα του Μ. Σαββάτου, οπότε ψάλλεται θεός κύριος και όχι αλληλούια, μεγάλη δοξολογία και αναστάσιμα ευλογητάρια, και πάσχει από διδακτικής και δογματικής επόψεως αφού μεταβάλει την εις Άδου Κάθοδο και το εκεί κήρυγμα του Κυρίου σε γεγονός όχι σωτηριολογικό αλλά θλιβερό. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον δυτικό συναισθηματισμό που αδυνατεί να ξεπεράσει τη Μ. Παρασκευή, την οποία θεωρεί κορωνίδα των εορτών, και να φτάσει στο Πάσχα. Ατυχώς παραθεωρείται το γεγονός της Αναστάσεως και υπερτονίζεται η Θυσία του Κυρίου η οποία όμως χωρίς την Ανάσταση, κατά τον Παύλο, μεταβάλει το κήρυγμα σε κενό ρήμα και ματαιότητα». (π. Β. Σπηλιόπουλος)

Ας δούμε τι λέει ο π. Δοσίθεος, ηγούμενος της μονής Τατάρνης, στον υπομνηματισμό του στο τυπικό του Αγίου Σάββα που εξέδωσε η παραπάνω Ιερά Μονή:

«’Εγκώμιον=ύμνος ή λόγος πανηγυρικός και επαινετικός εν κώμοις ήγουν εν πανηγύρει, εν πομπή μετά συνοδείας. Τα προς ευφημίαν και έπαινον αδόμενα εγκώμια μετεβλήθησαν ενταύθα εις επιτάφιον θρήνον, καίτοι τα τυπικά ουδόλως ομιλούσι περί θρήνου. Εισί δε τα εγκώμια μετρίας ποιητικής αξίας μόλις μετά τον ΙΒ΄αιώνα αναφερόμενα. Διό και αι σλαυικαί Εκκλησίαι, αι ενωρίτερον λαβούσαι τας λειτουργικάς δέλτους, αγνοούσι ταύτα. Ποιητικώς και θεολογικώς εισίν υποδεέστερα της λοιπής ιεράς ακολουθίας, όντα δε και τινα παράχορδα και άρρυθμα. Ο ανώνυμος ποητής αγωνιά ίνα κατασκευάση εγκώμια κατά αριθμόν των στίχων του Αμώμου (185, εάν δεν απατώμαι) διό και δεν επιτυγχάνεται πάντοτε το ποθούμενον. Εμπεριέχουσι θρήνους και οιμωγάς, καταξέσεις παρειών και απομαδαρώσεις, σχετλιασμούς και αράς, ξένα πάντα προς το θεολογικόν βάθος του επακολουθύντος θεσπεσίου κανόνος. Όμως επειδή έχουσιν απλότητα σκέψεων και πλούτον συναισθηματικόν, εισί λίαν προσφιλή παρά τω ευσεβούντι λαώ». (σελ. 412-13 υποσημείωση 5).

Η συμψαλμωδία των εγκωμίων από τον λαό.

Ένα δεύτερο λάθος, μια επόμενη παρατυπία, απόρροια ασφαλώς της πρώτης, είναι ότι στους ενοριακούς Ναούς γίνεται προσπάθεια ώστε τα εγκώμια να τα ψάλλει όλος ο λαός μαζί. Δε θα αναφερθούμε στο θέμα της συμψαλμωδίας γενικώς το οποίο έχουν εξαντλήσει οι άγιοι Πατέρες και οι Κανόνες της Εκκλησίας μας που απαιτούν στην εκκλησία να ψάλλουν μόνον οι κανονικοί, μάλιστα κανονικώς χειροτονημένοι, ψάλτες και από «διφθέρας» από μουσικό δηλαδή κείμενο. Θα διατυπώσουμε όμως την θέση ότι η προσπάθεια αυτή, τις ημέρες μάλιστα κατά τις οποίες οι πλείστοι για εθιμοτυπικούς και πολιτιστικούς λόγους θυμούνται να περάσουν το κατώφλι του Ναού, δεν ωφελεί κανένα. Η προσπάθεια αυτή γίνεται εις βάρος του τυπικού, και άρα της θεολογίας όπως είπαμε παραπάνω, αφού μεταθέτουμε την θέση των εγκωμίων για να προλάβει ο κόσμος.

Γίνεται εις βάρος της ποιμαντικής αφού άνθρωποι που δεν έχουν καμία εκκλησιαστική παιδεία ξαφνικά γίνονται ψάλτες και το καυχώνται μάλιστα. Αντί να μεταδώσουμε στους ανθρώπους αυτούς, που θα ξαναδούμε την επόμενη Μ. Εβδομάδα, το ταπεινό φρόνημα της ορθοδόξου παραδόσεως τους βαπτίζουμε αυτομάτως διδασκάλους, κήρυκες και μελωδούς. Αντί να κάνουμε μια ελάχιστη προσπάθεια να τους βοηθήσουμε να αντιληφθούν την αρρώστιά τους, τους δίνουμε άλλοθι και ευκαιρία να θεωρήσουν εαυτούς όχι μόνον πιστούς και ενεργά μέλη του εκκλησιαστικού Σώματος αλλά και ανθρώπους με εκκλησιαστικό διακόνημα. Και πέρα από όλα αυτά η στάση και η προσπάθεια αυτή οδηγεί στο τρίτο λάθος που είναι η ψαλμώδηση των εγκωμίων και η κατακρεούργηση της εκκλησιαστικής μας μουσικής.

Το μέλος που αποδίδονται οι ύμνοι των εγκωμίων.

Τρίτο λάθος, λοιπόν είναι το μέλος με το οποίο αποδίδονται οι συγκεκριμένου ύμνοι. Πέρα από την χάβρα που δημιουργείται αφού οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν το μέλος των ύμνων, πολλοί είναι παράφωνοι, απουσιάζει ο στοιχειώδης συντονισμός και η πλειοψηφία αδυνατεί ακόμα και να αναγνώσει την γλώσσα των ύμνων, υφίσταται τρομερό πρόβλημα, ακόμη κι αν ψάλλουν μόνον οι ψάλτες, με την ψαλμωδία ιδιαιτέρως της τρίτης στάσεως των εγκωμίων. Το παραδοσιακό, βυζαντινό μέλος του τρίτου ήχου έχει σχεδόν πανταχού αντικατασταθεί με κανταδίστικο μέλος γεμάτο συναισθηματισμό και θηλυπρέπεια. Η ιεροπρέπεια χάνεται και νομίζει κανείς ότι βρίσκεται σε κάποιο παράθυρο των Ιονίων Νήσων και τραγουδάει περιμένοντας την καλή του να προβάλλει στο παραθύρι.

«Η θεολογία πάει περίπατο και οι οδυρμοί, αποκτούν και το κατάλληλο μέλος. Το σοβαρό, ρεαλιστικό, θεολογικό, ιεροπρεπές μέλος των αγίων μας δίνει τη θέση του στο μέλος του Γαϊτάνου και αντίστοιχα τα βιώματα των αγίων τη θέση τους στα βιώματα του τραγουδιστού. Ας προσπαθήσουν οι ιερείς και οι ψάλτες να μάθουν τον σωστό τρόπο ψαλμωδίας για να μην γελοιοποιείται η στιγμή και να μην μεταβάλλεται ο Ναός σε αίθουσα συναυλίας».(π .Β. Σπηλιόπουλος)

Η περικοπή των εγκωμίων

Ένα τέταρτο λάθος, που έχει εμποτίσει τη λειτουργική ζωή όχι μόνο της Μ. Εβδομάδος αλλά του όλου ενιαυτού, είναι η περικοπή. Σε κάθε Μητρόπολη, σε κάθε ενορία, κάθε δεσπότης και παπάς, αλλά και κάθε εκδότης, τυπώνει, για να επιτευχθεί ο παραπάνω σκοπός της συμψαλμωδίας, ή της χάβρας επί το ορθότερο, φυλλάδια με μερικά από τα εγκώμια. Τα εγκώμια από 185 γίνονται ξαφνικά σαράντα ή πενήντα και τα υπόλοιπα, μαζί με πολλά άλλα μέρη των ακολουθιών, περνούν στη λήθη της ιστορίας. Η λογική ότι είμαι ο άρχων της ακολουθίας και αυτός που κρίνει τι θα ειπωθεί, πώς θα ειπωθεί και πότε θα ειπωθεί εδραιώνεται και με αυτήν την ευκαιρία. Με μεγάλη ευκολία ο δεσπότης ή ο παπάς κάθεται στο γραφείο του και αποφασίζει τι χρειάζεται και τι δεν χρειάζεται, τι προτιμά και τι δεν τον αναπαύει. Μόνο κριτήριο το προσωπικό του βίωμα. Νοοτροπία καταστροφική για την λειτουργική μας ζωή αλλά κα γενικώς για την εκκλησιαστική μας πορεία.

Παράλειψη των στίχων του Αμώμου στα Εγκώμια

Ένα πέμπτο λάθος, στο οποίο ακροθιγώς μόνον αναφερθήκαμε, είναι ότι ψάλλουμε μεν τα εγκώμια, έστω και κουτσουρεμένα, παραλείπουμε όμως τους στίχους του Αμώμου επί των οποίων συντάχθηκαν. Ο Άμωμος, που αναγιγνώσκεται με ελάχιστες εξαιρέσεις καθημερινά όλο τον χρόνο είτε στο μεσονυκτικό είτε στον όρθρο ως κάθισμα (Σάββατο και Κυριακή) είναι ένας από τους θεολογικώτερους και πιο ωφέλιμους ψαλμούς οπότε καλώς υποστηρίζει ο π. Δοσίθεος «κρείτον ἐστι καταλεῖψαι τα εγκώμια ἤ τόν Ἄμωμον» (σελ 143).

Η Αποκαθήλωση.

Με την έξοδο του Εσταυρωμένου έχουμε πιστή αναπαράσταση γεγονότων «εν είδει θεάτρου» γεγονός που απάδει προς την ορθόδοξη παράδοση. Και φυσικά και εδώ δεν λείπει η φαντασία ώστε την έξοδο του Εσταυρωμένου να ακολουθήσει η τελετή της Αποκαθηλώσεως, την οποία ακολούθησε ο ενταφιασμός του Σώματος, πολλές δε φορές με χέρια που κλείνουν προς τα μέσα, στον επιτάφιο αντί του κεντητού υφάσματος, που ακολούθησε η τέλεση της αποκαθήλωσης σε Όρη και σε βουνά ως παράσταση, που ακολούθησε ακόμη και η αναπαράσταση των Παθών στις στάσεις της λιτανείας του επιταφίου. Όλα τα παραπάνω, και άλλα που δεν γνωρίζουμε ή που αύριο θα εφεύρουν «ευρηματικοί» ιερείς προς συγκέντρωση πλήθους, γίνονται σε ορθόδοξους Ναούς, ακόμη και μονές, από Ορθοδόξους ιερείς που διδάσκουν μη ορθόδοξα τους πιστούς.

Η περιφορά Επιταφίων

Σύμφωνα με το Ορθόδοξο Τυπικό προβλέπεται η ασματικη λιτή στο πέρας της δοξολογίας μετα του Ευαγγελίου τυλιγμένου σε σινδονη-αντιμηνσιο. Εξέλιξη αυτής της πραξεως ειναι η κατασκευή "αέρα" μετα σώματος του κυρίου και κατάλοιπο η παράθεση και του ευαγγελίου επι του "κουβουκλιου" και η περιφορά αμφοτέρων (αέρος και ευαγγελίου). Το κουβουκλιο αποτελεί μεταγενέστερη "προσθήκη". Λιτανευόταν μόνον ο «αήρ επ ώμων μετά του ευαγγελίου», όπως γίνεται κατά τον εσπερινό πριν τοποθετηθεί στο μέσον του ναού.

Η περιφορά του Επιταφίου γίνεται γύρω από τον ναό ή στους κεντρικούς δρόμους της ενορίας.Η συνήθεια που υπάρχει σήμερα να λιτανεύονται επιτάφιοι στους κεντρικούς δρόμους πόλεων, αποτελεί δυτικής προέλευσης έθιμο που ήρθε στην ηπειρωτική Ελλάδα από τα Επτάνησα κυρίως.Εκεί το δυτικής προέλευσης έθιμο το έφεραν οι Ενετοί.

Η περιφορά Επιταφίων στην υπηρεσία της εκκοσμίκευσης

Ο θεολόγος Ι. Μπουγάς σημειώνει σχετικά

«Από πολλούς, κατ’ όνομα πιστούς, αλλά και από αυτοδιοικητικούς παράγοντες και παραγοντίσκους, η Ορθόδοξος Τοπική Ευχαριστιακή Σύναξη θεωρείται ως ένας σύλλογος μεταξύ των πολλών, τον οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν προς ίδιον όφελος, για να αποκτήσουν οι διάφοροι επαγγελματίες πελατεία, να συγκεντρώσουν ψήφους για την ανάδειξή τους ως τοπικών δημοτικών συμβούλων ή βουλευτών ή ως μελών σε συνδικαλιστικούς ή κομματικούς φορείς, να προσπορίσουν δόξα και προβολή.

Δυστυχώς η συμπεριφορά αυτή γίνεται ασυνειδήτως αποδεκτή τις περισσότερες φορές από το χριστεπώνυμο πλήρωμα, το οποίο εκφράζεται με αρκετή θρησκοληψία, συμφέρον οικονομικό και διακατέχεται από ιδεοληψίες, εκφράσεις οι οποίες γενικότερα εντάσσονται στο αλλοτριωμένο εκκλησιαστικό ήθος γιατί θεωρούν ότι η θρησκεία προηγείται της Εκκλησίας, ως γεγονότος πίστης και ζωής και ότι η θρησκεία μπορεί να αποτελεί παράγοντα ελέγχου του λαού.

…Μέλη τοπικών πολιτιστικών και δημοτικών συλλόγων και φορέων σε συνεργασία πολλές φορές με ιερείς αντιλαμβάνονται τις λατρευτικές συνάξεις της ενοριακής κοινότητος ως ευκαιρία προβολής τους με το να υποτάσσουν τον ιερέα και την κοινότητα σε φολκλορικές εκδηλώσεις διαστρέφοντας τις ιερές ακολουθίες

Συνιστά αλλοτριωτικό γεγονός του εκκλησιαστικού σώματος η υποταγή σε διαθέσεις αρχόντων, γιατί αρκεί να γνωρίσει εκ του σύνεγγυς τους πολιτευομένους «αυλοκόλακες» των εκκλησιαστικών χώρων και θα καταλάβει αμέσως ότι κριτήριο όλων αυτών είναι το συμφέρον.

Συμφέρον το οποίο γίνεται γνωστό με λόγους και πράξεις, όπως για παράδειγμα η επιμονή τους να αναμειγνύονται στα εκκλησιαστικά πράγματα, ως και στην επιλογή του ιερέως για την κάθε ενορία, ενώ στην πραγματικότητα είναι άγευστοι και παντελώς άσχετοι με το ευχαριστιακό ήθος της Εκκλησίας. Ιδιαιτέρως οι όποιοι τοπικοί άρχοντες με την υποκριτική παρουσία τους κατά την τέλεση των λειτουργικών πράξεων φανερώνουν την αγνωσία τους για το εκκλησιαστικό γεγονός και για τη θεολογία της Εκκλησίας. Για όλους αυτούς η Εκκλησία δεν είναι η μεταμορφωτική δύναμη των ανθρώπων και του κόσμου αλλά ο χώρος για συναισθηματική ηρεμία, ψυχολογική ανακούφιση ή ηθική βελτίωση στην καλύτερη περίπτωση, αλλά κυρίως όμως χώρος για αύξηση της πελατείας τους.

Αυτονόητο είναι ότι η περιφορά του Επιταφίου αποτελεί λατρευτική πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ως λατρευτική πράξη έχει την αναφορά της στη Θεία Ευχαριστία. Για τα μέλη της Εκκλησιαστικής Συνάξεως ο «νεκρός» Χριστός δεν είναι θέαμα αλλά συμμετοχικό κοινωνικό γεγονός όπως είναι η Θεία Ευχαριστία και αυτό για τους παρακάτω λόγους.

Οι θεατές χτίζουν τη ζωή τους σε έναν πολιτισμό εικόνων, φαντασίας, στην επίπλαστη εφήμερη γνώση, στην έμμεση επικοινωνία της μαζικής πληροφόρησης και του χρήματος και όχι στην άμεση ανθρώπινη αλληλοσυμπλήρωση, στην καλλιέργεια του αμαρτωλού εαυτού, στην κοινωνία, στις γιορτές των αδελφών τους. Οι θεατές στηρίζουν απρόσωπες διεργασίες, αρκούνται στην ασφάλεια σαν αυτή που προσφέρουν τα σούπερ μάρκετ και οι καταναλωτικές εταιρείες, τις οποίες μιμούνται και οι καταστηματάρχες των επαρχιακών πόλεων οδηγούμενοι με μαθηματική ακρίβεια στον εσώτερο θάνατο. Ο εύκολος πλουτισμός παράγει εξάρτηση αλλά και στο τέλος μιζέρια, ας μην ξεχνάμε την περίπτωση του χρηματιστηρίου.

Στην περίπτωση του θεάματος των Επιταφίων τα τελούμενα στην Εκκλησία θεωρούνται, από τους παρακολουθούντες την περιφορά με εγωκεντρική χρηστική διάθεση, ως μία ωραία φαντασιακή εικόνα.

Όμως την Μεγάλη Παρασκευή βλέπουμε τον Χριστό «νεκρό» και η θέαση αυτή διαλύει κάθε εμμονή, άμυνα και αντιπαλότητα μέσα μας και προς τους άλλους. Τα λάθη διαλύονται γιατί δεν μας κρίνει ο Χριστός και έτσι η διαίρεση μας φανερώνεται μπροστά στα μάτια μας χωρίς δικαιολογίες και ωραιοποιήσεις, αυτοκρινόμαστε ενώπιον ενός αδικημένου Νεκρού μόνοι μας. Άρχοντας αγάπης και σεβασμού ο Νυμφίος, μας προτείνει να κάνουμε και εμείς το ίδιο.

Εκείνος που συμμετέχει στο πάθος του Χριστού καθίσταται πρόσωπο, όχι θεατής, υπερβαίνει την διαιρετική λογική των εμπόρων, λειτουργεί στην κοινότητά του με πραγματική ευθύνη ως μέλος ενός ζωντανού σώματος που δεν έχει σκοπό την καθυπόταξη των ανθρώπων μέσω του κέρδους. Μαθητεύουμε στην Εκκλησία για την ταπείνωση, για την κένωση του εαυτού μας προς χάριν του πλησίον, για την θυσία, μαθητείες τις οποίες δεν μπορεί να πράξει ο θεατής διότι στέκεται μακρόθεν του Άλλου.

Ο ρεμβασμός των κοιταζόντων το «θέαμα» του Επιταφίου δίνει αποσπασματική αίσθηση του μυστηρίου του Επιταφίου, η οποία συνδέεται με το πάθος της περιέργειας, το οποίο συνδέεται με το αίσθημα απουσίας, το αίσθημα του κενού. Βλέπουν μια φαντασιακή πραγματικότητα, η οποία υποκαθιστά την άμεση σχέση, κείνται αντί -απέναντι του Χριστού και έτσι δεν μπορεί να υπάρξει σχέση, συνάντηση, ενότητα, κοινωνία. Σε αντίθεση όμως οι συμμετέχοντες εγκαταλείπουν την αίσθηση της περιέργειας και κινούνται στο πέλαγος της γυμνότητας του εαυτού τους, ορφανοί από τα πάθη και με ταπείνωση συναντούν το μυστήριο της ελευθερίας του θανάτου του Θεού.

Στην εκκλησιαστική σύναξη δεν είναι διαχωρισμένος αυτός που συμμετέχει από αυτόν που παρατηρεί, αλλά ο καθένας συλλειτουργεί κοντά στον Αρχιερέα Χριστό, συμμετέχει όλη η ύπαρξη, όλη η δημιουργία, αναλαμβάνοντας ο καθένας συγκεκριμένο διακόνημα.

Αυτό που προτείνει ο «νεκρός» Χριστός είναι η Ανάσταση κάθε σταυρωμένου ανθρώπου, αυτό που ακολουθούν οι συμμετέχοντες πιστοί δεν είναι ένα νεκρό σώμα αλλά ένα ζωοποιό, για όλους τους ανθρώπους της γης, γι' αυτό και σε καμία περίπτωση δεν είναι θέαμα.

Συμπερασματικά: «Ο μόνος τρόπος για να προσέλθη κανείς αληθινά στην Εκκλησία είναι ένας αυστηρός ασκητισμός… Οχι το folklore, οι λαϊκές παραδόσεις της καθημερινής ζωής, αλλ' η νηστεία και η μετάνοια...» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 220).

Τα λουλούδια και οι λαμπάδες του επιταφίου και Εσταυρωμένου

Ευσεβής συνήθεια ήταν τις λαμπάδες αυτές να μοιράζονται σε κομμάτια οι πιστοί ως φυλακτήρια για τις δύσκολες ώρες των ασθενειών ή των ξαφνικών καταιγίδων. Ωστόσο αυτό δεν δικαιολογεί το συνεχές σύρσιμο της σκάλας για να αλλάξουν τα μόλις πριν λίγο αναφθέντα κεριά, ώστε να ικανοποιηθούν φίλοι, γνωστοί και συγγενείς που φέρνουν τις λαμπάδες αυτές, και επιζητούν την εξατομίκευση της χάριτος που έχει η ιερή ακολουθία, και μάλιστα με τρόπο που είναι κατά το μάλλον ή ήττον μαγικής υφής και έμπνευσης.

Το κάψιμο του Ιούδα

Σε ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως, κατονομάζουν την Ελλάδα ως μια χώρα στην οποία, κατά κάποιο τρόπο, θίγονται και προσβάλλονται τα ανθρώπινα δικαιώματα μιας μερίδας συμπολιτών μας, των Εβραίων Ελλήνων. Έτσι, η πατρίδα μας στιγματίζεται γιατί ένα από τα Πασχαλινά της έθιμα, στρέφεται, όπως λένε, κατά του Εβραϊκού λαού προκαλώντας κλίμα αντισημιτικό. Το έθιμο αυτό είναι το γνωστό «κάψιμο του Ιούδα».

Η Ιερά Σύνοδος με αλλεπάλληλες εγκυκλίους της τα έτη 1891, 1910 και 1918, προέτρεπε τον Ελληνικό λαό να εγκαταλείψει το έθιμο της καύσης του Ιούδα. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρει εις γνώσιν πάντων των Χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης προς εν γένει πάντα άνθρωπον…» (Εγκύκλιος 13/4/1918).

Ποία είναι όμως η στάση των ανθρώπων από την εποχή του Ιησού μέχρι σήμερα απέναντι στην συμπεριφορά του Iούδα; Ασφαλώς δεν υπάρχει άνθρωπος να επαινέσει αυτή τη διαγωγή αλλά δυστυχώς ο άνθρωπος δεν περιορίζεται μέχρι εδώ. Αντί με το παράδειγμα του ολισθήματος του Ιούδα να συνετισθεί προσέχοντας μήπως διαπράξει το ίδιο λάθος, κρίνει κατακρίνει, δικάζει και καταδικάζει χωρίς να έχει καν το δικαίωμα. Ο Κύριος είναι ο κριτής και ο μισθαποδότης πάντων.

Αλλά και εάν εγώ κρίνω, η κρίσις η εμή είναι αληθής, διότι μόνος δεν είμαι, αλλ' εγώ και ο Πατήρ ο πέμψας με. (Ιωάννης 8:16)

Η θεαματική πρόκληση θορύβων στην Πρώτη Ανάσταση.

Ο καθηγητής Μ. Βαρβούνης σχολιάζει σχετικά:

«Η πρόκληση των θορύβων εντός του ναού κατά τον εσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, στο «Ανάστα ο Θεός» είναι πράγματι λαϊκό έθιμο, που αποσκοπεί στην τελετουργική εκδίωξη του κακού δια των θορύβων, και σε μια δευτερογενή ερμηνεία αναπαριστά τον θόρυβο που έκανε ο άγγελος όταν κύλισε «τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου». Το ίδιο και τα βεγγαλικά και οι θόρυβοι την ώρα του «Χριστός Ανέστη». Από το σημείο όμως αυτό μέχρι του να διακόπτεται η ακολουθία με συνεχείς και εκκωφαντικούς θορύβους ή να υπάρχουν τραυματισμοί και θύματα, η απόσταση είναι τεράστια, και το τελικό αποτέλεσμα αγγίζει τα όρια της ασέβειας.

Αλλά και οι υπερβολικά θεατρικές κινήσεις κάποιων κληρικών την ώρα του «Ανάστα ο Θεός», η υπερβολή χειρονομιών, εκφράσεων και κινήσεων, συχνά επιφέρει την υπονόμευση όσων οι ίδιοι και τα τελούμενα δηλώνουν και εκπροσωπούν. Σε κάθε περίπτωση οι μετρημένες κινήσεις και φωνές και η αυτοσυγκράτηση ενισχύουν την ιεροπρέπεια και τονώνουν την ευσέβεια και την ευλάβεια. Και αυτό είναι το ζητούμενο, όχι η δραματοποίηση και ο εντυπωσιασμός, αλλά η πνευματική βίωση, η μετάνοια, η ταπείνωση και η ψυχική ηρεμία, που πάντα σταλάζει στις ψυχές ως «δρόσος Αερμών» κατά την ορθή τέλεση της θείας λατρείας. Αρκεί αυτή να είναι ορθή, δηλαδή κατά τις τυπικές διατάξεις της Εκκλησίας μας.

Η επί του Επιταφίου τέλεση της Θ. Λειτουργίας του Μ. Σαββάτου

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ι. Φουντούλη το κουβούκλιο είναι ο λίθος που ακούμπησαν το Σώμα του Κυρίου προκειμένου να εκτελέσουν τα νεκρικά έθιμα (μύρα, σάβανο κ.λπ.) προ της ταφής. Όσοι έχουν πάει στα Πανάγια Προσκυνήματα βλέπουν με την είσοδο στο Ναό της Αναστάσεως αυτόν ακριβώς τον λίθο (επί του εδάφους), που τον αποκαλούν «Αποκαθήλωση» και εκεί τελείται η ακολουθία του όρθρου του Μ. Σαββάτου. Ο Τάφος (συμβολικά) είναι η Αγία Τράπεζα για τα καθ᾿ ημάς και αφού έχουν επικρατήσει οι «αναπαραστάσεις» πρέπει μετά την περιφορά να εναποτεθεί επί της Αγίας Τραπέζης ο «επιτάφιος», για να ολοκληρωθεί η ταφή. Το τραπέζι, λοιπόν, ή το κουβούκλιον δεν είναι ο τάφος.

Το κεντημένο ύφασμα με την αναπαράσταση της ταφής ή με μόνον το Σώμα του Κυρίου («επιτάφιος») είναι απλά η εικόνα του θέματος της ημέρας, που μεταγενέστερα —αρχικά ως το αντιμήνσιο— εισοδεύεται μαζί με το Ευαγγέλιον στη μεταγενέστερη περιφορά κατά τα απόστιχα του εσπερινού του Μ. Σαββάτου (εσπερινός «Αποκαθηλώσεως»), προκειμένου να τεθεί εις προσκύνησιν, αναγκαστικά σε τραπέζι και όχι σε δισκέλιον (προσκυνητάριον). Το Ευαγγέλιον είναι η παρουσία του «Σωματικού Χριστού». Έτσι εκλαμβάνεται εξ αρχής, γι᾿ αυτό υποχρεωτικά περιφέρεται (εισοδεύεται) κι αυτό και υποχρεωτικά βρίσκεται στο κουβούκλιον. Και πάλι εισοδεύεται (φράση των αρχαίων τυπικών) μετά την μεγάλη δοξολογία του όρθρου του Μ. Σαββάτου ψαλλομένου του ασματικού τρισαγίου, για να επανέλθει στην Αγία Τράπεζα.

Η επί του κουβουκλίου μετά του «επιταφίου» (που δεν εναποτέθηκε στην Αγία Τράπεζα στο τέλος του όρθρου του Μ. Σαββάτου, κατά απαράδεκτον νεώτερον έθος) τέλεση της εσπερινής θ. λειτουργίας του Μ. Βασιλείου είναι «άλλο και τούτο ιερατικόν κατασκεύασμα προς εντυπωσιασμόν γυναικαρίων», όπως εύστοχα επισημαίνει ο π. Δοσίθεος στο ΤΑΣ 2010 (σ. 415). Αν θέλουν να μιμηθούν την κατ᾿ ενώπιον τέλεση της θ. λειτουργίας επί του Λίθου του Παναγίου Τάφου κάθε νύκτα, αυτή η ημέρα και αυτός ο τρόπος είναι άστοχος ευκαιρία. Πιστεύω ότι τα κάνουν αυτά, επειδή δεν γνωρίζουν και δεν έχουν εμβαθύνει στο νόημα των σημαινομένων, ήτοι του κουβουκλίου, «επιταφίου» κ.λπ..

Συμπέρασμα

Όσα προηγήθηκαν αποτελούν μόνο διαπιστώσεις εμπειρίας και γνώσης. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν όλοι να επιστρέψουμε στην ανόθευτη λειτουργική παράδοση που αποτελεί και συνέχεια αλλά και βάση της όλης πνευματικής ζωής. Ας μη νοθεύουμε με αλλότριο πυρ το καθαρό πυρ της Θεοπατροπαράδοτης Παραδόσεως. Δεν είναι τα καινοτόμα εφευρήματα αυτά που κάτι έχουν να δώσουν στους πιστούς, δεν είναι η γαρνιτούρα αυτή που χορταίνει, αλλά η βίωση της λιτότητος, της απλότητος, της ταπείνωσης.

Είθε το φως που πήγασε από τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου μας να φωτίζει τις ζωές, τις πράξεις και τις επιλογές μας.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

ΠΗΓΕΣ.

1. Τυπικόν του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σάββα του ηγιασμένου, έκδοσις Ιεράς Σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Τατάρνης

2. Μοναστική υποτύπωσις των ιερών ακολουθιών 2016.Έκδόσεις Παπαδημητρίου.

3. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Έκδοση Αποστολικής Διακονίας.

4. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα. Εκδόσεις Ρηγόπουλου.

5. Ο Νυμφίος στους Νυμφίους-Εγκωμίων Εγκώμιον - Συσταυρούμενοι ή ανασταυρούντες. Άρθρα του π. Β. Σπηλιόπουλου.

6. Μεγαλοβδομαδιάτικες Λειτουργικές Υπερβολές. Άρθρο του καθηγητή του Πανεπιστημίου Θράκης Μ. ΒΑΡΒΟΎΝΗ.

7. Η περιφορά Επιταφίων στην υπηρεσία της εκκοσμίκευσης. Άρθρο του θεολόγου Ι. Σιδερά.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ