Αναρτήθηκε στις:22-06-18 14:21

Συνέντευξη του Γιώργου Χουλιάρα στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


«Κάθε βιβλίο που διαβάζεις μπορεί να είναι το τελευταίο, ταυτόχρονα είναι και το πρώτο»


Ο Γιώργος Χουλιάρας είναι ποιητής, δοκιμιογράφος, πεζογράφος και μεταφραστής. Το 2014 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το «αλφαβητικό μυθιστόρημα» Λεξικό αναμνήσεων και για το σύνολο του έργου του. Η ποίησή του σε μετάφραση έχει δημοσιευτεί σε κορυφαία αμερικανικά περιοδικά και ανθολογίες – Harvard Review, The Iowa Review, Ploughshares, Poetry, World Literature Today και Modern European Poets – και σε άλλες χώρες, όπως Βουλγαρία, Γαλλία, Ιαπωνία, Ιταλία, Κροατία, Τουρκία. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε και εργάστηκε κυρίως στη Νέα Υόρκη πριν επιστρέψει στην Αθήνα από το Δουβλίνο. Έχει εργαστεί ως πανεπιστημιακός λέκτορας, σύμβουλος πολιτιστικών φορέων, ανταποκριτής και Σύμβουλος Τύπου σε Πρεσβείες. Έχει εκλεγεί Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Ερ. Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
Απ. Μόλις έμαθα να διαβάζω άρχισα να διαβάζω τα πάντα: εφημερίδες και περιοδικά που ξεχνούσαν πίσω τους αμέριμνοι αναγνώστες, ταμπέλες καταστημάτων, έντυπα που είχε φέρει ένας πλασιέ στη θεία μου, γεωπονικά συγγράμματα του πατέρα μου, βιβλία της μητέρας μου, καρτ βιζίτ, ένα κείμενο του Φρόιντ που δανείστηκα κρυφά από ξένη βιβλιοθήκη, Μίκυ Μάους, αγγελτήρια θανάτου, βιβλία επόμενων τάξεων στο σχολείο και ό,τι άλλο έβρισκα μπροστά μου. Στον Ρομέν Ρολάν αναφέρομαι στο λήμμα “Το πρώτο βιβλίο που διάβασα” στο «Λεξικό αναμνήσεων». Αμερικανικά μυθιστορήματα μεταφρασμένα στα ελληνικά έφτασαν σε κιβώτιο ως δώρο στον πατέρα μου, που είχε μετεκπαιδευθεί στις ΗΠΑ, αλλά δεν τον ενδιέφεραν γιατί δεν ήταν επιστημονικά βιβλία. Στην Πέμπτη Δημοτικού πούλησα τη συλλογή μου από «Μικρούς Ήρωες» και είχα πια ένα μικρό κεφάλαιο κάτι να αγοράζω από βιβλιοπωλεία στα οποία είχα αρχίσει να συχνάζω. Με ενδιέφεραν η φυσική, η ποίηση, ο Κάφκα, η φιλοσοφία και η πολιτική. Σκεφτόμουν μήπως γίνω ψυχίατρος, αφού τα μάτια μου δεν θα μου επέτρεπαν να οδηγώ αεροπλάνα. Ο Δημήτρης Καλοκύρης έχει καταγράψει πώς γνωριστήκαμε επιχειρώντας να αγοράσουμε ταυτόχρονα το μοναδικό αντίτυπο μιας συλλογής του Ελύτη. Η θεία μου θυμάται που ζήτησα να επιστρέψει ένα πουλόβερ που μου είχε πάρει για να αγοράσει στη θέση του έναν τόμο του Σεφέρη. Έχοντας επιδοθεί από μικρός στα αγγλικά, άρχισα να διαβάζω πρωτότυπα και μεταφρασμένα σε αυτή τη γλώσσα κείμενα και βρέθηκα εθελοντής σε αγγλόγλωσση βιβλιοθήκη στη Θεσσαλονίκη. Μία φορά την εβδομάδα διάβαζα για μήνες σε έγκλειστους στη Σχολή Τυφλών και σχεδόν έμαθα τον κώδικα Μπράιγ. Αργότερα, φοιτητής σε αμερικανικό πανεπιστήμιο, εργάστηκα σε βιβλιοπωλείο και ως βοηθός στο Τμήμα Κλασικών Σπουδών, αν και ακολουθούσα άλλη κατεύθυνση. Στο Σαν Φρανσίσκο ανακάλυψα τον Μπόρχες. Δεκαετίες αργότερα, στο Δουβλίνο, επέστρεψα σε παλιούς ρυθμούς ανάγνωσης, διαβάζοντας πάνω από επτά βιβλία ταυτόχρονα κάθε εβδομάδα. Ιστορία και λογοτεχνία κατ’ εξοχήν, αν και βρισκόμουν σε αστικό περιβάλλον. Αφού ξεπεράστηκε το πρόβλημα με τα μάτια μου, διαβάζω βιβλία φίλων και εκείνα που μου στέλνουν. Ξαναδιαβάζω επίσης, αναζητώντας βιβλία μου που παραμένουν αποθηκευμένα. Ποτέ δεν τελειώνουν τα πρώτα διαβάσματα. Επειδή κάθε βιβλίο που διαβάζεις μπορεί να είναι το τελευταίο, ταυτόχρονα είναι και το πρώτο.
Ερ. Ποιοι ποιητές σάς επηρέασαν;
Απ. Πέραν όσων έχω υπαινιχθεί, μια ορισμένη γενεαλογία μπορεί να ξεκινά με τον Καβάφη, όπως διαθλάται από τον Εγγονόπουλο, που δεν απορρίπτει τον Καρυωτάκη, ενώ ανακόπτεται από τον Σαχτούρη και άλλους «εμφύλιους» ποιητές. Ασφαλώς χωρίς Σολωμό και Κάλβο δεν γίνεται τίποτε. Αλήθεια πάλι είναι ότι, αν και ποιήματα γράφονται μόνο σε συγκεκριμένη γλώσσα, η ποίηση διαβάζεται από κάθε γλώσσα, αν πράγματι έχει κατατεθεί. Αλήθεια επίσης είναι ότι το πρωτότυπο δεν είναι ποτέ πιστό στη μετάφραση, όπως έχει παρατηρήσει ο Μπόρχες, ενώ εξαιρετική ποίηση έχει γραφεί από άτομα που δεν έχουν γράψει μορφικά αναγνωρίσιμα ποιήματα της προκοπής, όπως ο Κάφκα ή ο Μπέκετ.

Ερ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
Απ. Όταν έμαθα να γράφω. Πιο σωστά: όταν έμαθα να διαβάζω. Ας ξαναπώ ότι η γραφή είναι αποτέλεσμα της ανάγνωσης, που είναι αποτέλεσμα της γραφής. Πρόκειται βέβαια για διαδικασία που συνεχίζεται.

Ερ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο Λεξικό αναμνήσεων (εκδόσεις Μελάνι);
Απ. Το γεγονός ότι δεν το απέσυρα πάλι, μετά τη δεύτερη ή τρίτη φορά που συνέβη αυτό. Το βιβλίο είχε γραφεί κυρίως στο Δουβλίνο, αλλά ήθελα να συμπυκνωθεί σε λιγότερες από 220 σελίδες και η επεξεργασία συνεχίστηκε, καθώς θεωρητικά πρόκειται για βιβλίο με απεριόριστη έκταση. Είχε μεσολαβήσει και η περιπέτεια της «Ομηρίτιδας», όταν κινδύνεψα να χάσω το μάτι μου. Η μακρά ανάρρωση επέβαλε την παραμονή μου στην Ελλάδα. Γενικότερα, δημοσιεύω πολύ λιγότερα από όσα γράφω, ενώ ακόμη πιο λίγα είναι τα βιβλία που εκδίδω.
Ερ. Γράφετε ότι «Από όλους τους τρόπους απόκτησης βιβλίων το να τα γράφει κανείς ο ίδιος θεωρείται η πιο αξιέπαινη μέθοδος...». Τι κρύβεται αλήθεια πίσω από τον άνθρωπο που γράφει;
Απ. Πίσω από τον άνθρωπο που γράφει κρύβεται ο άνθρωπος που διαβάζει, όπως και αντιστρόφως. Αυτό αποτελεί κανόνα της ζωής, που καμία δήθεν αυθεντικότητα δεν μπορεί να παραβλέψει, τουλάχιστον για όσους έχουν ζήσει. Καθώς ο ναρκισσισμός αποτελεί απαραίτητο εφόδιο για τον καλλιτέχνη, το πιο άμεσο αντίδοτο είναι ο αυτοσαρκασμός. Οι νεότεροι καλό είναι να μη χάνουν πολύ νωρίς την υπεροψία τους, καθώς υπάρχει κίνδυνος η ματαιοδοξία να πάρει τη θέση της, όπως συμβούλευε τον Μέρουιν ο Μπέριμαν στο ομώνυμο ποίημα. Το απόσπασμα που αναφέρατε είναι ο τρόπος που ο Μπένιαμιν παραπέμπει σε ήρωα του γραφομανούς Ζαν Πωλ. Το “Σινεμά”, ένα «αρχαίο» ποίημα του 1973, εποχή που ο Μπένιαμιν δεν ήταν ακόμη γνωστός στην Ελλάδα, είναι αφιερωμένο στη μνήμη του, ενώ η προμετωπίδα στη συλλογή «Εικονομαχικά» (1972) – «και πηδώντας από νησί σε νησί πέρασα το Αιγαίο ώς τη Θεσσαλονίκη» – παραπέμπει στα άγνωστα τότε «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες.

Ερ. Τονίζετε ότι «Αν θεωρείς πως αξίζει να αγαπάς ανθρώπους, δεν πρόκειται για αγάπη, αλλά συμφέρον». Ποια είναι όμως η πραγματική αγάπη; Υπάρχει στην σημερινή κοινωνία;
Απ. «Ίσως να είχαν δίκιο που έβαλαν την αγάπη στα βιβλία. Ίσως επειδή δεν θα μπορούσε να ζει πουθενά αλλού», έχει πει ο Φώκνερ. Και, αν σεβόμαστε τους συγγραφείς, χρειάζεται να δείξουμε ότι κάνουν λάθος. Η αγάπη είναι το κέντρο. Το κέντρο είναι πάντοτε κενό. Εκεί νομίζουμε ότι κατευθυνόμαστε, ενώ από εκεί ξεκινάμε. Η επιστροφή είναι ελικοειδώς συνεχής.

Ερ. Μου άρεσε που γράφετε ότι «Στην Ελλάδα σπάνια πλήττει κανείς, ενώ σχεδόν πάντοτε πλήττεται.» Γιατί όμως ο Έλληνας νιώθει διαφορετικά και νοσταλγεί την Ελλάδα όταν ζει μακριά της;
Απ. Όση πλήξη και αν νιώθει, εφόσον τα πλήγματα προέρχονται από αλλού, ο Έλληνας που βρίσκεται μακριά θεωρεί ότι δεν πλήττεται από τους δικούς του, παρά μόνον όταν επιστρέφει στην κοινότητα ή στον τόπο του. Γι’ αυτό έχω προτείνει τον όρο οικαλγία, τον πόνο δηλαδή που προκαλεί το σπίτι σου ως εφαλτήριο εξόδου και εξορίας, ως συμπλήρωμα και αντίθετο πόλο της νοσταλγίας.

Ερ. Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα, μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;
Απ. “Λίγο ψηλότερα” ήταν ο τελευταίος στίχος, που διάβασα, του οκτάστιχου ποιήματος «Λίγο ακόμα» του Σεφέρη, το όνομα του οποίου δόθηκε σε αίθουσα του 2ου Δημοτικού Σχολείου Βριλησσίων, σε τελετή ονοματοδοσίας στα τέλη Απριλίου, όπου διαβάσαμε νεότεροι και παλαιότεροι. Στο τέλος της τελετής η σκηνή γέμισε από το μουσικό σύνολο και τη χορωδία με παιδιά της Τρίτης Δημοτικού. Η σκηνή ήταν πιο ψηλά από την αίθουσα και αυτό έκανε και εμάς να σηκωθούμε.

Ερ. Διαβάζουν οι νέοι ποίηση;
Απ. Ναι και όχι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έχω διαβάσει ή ακούσει πολύ αξιόλογους νέους ποιητές και ποιήτριες. Αυτό σημαίνει ότι διαβάζουν. Αν όμως κρίνω από το πόσα βιβλία ποίησης βλέπω να πωλούνται ή να αποτελούν αντικείμενο δανεισμού, δεν μπορώ να πω το ίδιο.

Ερ. Χρησιμοποιείτε υπολογιστή; Ποια είναι η γνώμη σας για την τεχνολογία;
Απ. Ασφαλώς. Όπως επίσης χρησιμοποιώ στυλό, μολύβι ή όποιο άλλο μέσο υπάρχει. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μου λείπουν οι γραφομηχανές, οι κονδυλοφόροι, οι πένες, τα φτερά, οι γραφίδες, οι στύλοι. Κάθε τεχνολογία είναι ταυτόχρονα απελευθερωτική και δεσμευτική. Το αυτοκίνητο σε διευκολύνει να πας κάπου, αλλά με τους δικούς του όρους και συνέπειες. Η ισορροπία δεν είναι εύκολη. Γι’ αυτό με συγκινούν οι Λουδίτες, που κατέστρεφαν μηχανές στις αρχές της εξάπλωσης της βιομηχανικής επανάστασης. Νιώθω συμπάθεια, όχι γιατί έχουν δίκιο, αλλά γιατί έχουν άδικο. Και αυτό είναι πολύ ανθρώπινο.

Ερ. Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;
Απ. Για ενημέρωση όσους προλαβαίνει κανείς. Εκείνος όμως που θέλει να δει πώς γράφονται ποιήματα, μόνον αυτούς που τον συγκινούν και τον κάνουν να σκέφτεται, όσο απροσδιόριστοι και αν φαίνονται οι λόγοι για τους οποίους αυτό συμβαίνει. Ένα άτομο που ασκείται στην ανάγνωση της ποίησης ξέρει πότε λειτουργεί ένα ποίημα, ακόμη και όταν αυτό είναι δύσκολο να το διατυπώσει. Ένας αναγνώστης ποίησης συντονίζεται καλύτερα με τις περιγραφές και μεταφορές ενός γευσιγνώστη και την πρακτική εμπειρία ενός οινοποιού, παρά με τις φόρμουλες ενός χημικού, που έχουν πολλά να συνεισφέρουν στην παραγωγή κρασιού, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν την υψηλότερη ποιότητα. Ας θυμίσω πάλι μια φράση του Αμερικανού εικαστικού Μπάρνετ Νιούμαν: η αισθητική είναι για τους καλλιτέχνες ό,τι είναι η ορνιθολογία για τα πουλιά.

Ερ. Πριν από λίγα χρόνια, η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχει οικονομικό πρόβλημα, το Ίντερνετ δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μία διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;
Απ. Για διεξόδους συνιστώ μονοπάτια και δρόμους. Για καταθέσεις τραπεζικά ιδρύματα. Θέλω να πω ότι οι δυνατότητες που θα μπορούσε να προσφέρει ένας παγκόσμιος ιστός, όπως το διαδίκτυο, υπερβαίνουν την οικονομική συγκυρία. Θα ενθάρρυνα εγχειρήματα που αξιοποιούν τεχνικές και άλλες ιδιαιτερότητες του κυβερνοχώρου χωρίς να υποτάσσονται σε αυτές. Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα αναρτώνται είναι καλά ποιήματα ή καν ποιήματα, στον βαθμό που είμαστε σε θέση να τα κρίνουμε. Πιστεύω όμως ότι οι νεότεροι έχουν δικαίωμα στα δικά τους λάθη. Άλλωστε, από πλευράς μου «μετανιώνω που δεν έχω κάνει περισσότερα λάθη», όπως καταγράφεται στο ομώνυμο λήμμα του Λεξικού.

Ερ. Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;
Απ. Αποφεύγω τα μαξιλάρια. Συχνά είναι πιο χρήσιμα στη μέση παρά στο κεφάλι.

Ερ. Ένα αγαπημένο ποίημα;
Απ. Αντιγράφω το ποίημα «Ο Εραστής» του Νίκου Εγγονόπουλου:
Mιλούσε μιαν άλλη γλώσσα, την ιδιάζουσα διάλεκτο μιας
λησμονημένης, τώρα πλέον, πόλεως, της οποίας και είτανε,
άλλωστε, ο μόνος νοσταλγός.

Ερ. Είσαστε Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων. Ποιες είναι οι δραστηριότητές σας;
Απ. Με θεμέλιο την υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης, η Εταιρεία Συγγραφέων επιχειρεί να παρέμβει αναδεικνύοντας τα κοινά συμφέροντα των δημιουργών στον χώρο της γραφής και του βιβλίου και την ανάγκη στήριξης και αλληλεγγύης σε ένα ευρύ φάσμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (πνευματικά δικαιώματα, ασφάλιση, συντάξεις κ.ο.κ.), ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται με συλλογικές πρωτοβουλίες (εκδηλώσεις, συμπόσια, βραβεία, εκδόσεις). Ο ρόλος της ως μείζονος φορέα ποιητών, πεζογράφων, δοκιμιογράφων, κριτικών, συγγραφέων παιδικών βιβλίων και άλλων δημιουργών που γράφουν στα ελληνικά, αλλά και διακεκριμένων νεοελληνιστών και ξένων συγγραφέων, από την ίδρυσή της το 1981, με πρώτο επίτιμο πρόεδρο τον Οδυσσέα Ελύτη, συνεπάγεται θεσμική συμμετοχή στον χώρο του πολιτισμού στη χώρα μας και στην προβολή του διεθνώς.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





img

img