Αναρτήθηκε στις:21-02-18 15:02

Νικόλας Αλεξίου: Είμαι ο δάσκαλος!


Συνέντευξη παραχώρησε ο Αρτινός ηθοποιός Νικόλας Αλεξίου στο all4fun.gr και στον Κώστα Ζήση την οποία και αναδημοσιεύουμε. Η μοναδικότητα της αυθεντικής ερμηνείας που διαθέτει σε συνδυασμό με την αστείρευτη πηγή ενέργειας που υπάρχει μέσα του, τον καθιστά "δάσκαλο" στο θεατρικό σανίδι.


Ας απολαύσουμε τη συνέντευξη του Νικόλα Αλεξίου:

"Από την Άρτα, στην Πάτρα, στην Κρήτη και στην Αθήνα. Από το ψαλτήρι της ενοριακής εκκλησίας, στο θεατρικό σανίδι. Κι από τους συγγενείς, μπροστά στο κοινό. Ο Νικόλας Αλεξίου, ο Μικρασιάτης "δάσκαλος" του Mute, μας μιλάει για τη δική του πορεία στο θέατρο, για την παράσταση που συμμετέχει, και για το ρόλο που ερμηνεύει μοναδικά σε αυτήν.


1. Γιατί ηθοποιός; Πως προέκυψε και ποιες οι αντιδράσεις του οικογενειακού και κοινωνικού σου περιβάλλοντος;

Πολλές φορές έχω ρωτήσει τον εαυτό μου γιατί. Γεννήθηκα σε ένα μικρό ορεινό χωριό της Άρτας κι έζησα εκεί μέχρι τα εννιά μου με άλλα τρία αδέρφια, παππούδες και γιαγιάδες. Θέατρο ούτε για δείγμα. Μόνο εκείνη η παλιά αποκριά που όλοι ντύνονταν γριές. Έπειτα μετακομίσαμε στην πόλη. Τα καλλιτεχνικά ερεθίσματα ήταν επίσης λιγοστά, η καθημερινότητα ήσυχη και η ατμόσφαιρα κάπως νωχελική. Εμφανείς οικογενειακές επιρροές δεν υπήρχαν. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος και τον είχα και στο σχολείο. Η μητέρα μου στο σπίτι. Όσο για τους θείους μου κάλυπταν όλους τους βαθμούς της ιεροσύνης.
Είχα συχνή επαφή με την εκκλησία. Με το τελετουργικό της. Άκουγα τις ψαλμωδίες, παρατηρούσα τους ιερείς, τις κινήσεις τους, τις υποκλίσεις τους, τα άμφια, τα αντικείμενα. Τρύπωνα στο ιερό. Ανέβαινα στο ψαλτήρι μαζί με τον πατέρα μου. Παρακολουθούσα τις ακολουθίες διαβάζοντας από μέσα . Πρώτα λέμε αυτό, μετά το άλλο, πρώτα «ο ιερεύς» μετά ο «α’χορός» έπειτα πάλι «ο ιερεύς», ο «β’ χορός». Άκουγα το ευαγγέλιο. Μου αποτυπώνονταν φράσεις, λέξεις, εικόνες, ιστορίες. Μου δίνανε και διάβαζα και γω. Είχε μια θεατρικότητα όλο αυτό. Είχα μάθει πότε μιλάει ο καθένας. Πότε «μπαίνει» πότε «βγαίνει».Κι όλοι οι «ρόλοι» ερμηνεύονταν από γνώριμα συγγενικά μου πρόσωπα. Μου άρεσε να τους παρατηρώ, άλλαζαν ύφος, φωνή, κίνηση.
Λάτρεψα τα αρχαία. Και στο σχολείο είχα μια άνεση, με βοήθησε πολύ. Έδωσα πανελλήνιες, τρίτη δέσμη. Άλλα κείμενα εκεί. Ξενοφών, Θουκυδίδης, Όμηρος, να σου κι ο Σοφοκλής. Αντιγόνη. Οιδίπους. Σχόλια- ερμηνεία, διθύραμβος, δραματικοί αγώνες, «έστιν ούν τραγωδία...», α’υποκριτής, β’υποκριτής, «Χορός» και πάλι. Αρχαία, λατινικά, ιστορία, έκθεση και κάθε Παρασκευή τελευταία ώρα «Σχολικός Επαγγελματικός Προσανατολισμός». Εκεί, ξεφυλλίζοντας το σχολικό βιβλίο, ανάμεσα στη Νομική, τα Φ.Π.Ψ και τις Παιδαγωγικές Σχολές είδα το τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Το δήλωσα πρώτο δια της ατόπου απαγωγής. Ο πατέρας μου με ρώτησε μόνο μια φορά και τελευταία αν όντως θέλω αυτή τη σχολή. Ούτε και γω ήμουν σίγουρος. Από κει και πέρα ήταν πάντα δίπλα μου.
Μπήκα στο πανεπιστήμιο στην Πάτρα. Εκεί άνοιξε μια μεγάλη πόρτα και μπήκα σ’ έναν άλλο κόσμο. Θέατρο απ’όλες τις μπάντες. Αρχαίο, αναγεννησιακό, παγκόσμιο, παραλόγου, κρητικό, επτανησιακό , επικό, μεταμοντέρνο, ιστορία τέχνης, κινηματογράφος, βιβλιοθήκες, μελέτες, εργασίες. Εκεί και τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής, που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μου και μαζί μια καλή δασκάλα που με ενθάρρυνε να δώσω εξετάσεις στη δραματική σχολή.


2. Έχεις κρατήσει κάτι από τις σπουδές σου στη Δραματική Σχολή; από την επαφή σου με τους καθηγητές ή και τους συμφοιτητές σου;

Στη σχολή συναντήθηκα με ανθρώπους που μου δώσανε φτερά. Δούλεψα στο θέατρο και τον κιν/φο από νωρίς. Έκανα φιλίες που κρατάνε ακόμα κι έζησα στιγμές με τους δασκάλους μου που ακόμα με επισκέπτονται. Είχα την ευκαιρία να μη δουλεύω και αφοσιώθηκα πλήρως. Άνοιγα και έκλεινα τη σχολή, κάναμε πρόβες επί προβών, έβαφα τοίχους και σπετσάτα, έμπλεκα με καλώδια και κονσόλες κι όλα αυτά χωρίς να αισθάνομαι κούραση. Ήμουν στα σύννεφα.
Τελειώνοντας το δεύτερο έτος έπρεπε να μπω φαντάρος. Εκεί αισθανόμουν ότι θα χάνονταν όλα. Ένιωσα ένα ξερίζωμα. Για ένα χρόνο δεν έκανα τίποτα άλλο από το να σκέφτομαι πώς θα συνεχίσω. Τελικά διαπίστωσα ότι η απομάκρυνση αυτή φιλτράρισε μ’ έναν άλλο τρόπο τη σκέψη μου κι έβαλε σε δοκιμασία την πραγματική μου ανάγκη για τη συνέχεια. Εν τέλει επέστρεψα, μπήκα στο τρίτο έτος με νέα πρόσωπα και πέρασα μια πραγματικά εκρηκτική χρονιά που δε θα ξεχάσω ποτέ. Σήμερα έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε.


3. Εκτός από ηθοποιός, και δάσκαλος. Υπάρχει αλληεπίδραση μεταξύ των δύο αυτών ιδιοτήτων;

Το 2010 έφυγα από την Αθήνα κι έζησα ένα διάστημα στην Κρήτη. Δούλεψα σαν εκπαιδευτικός θεατρικής αγωγής σε δημοτικά σχολεία . Ακόμα το κάνω. Δεν ήταν καθόλου εύκολο στην αρχή. Τα παιδιά σε κολλάνε στον τοίχο. Κανένα έλεος .Ένιωθα εξαντλημένος. Παράλληλα ανέλαβα μια θεατρική ομάδα ενηλίκων. Ήταν το αποκούμπι μου. Άρχισε μια άλλη διαδικασία. Βρέθηκα από την πλευρά του «δασκάλου» με μικρούς και μεγάλους. Μπήκα σε μια άλλη λειτουργία. Ήρθε η υποκριτική στην τάξη και το μάθημα στη σκηνή. Με τον καιρό συνήθισα αυτό το αλισβερίσι. Χαλάρωσα, με ρούφηξε. Είχα τρία χρόνια να παίξω. Ξαναείδα τη σκηνή με άλλο μάτι. Γνώρισα και συνεργάστηκα με πραγματικά αξιόλογους ανθρώπους, ήρεμους και κατασταλλαγμένους. Κάναμε πράγματα μαζί με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι εδώ. Ωστόσο υπήρξαν στιγμές που ένιωθα μια καλλιτεχνική μοναξιά. Πάντα ζητάς κάτι παραπάνω. Θέλω να πω καθένας μας ψάχνει τρόπους για το βιοπορισμό του χωρίς να προδώσει το σκοπό του αλλά πολλές φορές μπορεί και να μην είναι ξεκάθαρος.


4. Θέατρο στην Ελλάδα του 2018. Πως έχει επηρεάσει η κρίση την καλλιτεχνική έκφραση;

Το θεατρικό τοπίο έχει αλλάξει, η θεατρική γλώσσα έχει αλλάξει, η εκπαίδευση των ηθοποιού πολλές φορές ακολουθεί ακολουθεί τις επιταγές της «αγοράς». Η πραγματική ανάγκη του καθενός για έκφραση ζυγίζεται συνεχώς με την ανάγκη του να πληρωθεί γι’αυτό που κάνει. Καθοριζόμαστε από εξωγενείς παράγοντες που δεν είναι η δουλειά μας. Ας μας απασχολεί όλο και πιο συχνά πώς τροφοδοτούμε τη σκέψη μας, τι μας καθορίζει περισσότερο, ποια όχι πρέπει να λέμε, με ποιους κάνουμε παρέα και πού ακουμπάμε ψυχικά ώστε να κάνουμε με νηφαλιότητα τις επιλογές μας .Ας υπηρετήσουμε ο καθένας την τέχνη του χωρίς να τη φέρνουμε στα μέτρα μας. Δεν κρέμονται ζωές από τα χέρια μας. Ας τη φιλτράρουμε περισσότερο με γνώμονα ότι μας αγγίζει πραγματικά κι αν δεν το βρούμε ας σωπάσουμε για λίγο δεν είναι κακό.


5. Ένας ρόλος που έχεις λατρέψει, ένας ρόλος που θα'θελες να σου δοθεί η ευκαιρία να παίξεις, ένας ρόλος που τον αντιμετώπισες με αμηχανία

Όταν δουλεύαμε το «Ματωμένο Γάμο» στη σχολή, μας ζητήθηκε να αναποδογυρίσουμε τους ρόλους στις σκηνές του δάσους και στην τελευταία σκηνή «Μάνας- Νύφης». Διάλεξα τη Μάνα. Εκεί κατάλαβα για πρώτη φορά ότι ρόλοι δεν υπάρχουν κι ότι η λέξη χρησιμοποιείται μόνο για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Ήταν μια αποκάλυψη. Συναντήθηκα με κάτι που δεν έιχα καν φανταστεί. Για μια στιγμή αισθάνθηκα πλήρης.
Ρόλους αγαπημένους δεν έχω. Μου αρέσουν οι συγγραφείς που έχουν χιούμορ. Νομίζω είναι το πιο απαραίτητο συστατικό στην τέχνη. Μόνο τον Τσέχωφ θα ‘θελα να δοκιμάσω. Εκεί πραγματικά αισθάνομαι μια συγγένεια.
Πραγματική αμηχανία αισθάνθηκα όταν έμπλεξα με τον Καβάφη. Δουλεύαμε πάνω σε ένα πεζό του. Ήταν και η πρώτη φορά που έπαιζα μονόλογο. Έχει μια φοβερή πυκνότητα λόγου και μια εγγεγραμμένη θεατρικότητα που κυριαρχεί πάνω από κάθε σύμβαση και ακυρώνει κάθε προσπάθεια παιξίματος. Ένιωθα φοβερά εκτεθειμένος.


6. Φέτος σε συναντάμε στο "Mute" Μίλησέ μας για το έργο και την παράσταση. Τι πραγματεύεται; Ποιός ο δικός σου ρόλος και γιατί θα πρέπει κάποιος να την παρακολουθήσει;

To “MUTE” είναι εμπνευσμένο από την δράση των ληστών στην περιοχή του Ολύμπου στα 1925. Ωστόσο ο Γιώργος Αδαμαντιάδης δεν καταγράφει αυτούσια μια πραγματική ιστορία. Εκμεταλλεύεται την ιστορική συγκυρία ως όχημα για μια αναγωγή στη σημερινή δομές της εξουσίας και την έννοια του του κοινωνικού και προσωπικού δικαίου.
Δύο αδέρφια, ο Μάρκος κι ο Διονύσης, παίρνουν τα βουνά αγανακτισμένα από κάθε μορφή εξουσίας. Παίρνουν το νόμο στα χέρια τους και γίνονται ο φόβος κι ο τρόμος της περιοχής. Γιγαντώνουν το μύθο τους βοηθώντας από τη μια τους χωρικούς και την εκκλησία κι από την άλλη επιδίδονται σε βιαιοπραγίες προκαλώντας την επέμβαση της κυβέρνησης που αποφασίζει εν τέλει να τους κυνηγήσει με κάθε τρόπο. Την ιστορία τους αφηγείται ένας πρόσφυγας από τη Μικρασία που φτάνει τσακισμένος στα μέρη τους και τον «προσλαμβάνουν» να γράφει τα κατορθώματά τους. Αυτός είναι και ο δικός μου ρόλος. Ο δάσκαλος που παραδίδει το μάθημα μιας ιστορίας σκοτεινής. Γλιτώνει τη σφαγή και βρίσκει καταφύγιο στο λημέρι των ληστών. Τους ακολουθεί κατ’ανάγκη, σταδιακά ενσωματώνεται και γίνεται συνεργάτης τους. Στέκεται ξανά στα πόδια του και αναλαμβάνει δράση. Αφήνει πίσω τον πολιτισμό και ξαναβαφτίζεται στο βουνό.
Σκηνοθετικά δεν υπηρετείται κανένας ρεαλισμός. Πρόσωπα στοιχειωμένα από το βρώμικο παρελθόν τους, μοιράζονται την αφήγηση σαν αγγελιοφόροι μιας ιστορίας που δεν ειπώθηκε όπως έπρεπε. Κάθε τους ματιά στο παρελθόν εξιλεώνει κάθε τους πράξη και τους καθαγιάζει. Έννοιες όπως η ήττα, η πίστη, η δικαιοσύνη, ο πολιτισμός και η βαρβαρότητα πέφτουν ξανά στο τραπέζι αφήνοντας τους θεατές να επιλέξουν στρατόπεδο.


7. Από την ιδιαιτερότητα του θέματος - μια ιστορική περίοδος της Ελλάδας που παραμένει ακόμα και σήμερα μάλλον σκοτεινή και που φανερώνει και μια άλλη πλευρά της ελληνικής ιστορίας που μάλλον δεν πρέπει να αισθανόμαστε και πολύ υπερήφανοι, το κοινό μέχρι τώρα πως το αντιμετωπίζει;

Δεν στέκομαι τόσο στα σχόλια του κοινού. Προτιμώ να συνδιαλέγομαι μαζί του επί σκηνής, να αφουγκράζομαι. Μέχρι τώρα έχω την αίσθηση ότι βρίσκεται μονίμως μπροστά σ’ένα διακύβευμα. Σαν ένορκοι μπροστά σ’ένα λαϊκό δικαστήριο. Μακάρι η παράσταση να καθρεφτίζει τα μεγάλα μας λάθη, προσωπικά και ιστορικά, και να αφήνει μετέωρο ένα ερώτημα και μια αμφιβολία παρά μια τυφλή βεβαιότητα ενός συλλαλητηρίου.


8. Η σχέση σου με τον σκηνοθέτη και τους συναδέλφους σου επί σκηνής στην όλη διαδικασία επεξεργασίας και στησίματος της παράστασης. Πως προέκυψε η συνεργασία;

Με τον συγγραφέα του έργου και τον σκηνοθέτη της παράστασης μοιραζόμαστε τα χρόνια της σχολής και όχι μόνο. Δεν έχω λόγια. Είναι συγκινητικό που μοιραζόμαστε τη σκηνή μετά από δέκα χρόνια. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί κι ο μουσικός μας, δοτικοί, γεμάτοι χιούμορ, όρεξη και γενναιοδωρία. Δίπλα μας φίλοι και συνεργάτες δοσμένοι χωρίς αντάλλαγμα. Αισθάνομαι γεμάτος. Τους ευγνωμονώ όλους.


9. Βάλε έναν υπότιτλο δίπλα στο όνομά σου.

«Είμαι ο δάσκαλος»."


του Κώστα Ζήση 20/2/2018

φωτο: Δημήτρης Λογοθέτης, Αγγελική Αναγνωστοπούλου


Ο Νικόλας Αλεξίου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Άρτα. Είναι απόφοιτος του τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Παν/ μίου Πατρών και της Ανώτερης Δραματικής Σχολής «Δήλος». Σπούδασε Βυζαντινή μουσική και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια θεάτρου, τραγουδιού και κιν/φου με τους Μάγια Λυμπεροπούλου, Σταύρο Τσακίρη, Mike Tweddle, Αντώνη Διαμαντή, Κώστα Γεωργουσόπουλο, Νένη Ζάππα, Χρήστο Βούπουρα, Γιάννη Οικονομίδη.

Έλαβε μέρος στις παραστάσεις:

«Eις το φως της ημέρας» του Κ. Π. Καβάφη, «Το Κουκλόσπιτο» του Χένρικ Ίψεν και OpusIV- Ο Πελεκάνος του Α.Στρίντμπεργκ (Σκην. Δημήτρης Φοινίτσης). «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη (Σκην. Αντ.Διαμαντής), «Πεντηκοστή» του David Edgar (Σκην. Αγγ.Γκιργκινούδη), «Ιώβ – Αυτοβιογραφία» και «Ζαν ντ’ Αρκ - Ένα ροκ ορατόριο για τα θαύματα» (Σκην. Σταύρος Τσακίρης), «Όπως σας αρέσει» του Σαίξπηρ (Σκην. Δαμιανός Κωνσταντινίδης), «Οιδίπους Τύραννος - Κρουστών χρησμός για τον Οιδίποδα» (Σκην. Θεόδωρος Εσπίριτου), «Marlene» της Pam Gems (Σκην./Χορογ. Razvan Mazilu), «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» του Σαίξπηρ (Σκην. Ισίδωρος Σιδέρης), «Παλιάτσοι» του R.Leoncavallo (Σκην. Franco Zeffirelli) κ.α.

Έχει παίξει στη μεγάλου μήκους ταινία «Πανδώρα» του Γιώργου Σταμπουλόπουλου, τη μικρού μήκους «Γείτονες» της Κωνσταντίνας Πάλλη και συμμετείχε στην τηλεοπτική σειρά «Το 10» της Πηγής Δημητρακοπούλου.

Σκηνοθέτησε το θεατρικό αναλόγιο «Κάτω από το Γαλατόδασος- Ένα έργο για φωνές» του Ντύλαν Τόμας για το Φεστιβάλ Παλιάς Πόλης «Ημέρες Ρεθύμνου».

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ "Mute"
img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ