Νέο ΠΜΣ στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας: «Διεθνείς Πολιτικές Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού, Επικοινωνία και Ηγεσία»
Ευχαριστήριο Τράπεζας Τροφίμων «ΚΑΤΑΦΥΓΗ»
Εκλογές για νέα Διοίκηση στον Ε.Ε.Σ.
Ανησυχία για τον υπεραιωνόβιο πλάτανο στο Γεφύρι της Άρτας
Κόνιτσα: Σύλληψη για εγκατάλειψη τόπου τροχαίου ατυχήματος με υλικές ζημιές
Προσαύξηση συντάξεων και για παλαιούς συνταξιούχους με δύο ταμεία – Οδηγίες από το Υπουργείο περιμένει ο ΕΦΚΑ

Οι περισσότεροι γοητεύονται και θα γοητεύονται διαβάζοντας τα ταξίδια και τις περιηγήσεις άλλων
Η Φωτεινή Καϊμάκη γεννήθηκε στην Αθήνα, όπου και σπούδασε Φιλολογία. Δίδαξε σε Αλεξανδρούπολη, Λαμία και Αθήνα. Είναι μέλος της Ελληνικής Φωτογραφικής Εταιρείας, με πανελλήνιες και διεθνείς διακρίσεις. Τα τελευταία δεκατρία χρόνια ασχολείται με τον ελληνόφωνο πολιτισμό της Κάτω Ιταλίας. Η έρευνά της στην Καλαβρία και το Σαλέντο είχε αποτέλεσμα την έκδοση του τόμου "Ελληνόφωνη Καλαβρία" (2003, 400 σελίδες, με 340 φωτογραφίες και 90 ποιήματα) και του δίτομου έργου "Η Ελλάδα του Σαλέντο" (με 1.200 φωτογραφίες και καταγραφή του εκεί αρχαίου, βυζαντινού και νεότερου πολιτισμού, με χορηγία του Υπουργείου Πολιτισμού). Με το ίδιο θέμα έχει δώσει πολλές διαλέξεις, ενώ δημιούργησε και ένα σχολικό μουσικό συγκρότημα που έδωσε πολλές συναυλίες με γκρεκάνικα τραγούδια.
ΕΡ. Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
ΑΠ. Από παιδί ήμουν πολύ ευαίσθητη στα ερεθίσματα της φύσης, της τέχνης, της ζωής. Διάβαζα τους ξένους κλασσικούς συγγραφείς. Να φανταστείτε στην τελευταία τάξη του Δημοτικού είχα διαβάσει όλους τους τόμους των «Ἁθλίων» του Βίκτωρος Ουγκώ. Στο Γυμνάσιο με έθρεψαν η Πηνελόπη Δέλτα, ο Βενέζης και ο Μυριβίλης και όταν μου έκανε δώρο ο αδελφός μου την «Ποιητική Ανθολογία» του Μιχάλη Περάνθη από κει άρχισε ο έρωτάς μου για την ποίηση. Έγραφα ποιήματα ξενυχτώντας αλλά και μέσα στην τάξη του σχολείου την ώρα των μαθηματικών. Έκτοτε δεν σταμάτησα να γράφω μέχρι σήμερα. Κοιτάζοντας τώρα τα ποιήματα των φοιτητικών μου χρόνων με έκπληξη διαπιστώνω την αρτιότητά τους, πολλά έχουν δύσκολη μορφή, είναι σονέτα, τον λεξιλογικό πλούτο και την δύναμη της σκέψης. To 2007 βέβαια οι εκδόσεις “τυπωθήτω Gutenberg” εξέδωσαν την ποιητική μου συλλογή «Σαλευθήτω η γλώσσα».
Έχω σπουδάσει φιλολογία και ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τα ώριμα διαβάσματα μου πλέον αφορούν τη λογοτεχνία, κυρίως ποίηση και την ιστορία.
ΕΡ. Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
ΑΠ. Έξι χρόνια χρειάστηκαν για να γραφτεί «Η φτερούγα του ταξιδιού», στην πραγματικότητα όμως γραφόταν 23 χρόνια, αφού κάθε μέρα στη διάρκεια του ταξιδιού έγραφα στα μπλοκάκια-ημερολόγια καθετί που έβλεπα, άκουγα, βίωνα μαζί και τα συναισθήματα που γεννιούνταν. Μα κι όταν επέστρεφα στην Αθήνα συμπλήρωνα τα ημερολόγια με τα διαβάσματα και τη θέαση των συμβάντων από μακριά.. Ο καθηγητής Ευριπίδης Γαραντούδης εξηγεί στον πρόλογο του βιβλίου τι σημαίνει να γράφεις ένα βιβλίο 21 χρόνια: «Να γράφεις αυτό το κείμενο επί είκοσι ένα χρόνια σημαίνει να αφήνεσαι να εμπιστευθείς τον χρόνο ως μήτρα μιας αργής κυοφορίας, να επιτρέπεις στην ανθρώπινη εμπειρία σου να κατασταλάζει στην ουσία της ζωής, να ωριμάζεις μαζί με το γραπτό σου μέσα από τη ροή και την κρυστάλλωση του ταξιδιωτικού βιώματος, να ανακαλύπτεις ημέρα την ημέρα και ταξίδι το ταξίδι τον χώρο και τους ανθρώπους, γνωρίζοντας, παράλληλα, τον εαυτό σου χάρη σ’ αυτόν τον χώρο και τους ανθρώπους του».
ΕΡ. Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο «Με τη φτερούγα του ταξιδιού», εκδόσεις Εν Πλώ;
ΑΠ. Δεν υπήρξε αφορμή. Το τεράστιο υλικό των ημερολογίων απαιτούσε από μόνο του να γίνει βιβλίο, να πάει στην κοινωνία, να σώσει τη μνήμη ενός λαού από κει κι ενός λαού από δω.
ΕΡ. Ο τίτλος της μελέτης δηλώνει κάτι ή είναι συμβολικός;
ΑΠ. Μόνο όποιος διαβάσει το βιβλίο θα καταλάβει το ρόλο της φτερούγας με την οποία αρχίζει η εισαγωγή του βιβλίου και με αυτή τελειώνει. Με συνοδεύει, με ξυπνά, με παρηγορεί, μου δείχνει το δρόμο. «Μνήσθητι Κύριε της δούλης Σου φτερούγας…»
ΕΡ. Από πότε ξεκίνησε η αγάπη σας για τη Νότια Ιταλία;
ΑΠ. Ήταν κεραυνοβόλος έρωτας που γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1994, όταν πήρα άδεια από το σχολείο μου και ταξίδεψα στην Καλαβρία για να παραστώ στην πρώτη μετά 500 χρόνια ορθόδοξη λειτουργία στην μικρή εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου στην βυζαντινή πόλη Gerace (Άγία Κυριακή).
Έκτοτε μπήκε βαθιά στη ζωή μου.
ΕΡ. Γράφετε για τους ανθρώπους που χάνονται και που αφήνουν τα ίχνη του πολιτισμού σε εμάς. Τι προβλέπετε να γίνει μετά από τη φυγή των τελευταίων ανθρώπων που ασχολούνται με τη μελέτη της Κάτω Ιταλίας; Υπάρχει μέλλον;
ΑΠ. Όλοι αυτοί που εποίησαν πολιτισμό στην Πούλια και στην Καλαβρία έφυγαν ή θα φύγουν σε λίγα χρόνια και οι τελευταίοι. Αυτοί έμαθαν την πανάρχαια ελληνική γλώσσα από τη μάνα τους «από το ένα βυτζί βύτζαξα γάλα και από το άλλο τη γκρίκο» μου είπε το 1994 ο Cesare Campaneli. Ήταν μια γλώσσα δεμένη με την αγροτοποιμενική ζωή τους. Σήμερα όσοι προσπαθούν να μιλήσουν, αν δεν είναι πολύ γέροι, τη νοθεύουν με τη Νέα Ελληνική, που ακούνε από τους επισκέπτες ή όταν έρχονται στην Ελλάδα. Έχει γίνει πια φολκλόρ, γιατί η κοινωνία που αντιπροσώπευε δεν υπάρχει πλέον, έχουν εισχωρήσει και εκεί όλα τα στοιχεία της παγκοσμιοποίησης και της ομογενοποίησης των πολιτισμών. Η γλώσσα θα μείνει στα τραγούδια, άλλωστε το τραγούδι είναι όχημα πολιτισμού. Όμως αναπόφευκτα και οι στίχοι νοθεύονται και η μουσική δεν είναι η αυθεντική, γιατί οι νέοι έχουν την τάση και είναι φυσικό να θέλουν να βάλουν τη δική τους σφραγίδα πάνω στην παράδοση που παραλαμβάνουν.
Όμως και οι επιστήμονες που μελετούν τη γλώσσα και τον πολιτισμό έχουν απομείνει λίγοι και στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Το μεγάλο και σπουδαίο έργο έκαναν οι πρώτοι μελετητές, Morosi, Parlangeli, Gerhard Rohlfs, Γ. Χατζιδάκις, Τσοπανάκης, Καψωμένος, Καρατζάς, Καραναστάσης και άλλοι που συγκέντρωσαν από το στόμα των απλών ανθρώπων τη γλώσσα, γιατί ήταν προφορική, οι άνθρωποι που τη μιλούσαν ήσαν αγράμματοι. Την κατέγραψαν και την μελέτησαν, για να φτάσουν στο συμπέρασμα ότι αποτελεί αδιάσπαστη συνέχεια της γλώσσας της Μεγάλης Ελλάδας. Μια μικρή συμβολή στη συντήρηση αυτού του πολιτισμού, τη διάσωση της μνήμης για τις επόμενες γενιές αποτελούν και τα ημερολόγιά μου της Πούλιας και της Καλαβρίας από το 1994 μέχρι το 2015.
Δεν χάνονται όμως μόνο οι άνθρωποι, η γλώσσα, οι συμπεριφορές τους αλλά και τα μνημεία, ζωντανοί πάντα μάρτυρες της ζωής. Αυτά κυνήγησα τόσα χρόνια και τα έκλεισα στα βιβλία μου, γιατί σε κάθε ταξίδι έβλεπα να τα σημαδεύει η φθορά. Η φθορά από το πέρασμα του χρόνου, την μεγάλη υγρασία στην Πούλια, τις ηθελημένες και αθέλητες επεμβάσεις των ανθρώπων. Και όταν λέω ηθελημένες εννοώ τις καταστροφές που έκαναν στις βυζαντινές εκκλησίες οι Λατίνοι, όταν τις πήραν στα χέρια τους μετά την αποχώρηση των Βυζαντινών από την Ιταλία το 1071. Αλλά και στα νεότερα χρόνια, αρκεί να σας πω, ότι τη δεκαετία του ΄60 στην ύπαιθρο γκρέμιζαν εκκλησιές για να πάρουν επιδότηση να χτίσουν καινούργιο σπίτι. Σ’ αυτές κατατάσσω και την αδιαφορία για την προστασία τους ακόμη και από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες όταν σπουδαίες τοιχογραφίες 9ου και 10ου αι. βρίσκονται σε σπηλιές εκτεθειμένες σε οποιοδήποτε βανδαλισμό. Αλλά ακόμη υπήρξα μάρτυρας και της κακής συντήρησης από υπεύθυνους υποτίθεται συντηρητές. Δείγματα-μαρτυρίες της κακής συντήρησης υπάρχουν στο βιβλίο μου. Μετά από όλα αυτά μπορεί, νομίζω, να φανταστεί κανείς το μέλλον αυτού του πολιτισμού, που φωνάζει γοερά, καλεί σε βοήθεια και δεν υπάρχει γιατρός για να τον γιάνει, όπως λέει ο ποιητής Salvino Nucera. Το μέλλον θα βρίσκεται στο παρελθόν του μέσα στα βιβλία.
ΕΡ. Κάθε βήμα που κάνετε, κάθε συνάντηση μας φέρνετε την ιστορία που είναι δίπλα μας. Ένας ολόκληρος κόσμος. Γιατί όλα αυτά ακόμη μας γοητεύουν;
ΑΠ. Γοήτευσαν εμένα και γοητεύουν ακόμη όσους ταξιδεύουν εκεί, ψάχνουν και ανακαλύπτουν ό, τι μπορεί να σώζεται. Οι περισσότεροι γοητεύονται και θα γοητεύονται διαβάζοντας τα ταξίδια και τις περιηγήσεις άλλων. Η μαγεία που εκπέμπει αυτός ο πολιτισμός προέρχεται από το γεγονός ότι τον νιώθουμε λίγο οικείο, δικό μας, βρίσκουμε να μας μοιάζει, ακούμε τη φωνή του να έρχεται από τα βάθη των αιώνων και να μας μιλά ελληνικά. Είναι δίπλα μας και όμως τον αγνοούμε, χρόνια τώρα ακούμε την ανάσα του κι όμως δε στρέψαμε το κεφάλι, εκτός από κάποιους ρομαντικούς, για να τους δώσουμε σημασία και αξία. Έπειτα νιώθουμε το ψυχορράγημά του και αυτό τον κάνει συμπαθή στα μάτια μας και μας ωθεί να τον πλησιάσουμε και να τον γνωρίσουμε πριν μας φύγει.
ΕΡ. Τι γνωρίζει για αυτό τον πολιτισμό της Κάτω Ιταλίας ο μέσος Ιταλός και ο μέσος Έλληνας;
ΑΠ. Ο μέσος Έλληνας δεν γνωρίζει τίποτα γι αυτό τον πολιτισμό και τα μόνα που μπορεί κάποιος να αντιτείνει σ’ αυτή την απόλυτη άποψή μου είναι, ότι γνωρίζει την ταραντέλα και ένα-δύο τραγούδια από τα μουσικά συγκροτήματα ή ακόμη κάποια πολύ επιδερμικά τουριστικά ταξίδια, που δεν έχουν αφήσει ούτε τα ονόματα των ελληνόφωνων χωριών.
Όσο για τους Ιταλούς οι μεν Νότιοι διατηρούν τη μνήμη των παππούδων οι δε Βόρειοι δεν ξέρουν και δε θέλουν να ξέρουν για τους Νότιους.
ΕΡ. Το βιβλίο σας περιέχει όμορφες φωτογραφίες. Πώς καταφέρατε και τις συλλέξατε όλες αυτές τις σημαντικές απεικονίσεις;
ΑΠ. Ένα από τα πάθη μου είναι και η φωτογραφία που αυθόρμητα την πάντρεψα με τον έρωτά μου της Κάτω Ιταλίας. Στα αλλεπάλληλα ταξίδια μου, ταξίδια περιήγηση, προσκύνημα όχι τουρισμός, φορτωμένη πάντα με ένα σακίδιο και βαριές φωτογραφικές μηχανές έψαχνα γυρίζοντας όλη μέρα με το αυτοκίνητό μου χωρίς ξεκούραση, πολλές φορές χωρίς φαί να βρω τις ατέλειωτες κρύπτες, βραχώδεις εκκλησιές, λαμπρά μοναστήρια αντιγραφεία αρχαίων ελλήνων συγγραφέων, ερείπια σήμερα, κατέβαινα χαράδρες, ανέβαινα ραχούλες, έμπαινα σε σκοτεινές σπηλιές για να αποτυπώσω στο σκοτεινό θάλαμο των αναλογικών φωτογραφικών μηχανών μου εξαίσια πρόσωπα Αγίων, πολύχρωμα βυζαντινά φορέματα, ταπεινούς προσκυνητές - αφιερωτές και τη φθορά, τη φθορά, όπως είπα, να τρώει μάτια, μύτες, στόματα, λαμπρά ρούχα. Αποτύπωνα ανθρώπους, μνημεία, τοπία με πάθος λες και ήθελα να σταματήσω το χρόνο και την ανελέητη φθορά.
ΕΡ. Στο τέλος υπάρχει και ένα cd. Τι περιέχει και γιατί το δίνετε μαζί με το βιβλίο;
ΑΠ. Τα 21 χρόνια περιήγησης στην Πούλια και στην Καλαβρία μαζί με τις φωτογραφικές μηχανές κουβαλούσα ένα μπλοκάκι-ημερολόγιο κι ένα θαυματουργό κασετοφωνάκι που άντεξε 20 χρόνια, και κατέγραφα τα μνημεία, τις συναντήσεις, τους ανθρώπους, τις λαλιές, τις συνομιλίες με σπουδαίους ανθρώπους που κατέθεσαν τις εμπειρίες και τα βιώματά τους, τις μουσικές, τα γλέντια, τις ταραντέλες. Όλα αυτά (54 αρχεία διάρκειας πάνω από 5 ώρες) θέλησα να τα προσαρμόσω στο βιβλίο με ένα CD γιατί τεκμηριώνουν τα όσα περιέχει το βιβλίο και γιατί δεν ήθελα να μείνει στην αφάνεια, να χαθεί το σπουδαίο αυτό ζωντανό υλικό, που διασώζει ό, τι ήδη χάθηκε και ό, τι χάνεται.
ΕΡ. Υπάρχουν σύλλογοι που να ασχολούνται με την ιστορία της Κάτω Ιταλίας;
ΑΠ. Στην Πούλια και στην Καλαβρία υπάρχουν αλλά δεν σώζεται πια το πάθος και το μεράκι των παλιών. Όσο για την Ελλάδα γνωρίζω καλά μόνο τον Οργανισμό για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας (ΟΔΕΓ) που καταβάλλει πάντα φιλότιμες προσπάθειες χωρίς και εδώ οι λίγοι να υποστηρίζονται από τους πολλούς.
ΕΡ. Διαβάζουν οι Έλληνες ιστορία;
ΑΠ. Οι Έλληνες δεν δια βάζουν ιστορία εκτός από μια μικρή μειοψηφία. Το κακό ξεκινάει από το σχολείο που απαξιώνει την ιστορία και με τα βιβλία και με τον τρόπο διδασκαλίας. Και για να μιλήσω για την Ιστορία της Κάτω Ιταλίας που είναι το θέμα μου, εκτός από μια παράγραφο στο βιβλίο της Αρχαίας Ιστορίας της Α Γυμνασίου για τον αποικισμό του 8ου αι. στην Κάτω Ιταλία που δημιούργησε τη Μεγάλη Ελλάδα, πουθενά αλλού και ποτέ δεν γίνεται λόγος για τον πολιτισμό που δημιουργήθηκε εκεί και κυρίως κανείς δεν αναρωτιέται και δεν μιλάει για το τι έγιναν αυτοί οι Έλληνες τους επόμενους αιώνες. Δεν υπάρχει αναφορά στον βυζαντινό πολιτισμό που δημιουργήθηκε στο Σαλέντο και την Καλαβρία στα μοναστήρια που γέμισαν τις βιβλιοθήκες της Ευρώπης με τα χειρόγραφα έργων του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και των άλλων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων αλλά και των Πατέρων της Εκκλησίας. Πως θα μάθει και από πού ο Έλληνας την αγάπη για την Ιστορία;
ΕΡ. Ανήκετε στους ενεργούς πολίτες που ασχολούνται με τον πολιτισμό. Τι σας δίνει τη δύναμη να συνεχίζετε το έργο σας;
ΑΠ. Η πίστη μου στο Θεό, στον άνθρωπο και στη δύναμη που έχει η ενασχόληση με τον πολιτισμό να εξευγενίζει τα ένστικτα και τα πάθη του ανθρώπου. Έπειτα πιστεύω στη σημασία της ταυτότητας του ατόμου και του λαού. Δεν υπάρχει ατομική ταυτότητα έξω από την κοινωνία όπου ζει το άτομο. Την ατομική και την συλλογική ταυτότητα διασώζει η μνήμη. Θέλω να μη φτάσουμε στην ατομική και συλλογική αμνησία. Στο τέλος του βιβλίου παραθέτω τον στίχο της μεγάλης Αμερικανίδας ποιήτριας του 19ου αιώνα Emily Dickinson: «Όταν γεμίσει η μνήμη βαλ’ της καπάκι στεγανό».
ΕΡ. Τι σας έχουν μάθει οι γονείς σας που το τηρείτε μέχρι σήμερα;
ΑΠ. Από τους Μικρασιάτες γονείς μου με βαθιά ελληνική συνείδηση έμαθα να αγαπώ τον άνθρωπο, την πατρίδα μου, τον ελληνισμό «ὅπουγῆς» και την ιστορία, να βάζω στόχους στη ζωή και να τους υπηρετώ με μεράκι και πάθος.
