Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Μια παρεξήγηση ευρέως διαδεδομένη είναι πως τα κόμικς είναι υποκουλτούρα, απευθύνονται σε παιδιά και είναι τέχνη κατώτερη της λογοτεχνίας
Ο Μανώλης Φραγγίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Το 1998 τον βρίσκει φοιτητή Ιατρικής στη Σιένα της Ιταλίας και το 2007 αριστούχο απόφοιτο του Τμήματος Εικαστικών Τεχνών, της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ με κατεύθυνση “Ζωγραφική”. Το 2010 αποκτά τον μεταπτυχιακό τίτλο του Τμήματος ΗΜΜΥ της Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ. “Προηγμένα Συστήματα Υπολογιστών και Επικοινωνιών” και κατεύθυνση “Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών του ήχου και της εικόνας για την εκπαίδευση και την παραγωγή”. Το 2014 ολοκληρώνει τις μεταπτυχιακές σπουδές του στην Ειδική Αγωγή ενώ παράλληλα είναι υποψήφιος διδάκτωρ στην Παιδαγωγική Σχολή του Α.Π.Θ. Έχει διοργανώσει και συμμετάσχει σε εκθέσεις εικαστικών, κόμικς, θεατρικές και κινηματογραφικές παραγωγές και εκδόσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με ελληνικές και ξένες εταιρίες για την δημιουργία επιτραπέζιων παιχνιδιών που κυκλοφορούν στην παγκόσμια αγορά. Παράλληλα, από το 2010, εργάζεται ως μόνιμος καθηγητής εικαστικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Ερ. Από πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με την Τέχνη;
Απ. Είναι αδύνατον να θέσω κάποιο ορόσημο, εν είδη αφετηρίας, στον άξονα του χρόνου. Είχα την τύχη να γεννηθώ σε ένα σπίτι με εξαιρετικά πλούσια βιβλιοθήκη και δισκοθήκη και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου το θέατρο και ο κινηματογράφος μου ήταν οικεία ως μέσα ψυχαγωγίας. Με τον χορό δεν τα πήγα ποτέ καλά -φήμες λένε πως έχω δύο αριστερά πόδια και μάλιστα το ένα είναι ξύλινο- αλλά με τις εναπομείνασες καλές τέχνες είχα πάντα καλή επαφή.
Ερ. Από πότε αρχίσατε να ζωγραφίζετε;
Απ. Ζωγράφιζα - αν και στα αρχικά στάδια το ρήμα «μουτζούρωνα» θα περιέγραφε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις αρχικές εικαστικές μου επιδόσεις - πάντα και παντού. Προς μεγάλη ικανοποίηση των ελαιοχρωματιστών της γειτονιάς- ας μην ξεχνάμε πως οι όροι streetart και graffiti ήταν άγνωστοι ακόμα και στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας εκείνη την εποχή. Και προς μεγάλη δυσαρέσκεια των καθηγητών μου στο σχολείο που αδυνατούσαν να παραδεχτούν πως –για εμένα- οι κόσμοι που αποτύπωνα στα περιθώρια των σχολικών βιβλίων και στο πράσινο ξύλο του θρανίου μου ήταν εξαιρετικά πιο ενδιαφέροντες από τις περισσότερες «διαλέξεις» των περισσοτέρων απ’ αυτούς. Ειδικά όταν αναγνώριζαν τους εαυτούς τους ως χαρακτήρες ιστοριών που κυκλοφορούσαν φωτοτυπημένες και χιλιοδιπλωμένες από χέρι σε χέρι. Για παράδειγμα, το hit «Η Αρζόγλου στις Πύλες του Παραδείσου», με πρωταγωνίστρια την καθηγήτρια μαθηματικών, μου εξασφάλισε την πρώτη μου αποβολή.
Οι γονείς μου, απ’ την άλλη, με ενθάρρυναν να αφηγούμαι ιστορίες που έπλαθα με το μυαλό μου αξιοποιώντας λέξεις, μουσική και εικόνες, οπότε τα κόμιξ ήταν μάλλον φυσική εξέλιξη.
Ερ. Ποιοι ζωγράφοι-δημιουργοί κόμικς σας επηρέασαν;
Απ. Στην τεράστια βιβλιοθήκη που αναφέρθηκα πριν υπήρχαν έξι - custom - σκληρόδετοι τόμοι, χιλιάδων - αθροιστικά - σελίδων ο καθένας, τους οποίους είχα διαβάσει εκατοντάδες φορές, αν και με χωρίζουν δεκαετίες από την τελευταία ανάγνωση. Ο ένας είχε τις πρώτες μεταφρασμένες στα ελληνικά ιστορίες της DC από τον χώρο του φανταστικού και της επιστημονικής φαντασίας (τότε που ο «Batman» μεταφράζονταν ακόμα ως «Άνθρωπος Νυχτερίδα»). Ο δεύτερος είχε χιουμοριστικές ιστορίες της Warner Bros με ήρωες όπως ο Ντάφυ Ντακ και ο Μπαγκς Μπάνυ, «Αντιρίξ και Συμφωνίξ» και «Μικρή Λουλού». Υπήρχαν δύο τόμοι με «Κλασσικά Εικονογραφημένα» ένας με «Λούκι Λουκ» και ένας με «Αστερίξ». Αργότερα προστέθηκαν δύο τόμοι με τις ιστορίες του Αριστοφάνη σε κόμικς. Με τις ιστορίες αυτές μεγάλωσα. Έμαθα –κυριολεκτικά- να διαβάζω από τις λέξεις στα συννεφάκια τους και όπως είπα και παραπάνω, έχω διαβάσει κάθε μία από αυτές –πάλι κυριολεκτικά- εκατοντάδες φορές. Αν ψάχναμε μια πρώτη επιρροή νομίζω πως κάπου εκεί θα την εντοπίζαμε. Αργότερα, πιο συνειδητά, αγόραζα περιοδικά όπως Μπλέηκ και Αγόρι που με έφεραν σε επαφή με το εκδοτικό έργο της αγγλικής 2000AD και χαρακτήρες όπως ο «Δικαστής Ντρεντ», ο «Σλέιν» και οι «ABC Warriors» - και το σχέδιο του Simon Bisley στη σειρά «ABC Warriors - Black Hole» ήταν για χρόνια η «Βίβλος» μου, μια που μιλάμε για επιρροές. Με πιο εναλλακτικά και underground κόμικς με έφεραν σε επαφή τα θρυλικά πλέον «Βαβέλ» και «Παρά Πέντε». Είχα μάλιστα την τύχη να δημοσιεύσω δουλειά μου σε ένα από τα τελευταία τεύχη του «Παρά Πέντε» πριν πέσει –και αυτό- «υπέρ κρίσεως και πατρίδος». Αν έπρεπε να διαλέξω έναν ζωγράφο, νομίζω πως θα ήταν ο Caravaggio (με τους DaVinci και Rembandt να έπονται με απόσταση αναπνοής). Όλοι τους είχαν ως κέντρο τον άνθρωπο, με σαφείς αυτοβιογραφικές αναφορές και δούλεψαν με την τεχνική του chiaroscuro, χαρακτηριστικά που διέπουν και το δικό μου εικαστικό έργο. Ωστόσο, το δράμα και η θεατρικότητα των έργων του Caravaggio με γοητεύουν περισσότερο από την ευφυΐα του εγκεφαλικού DaVinci ή την ευαισθησία του Rembandt.
Ερ. Πότε αποφασίζετε να εκδώσετε το πρώτο σας βιβλίο κόμικς και πως νιώσατε όταν το πήρατε στα χέρια σας;
Απ. Οι πρώτες μου ιστορίες εκδόθηκαν σε under ground fanzines στην Ιταλία. Δεν έχω ούτε μία κόπια από αυτά. Πέρα από σκόρπιες ιστορίες σε fanzines, περιοδικά και συλλογικά έργα / συλλογές κόμικς στην Ελλάδα (εδώ προνόησα να κρατήσω τουλάχιστον ένα αντίγραφο απ’ το καθένα) δεν είχε εκδοθεί κάποιο προσωπικό μου βιβλίο μέχρι το 2009. Κάπου εκεί αποφάσισα να μαζέψω τις ιστορίες που είχα μέχρι τότε γράψει -και είχαν κοινό ύφος, ατμόσφαιρα και αισθητική ώστε να μπορούν να λειτουργήσουν ως ενότητα- και να ψάξω για εκδότη. Πήρα λοιπόν μερικά τυπωμένα δοκίμια «υπό μάλης» και κατέβηκα στην Αθήνα σε αναζήτηση εκδοτικού οίκου. Όπως γνωρίζετε, ο κάθε εκδοτικός οίκος έχει το προφίλ του –και δεν αναφέρομαι σε «εκδότες» που ζητούν λεφτά από τον δημιουργό για να καλύψουν διάφορα «έξοδα» και όταν τα λάβουν τυπώνουν οτιδήποτε τους δοθεί- αλλά για σοβαρούς εκδότες με επιμελητές, συμβόλαια και ποσοστά επί των πωλήσεων που παίρνουν (και το οικονομικό) ρίσκο σε κάθε έκδοση. Περιόρισα, λοιπόν τις επιλογές μου σε τρείς. Η συνάντηση με τον πρώτο εκδότη είχε επιτυχία αντίστοιχη με αυτή που σημείωσε ο Ναπολέων στο Βατερλό. Με πεσμένα τα φτερά προχώρησα στο δεύτερο ραντεβού με τις εκδόσεις ΚΨΜ και αφού αυτό ολοκληρώθηκε ακύρωσα το ραντεβού με τον τρίτο εκδότη. Ο λόγος ήταν πως στις εκδόσεις ΚΨΜ –με τις οποίες συνεργάζομαι μέχρι σήμερα- βρήκα αυτό που έψαχνα. Κοινή αντίληψη του έντυπου (και όχι μόνο) κόσμου, μηδενική παρεμβατικότητα από μέρους τους αναφορικά με το περιεχόμενο και το ύφος του βιβλίου μου (πέρα από συμβουλές εκδοτικού-τεχνικού χαρακτήρα τις οποίες υπαγόρευε η πείρα τους και ακολούθησα) και εξαιρετική ποιότητα χαρτιού και βιβλιοδεσίας. Το ComiXNoir κυκλοφόρησε λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2009. Το πρωτοείδα σε βιτρίνα βιβλιοπωλείου στη Θεσσαλονίκη, στην πλατεία Ναβαρίνου και ήταν μια μαγική στιγμή. Παρά το χιόνι διέσχισα μπρος-πίσω τον δρόμο αρκετές φορές πριν χορτάσω την εικόνα αυτή. Μαγεία.
Ερ. Μετά από πόσο καιρό βγήκε το δεύτερο βιβλίο; Ποια είναι η υπόθεση της ιστορίας;
Απ. To δεύτερο βιβλίο κυκλοφόρησε το 2016 με τίτλο «ComiXNoir II, The Devil You know» είναι μια συλλογή 8 μικρών αυτοτελών ιστοριών διαπνέονται από το χαρακτηριστικό διακριτικό πλην ερεβώδες χιούμορ που διέπει και το ComiXNoir, με αναφορές σε ιστορικά και ψεύδο-ιστορικά γεγονότα. Αν και πίσω από κάθε ιστορία κρύβεται μια ιδιαίτερα εκτενής ιστορική και βιβλιογραφική έρευνα, η σύνδεση των ιστοριών με τον πραγματικό κόσμο δεν είναι παρά η βάση πάνω στην οποία επιχειρείται η χαρτογράφηση των παθών της ανθρώπινης ψυχής. Με στάσεις στην Κοιλάδα του Ινδού του 2600 πχ, στην Αθήνα του 4ου αιώνα, στην Αναγεννησιακή Ιταλία, στη Μεσαιωνική Ιαπωνία, στη Θεσσαλονίκη του 1946, στην Ευρώπη και την Αμερική του Σήμερα αλλά και στη δυστοπία του Αύριο, επιχειρώ να φωτίσω σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης φύσης. Νομίζω πως ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στο παράρτημα που ακούει στο όνομα “ Επιμύθιο ή Εξομολόγηση ή Λυσάρι”, το οποίο περιέχει παραπομπές, βιβλιογραφικές αναφορές, μετάφραση ή αποσαφήνιση ξενικών όρων που συχνά χρησιμοποιούνται, σκέψεις και προβληματισμούς –σε πεζό λόγο αυτή τη φορά- που ολοκληρώνουν την εμπειρία ανάγνωσης της κάθε ιστορίας.
Ερ. Ποια είναι η απήχηση των βιβλίων σας στην πόλη μας αλλά και στη υπόλοιπη Ελλάδα;
Απ. Ειλικρινά, για τη Άρτα δεν έχω ιδέα. Κάποτε είχε πάρει το μάτι μου το «ComiXNoir» σε βιτρίνα βιβλιοπωλείου κάπου στον πεζόδρομο. Η συγγραφική μου ιδιότητα είναι μάλλον άγνωστη στο κοινό της πόλης, ακόμα και σε ανθρώπους που με γνωρίζουν προσωπικά. Όλο λέω πως θα οργανώσω μια βιβλιοπαρουσίαση αλλά ποτέ δεν το κάνω. Ίσως αυτή η συνέντευξη να είναι μια καλή αφορμή να το ξανασκεφτώ. Στην υπόλοιπη Ελλάδα το «ComiXNoir» εξαντλήθηκε και επανακυκλοφορεί –γεγονός σπάνιο για ελληνικό κόμικς και μάλιστα στον «αυτόματο πιλότο», χωρίς διαφήμιση και βιβλιοπαρουσιάσεις- και το «ComiXNoir II» βρίσκει το δρόμο του με τον ίδιο τρόπο στα χέρια και τα ράφια των αναγνωστών.
Ερ. Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν την συνέντευξή σας;
Απ. Εξαρτάται από την ηλικία και τη γλωσσική εξάρτηση. Δυστυχώς πολλά αριστουργήματα δεν μεταφράζονται στα ελληνικά γιατί το αναγνωστικό κοινό των κόμικς δεν είναι αρκετά ευρύ ώστε να δικαιολογεί την επένδυση από πλευράς εκδοτών. Ό,τι τίτλο έχω αναφέρει παραπάνω τον συνιστώ ανεπιφύλακτα. Αξιόλογοι σύγχρονοι συγγραφείς με μεγάλη γκάμα έργου, από ηπερηρωικά μέχρι κοινωνικά και ιστορικά είναι οι Patt Mills, Mark Millar και Brian K. Vaughan. Όποιος ψάχνει κάτι επικό με αναφορά στην αρχαία Ελλάδα, το «300» του Frank Miller δεν θα τον απογοητεύσει. Από Έλληνες συστήνω το «Αϊβαλί» του Soloup, το - σχετικά άγνωστο - «Μετά την Καταστροφή» του Αρκά και (με κάθε επιφύλαξη) τη «Μαύρη Φουστανέλα» του Σταμπουλή. Μια παρεξήγηση ευρέως διαδεδομένη είναι πως τα κόμικς είναι υποκουλτούρα, απευθύνονται σε παιδιά και είναι τέχνη κατώτερη της λογοτεχνίας. Αυτό είναι εξίσου ανόητο με το να πιστεύει κάποιος πως ο χορός είναι τέχνη που απευθύνεται σε γυναίκες και πως ο κινηματογράφος είναι κατώτερος του θεάτρου. Δυστυχώς η πλάνη αυτή έχει παρεισφρήσει και στην εκπαιδευτική κοινότητα (παρόλα τα επιστημονικά άρθρα και τις δημοσιεύσεις που υποστηρίζουν το αντίθετο) σε μια κοινωνία εξόχως συντηρητική που λατρεύει να λατρεύει τα στερεότυπά της. Ας κάνουμε την αρχή, ας δώσουμε μια ευκαιρία στην 9η τέχνη και στον εαυτό μας διαβάζοντας ή δωρίζοντας ένα κόμικ. Στη χειρότερη περίπτωση θα χάσουμε δέκα ευρώ και μια-δυο ώρες απ’ τη ζωή μας. Στην καλύτερη –και πιθανότερη- θα ανοίξουμε ένα καινούριο παράθυρο στον κόσμο.
