Αναρτήθηκε στις:17-02-17 15:57

Συνέντευξη του ποιητή Παναγιώτη Βούζη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη





Η δισδιάστατη εικονική εποχή μας επιφέρει μία ολόκληρη σειρά μεταβολών σε ανθρωπολογικό και σε γνωστικό επίπεδο

Ο Παναγιώτης Βούζης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1969. Σπούδασε Φιλολογία στο Βελιγράδι, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, όπου εκπόνησε τη διπλωματική εργασία του και τη διδακτορική του διατριβή. Η επιστημονική εξειδίκευσή του αφορά στα θαλασσινά ταξίδια στα έπη του Ομήρου. Δημοσιεύει άρθρα, κριτικές και ποιήματα σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Φυσική Ατροπίνη και Η γλώσσα των υπερ-ηρώων.

Ερ. Διαβάζουν οι Έλληνες ποίηση;
Απ. Οι Έλληνες πιστεύουν πως διαβάζουν ποίηση. Όμως η ενασχόλησή τους με αυτήν στην πραγματικότητα είναι περιστασιακή και συχνά ελέγχεται ως ελάχιστη. Αναφέρομαι στο σύνολο και όχι στις ευάριθμες ομάδες δημιουργών και ταυτοχρόνως αναγνωστών της ποίησης. Μας χαρακτηρίζει δυστυχώς η αυτάρεσκη πεποίθηση ότι μπορούμε να πράξουμε οτιδήποτε με μεγάλη ευκολία. Έτσι στους περισσότερους η ποίηση φαίνεται ως αντικείμενο το οποίο επιτρέπει την άνετη πρόσβαση, ώστε μετά την παραμικρή σχετική εμπειρία θεωρούν πως το κατέχουν επαρκώς. Η αλήθεια είναι ότι συγκαταλέγεται στις επίμοχθες περιπέτειες. Πρόκειται για τέχνη και άρα απαιτείται ένας ικανός βαθμός δεξιοτεχνίας, όχι μόνο κατά τη διαδικασία της παραγωγής της, αλλά και κατά την πρόσληψή της. Τα προηγούμενα συνεπάγονται τη μαθητεία και τη συνεχή τριβή στην ποίηση, είτε εισέρχεσαι στο πεδίο της ως ποιητής είτε ως αναγνώστης. Υφίσταται επιπλέον ένας δεύτερος αρνητικός παράγοντας, ο οποίος οδηγεί ουσιαστικά στην αποχή από την ποίηση: Το γεγονός ότι ακόμη και όταν οι Έλληνες διαβάζουν, διαβάζουν κακά ποιήματα. Τα αίτια είναι βέβαια πολλά και μεταξύ τους συμπεριλαμβάνονται η στεγνή αντιμετώπιση της λογοτεχνίας στα σχολεία, ο επαρχιωτισμός που απορρίπτει τον πειραματισμό και την καινοτομία, η συνακόλουθη παρωχημένη αντίληψη πως η ποίηση πρέπει να αποτελεί ένθεη κατάσταση και πως οφείλει να διέπεται από άκρα σοβαρότητα και να απολήγει στην ελεγεία. Όμως το βασικότερο αίτιο έγκειται στην έλλειψη ρεαλισμού, η οποία διακρίνει τους Έλληνες – και η οποία άλλωστε επιδεινώνει την παροντική κρίση – επειδή η αυθεντική ποίηση είναι πρώτιστα ρεαλιστική.

Ερ. Πολλοί νέοι γράφουν ποίηση. Το όνειρό τους είναι να εκδοθούν οι στίχοι τους. Παλαιότερα περίμεναν με αγωνία να αποκτήσει οντότητα η πρώτη τους ποιητική συλλογή. Σήμερα ανεβάζουν τα ποιήματά τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την ποίηση; Απ. H ερώτηση περιλαμβάνει δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά την έντυπη αναγνωστική αγορά, δηλαδή τις δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε εφημερίδες και τις εκδόσεις ποιητικών συλλογών. Με τη συγκεκριμένη δομή προώθησης της ποίησης συνδιαρθρώνονται και οι θεσμοί αξιολόγησής της οι απαρτιζόμενοι από τους διευθυντές σύνταξης, τις συντακτικές ομάδες, τους εκδότες, τους κριτικούς και το κοινό. Έτσι τίθενται ελαστικότερες ή αυστηρότερες αντικειμενικές προϋποθέσεις, κατ’ αρχάς, για την έγκριση της δημόσιας παρουσίασης ενός έργου, και, κατόπιν, για την αποδοχή του. Ανήκα παλαιότερα στη συντακτική ομάδα του περιοδικού Μανδραγόρας. Πολλά από τα κείμενα που μας αποστέλλονταν απορρίπτονταν. Αρκετά θεωρούνταν, από κάποιους στην ομάδα, οπωσδήποτε δημοσιεύσιμα, αλλά η πλειοψηφία τα έθετε, εν τέλει, εκτός. Συνεπώς, στην έντυπη αναγνωστική αγορά μπορεί να αποτύχουν ακόμη και αξιόλογα ποιήματα ή πεζά, γεγονός που δεν πρέπει να αποθαρρύνει τους δημιουργούς, ώστε να απέχουν από τις διαδικασίες τις οποίες αυτή επιβάλλει. Αντιθέτως, είναι σημαντικό για την εξέλιξή τους το να εκθέτουν διαρκώς το έργο τους στο ενδεχόμενο της μη έγκρισης ή της διόρθωσης. Όσον αφορά τώρα το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, την ηλεκτρονική αναγνωστική αγορά: Εντός των ορίων των λογοτεχνικών περιοδικών και των σχετικών ιστότοπων υφίστανται μία παρόμοια δομή προώθησης της ποίησης και ανάλογοι θεσμοί αξιολόγησης της τελευταίας. Πέρα όμως από αυτά τα όρια απλώνεται ένα πεδίο ανεξέλεγκτων επιλογών ανάρτησης οποιουδήποτε κειμένου. Κατά την άποψή μου το προηγούμενο αποδεικνύεται ήδη καταστροφικό, επειδή αίρει τη διαδικασία της κρίσης και της έγκρισης, καταργεί την ίδια την έννοια της εκτίμησης των ποιητικών συνθέσεων και της πρόζας. Μεταβαίνουμε λοιπόν στην εποχή της μετα-κριτικής, η οποία είναι ομόλογη της μετα-αλήθειας των σύγχρονων κατασκευασμένων ειδήσεων. Περνούμε δηλαδή στη φάση όπου μόνη η ανάρτηση στο διαδίκτυο ανάγεται σε επιβεβαίωση της ποιότητας. Πρόκειται για φαινόμενο ακραία ναρκισσιστικό, καθώς αντιπροσωπεύει την εξής αυτάρεσκη δήλωση του προσώπου το οποίο αναρτά: «Εγώ εκτιμώ από μόνος μου ότι ξέρω να γράφω.». Το ειρωνικό είναι ότι το να γράφεις οφείλει να ισοδυναμεί πάντοτε με το να συν-γράφεις, γιατί προϋποθέτει, όπως σημειώθηκε και πιο πάνω, έναν πραγματικό διορθωτή ή κάποιον φανταστικό, ο οποίος ελέγχει την κάθε λέξη σου. Μεγαλύτερη όμως ειρωνεία αποτελεί το γεγονός ότι κακά κείμενα που ανεβαίνουν στο διαδίκτυο και που αξιώνουν να διαβάζονται ως ποιήματα έχουν περισσότερους ακόλουθους από τους αναγνώστες εξαιρετικών συνθέσεων.

Ερ. Πέρα από τους ήρωες υπάρχουν και υπερ-ήρωες τη σημερινή εποχή;
Απ. Δυστυχώς το παρόν μας κατοικείται από πάρα πολλούς υπερ-ήρωες, ενώ ήρωες δεν αναδεικνύονται συχνά. Τους υπερ-ήρωες συνιστούν οι ψηφιοποιημένες προσωπικότητες των χρηστών του διαδικτύου, οι δισδιάστατες απλουστεύσεις και οι εξιδανικεύσεις του εαυτού τους στον εικονικό χώρο. Ως συνέπεια, εκλείπουν οι αυθεντικοί ήρωες, δηλαδή οι άνθρωποι οι οποίοι θα ενεργοποιούνταν ενάντια στις εξουσίες που δυναστεύουν την πραγματικότητα. Για την εμφάνιση τέτοιων χαρακτήρων πρέπει να αναστραφεί η ροή την οποία έχουν ακολουθήσει τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων, ώστε να επανευρεθούν δύο σημαίνουσες ιδιότητες, που έχουν δραματικά αμβλυνθεί: Η δυνατότητα του κάθε ανθρώπου για ανάπτυξη καλλιτεχνικής δεξιότητας και η πολιτική διάστασή του.

Ερ. Γράφετε: «Βασικό είναι να επιδιώκουμε την ουσία». Είναι εύκολο να το κάνουμε; Ή έχουμε το νου μας σε άλλα πράγματα;
Απ. O συγκεκριμένος στίχος ελέγχεται σήμερα ως αναχρονιστικός. Η δισδιάστατη εικονική εποχή μας επιφέρει μία ολόκληρη σειρά μεταβολών σε ανθρωπολογικό και σε γνωστικό επίπεδο. Οι έννοιες του βάθους και της ουσίας καταργούνται. Άρα στο εξής δεν θα επιδιώκουμε την ουσία, αλλά, εθισμένοι στη μη γραμμική υπερκειμενικότητα του διαδικτύου, θα αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα ως σύνολο άπειρων συγκοινωνούντων επιφανειών. Αναφέρομαι στην ανάδυση ενός νέου τύπου ανθρώπου, ο οποίος θα συνοδεύεται και από αντίστοιχη αισθητική. Η ποίηση λοιπόν θα εξελιχθεί σε μία διαφορετική κατηγορία. Καταστατικά στοιχεία της τελευταίας εντοπίζονται ήδη τόσο σε ποιητικές συνθέσεις, του Νάνου Βαλαωρίτη και του Ντίνου Σιώτη για παράδειγμα, όσο και σε πεζά κείμενα.

Ερ. Νομίζετε ότι η ποίηση και η πολιτική μπορούν να εφάπτονται;
Απ. Χρήζει οπωσδήποτε σχολιασμού η άρνηση πολλών ποιητών να εγγράψουν οι ίδιοι την ελληνική κρίση στις συνθέσεις τους και επιπλέον να αναγνωρίσουν σε ομοτέχνους τους το δικαίωμα του ανοίγματος μίας πολιτικής προοπτικής, η οποία θα μετατρέπει τα κείμενά τους σε στάση και σε αντίσταση απέναντι στα παροντικά τεκταινόμενα. Ο ναρκισσισμός και η αλαζονεία που εκπέμπονται, όταν παρέχεται η ευκαιρία σε αυτούς τους δημιουργούς, ιδιαίτερα στους νέους, να εκφραστούν σχετικά, είναι χαρακτηριστικοί. Η προσχηματική βάση της άρνησής τους έγκειται σε δύο συντελεστές. Ο πρώτος αφορά την παραγωγή των ποιημάτων: Πρόκειται για την άποψη πως η ποίηση δεν δύναται να κατασκευάζεται εμπρόθετα. Η συγκεκριμένη άποψη αποδεικνύεται παρωχημένη, αφού προέρχεται από τη ρομαντική σύλληψη της έμπνευσης. Άλλωστε, η προσχηματικότητα του προηγούμενου συντελεστή άρνησης αποκαλύπτεται από την άμεση ανταπόκριση των ίδιων ποιητών, όταν προσκαλούνται να συμμετάσχουν σε θεματικές εκδηλώσεις και αφιερώματα. Ο δεύτερος συντελεστής αφορά στο ποιητικό αποτέλεσμα, το οποίο, υποτίθεται, σε τέτοιες περιπτώσεις καταλήγει επιφανειακό και φθηνό. Το τελευταίο όμως δεν οφείλεται στην πολιτική διάσταση, η οποία προσδίδεται στις συνθέσεις, αλλά στην έλλειψη ικανότητας ή στην εν προκειμένω λανθασμένη διαχείριση. Κοντολογίς, όσοι αρνούνται τη δυνατότητα μίας ποίησης για την κρίση προσποιούνται πως αγνοούν το γεγονός ότι ο ποιητής είναι πρώτιστα ένας τεχνίτης και ένας πολίτης, ο οποίος βεβαίως και κατασκευάζει συνθέσεις, καμιά φορά μάλιστα κατά παραγγελίαν, ή επιθυμεί, μέσω των έργων του, να πραγματοποιήσει μία πολιτική χειρονομία. Η διαπίστωση, τέλος, πως έτσι και αλλιώς τα ποιήματα, φέροντας το στίγμα της εποχής τους, με κάποιο τρόπο παραπέμπουν στην κρίση, δεν επαρκεί, καθώς στην παροντική συγκυρία η πολιτική θεώρηση πρέπει να ανάγεται σε ποιητικό πρόταγμα.

Ερ. Ένα αγαπημένο ποίημα;
Απ. Το «Έρχονται από πίσω» από τη συλλογή Στο υποκύανο μάτι του Κύκλωπα του Νάνου Βαλαωρίτη: Από πίσω σου – πάνε / οι λυρικοί σπασμοί / του παρελθόντος τώρα έχουμε / τους σπασμούς του μηχανικού // θαλάσσιου τέρατος που ξεψυχάει / πάνε οι συνδυασμοί ανόμοιων / λέξεων οι περίεργες φράσεις / που ανασυγκροτούν το σύμπαν // τώρα έχουμε τους μνημονικούς / κραδασμούς των εντολών με / φωνή ψιθυριστά στεντόρεια / που δίνουν (στα κρυφά) σε παραβάτες // εντολές – αν τις παραβούμε / θα έχουμε τώρα το πικρό / καρναβάλι της έλλειψης / την περιφορά του ψευτο // ηγεμόνα μονάρχη Λιτότης / του εσφιγμένου της μέσης / της ζώνης του παντελονιού / την άψογη συμπεριφορά του / σκύλου στην πόρτα της εισόδου.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ