Άρτα: Αυτοδιοικητικά πρόσωπα στο προσκήνιο για το ψηφοδέλτιο της ΝΔ
Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»

Ο Ανδρέας-Μάριος Σουσουρής γεννήθηκε το 1981 στον Βόλο. Σπούδασε σενάριο και σκηνοθεσία στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Έχει εκδώσει τα βιβλία: "Διαβάτες της σκιάς" (διηγήματα, Momentum, 2014), "Ιστορίες του χαράματος" (μικρά πεζά σε δύο τόμους, Στοχαστής, 2015, 2016), "Ο βαρκάρης" (νουβέλα, Γαβριηλίδης, 2018), "Πλατς" (διηγήματα, αποφθέγματα, γατοποιήματα, Κυαναυγή, 2021), "Φθηνό νουάρ τσέπης" (μικρά πεζά, Στοχαστής, 2023).
Το βιβλίο αποτελεί πνευματικό απόγονο των Ιστοριών του χαράματος (εκδ. Στοχαστής, 2015, 2016). Μαζί του ολοκληρώνεται μια άτυπη τριλογία σύντομων διηγημάτων και πεζών, τα οποία κι έχουν αποτελέσει αγαπημένο μου καταφύγιο μυθοπλαστικής ψυχαγωγίας κατά την τελευταία δεκαετία. Το ομώνυμο διήγημα του τίτλου υπήρξε – αρχικά υπό τη μορφή σεναρίου για ταινία μικρού μήκους – προσωπικός φόρος τιμής στο είδος της νουάρ λογοτεχνίας και συνδυαστικά με το εξαίρετο εξώφυλλο της Χριστίνας Ανδρέου και την κοινή μας αγάπη για τα «φθηνά» βιβλία τσέπης, μας έφεραν ένα εκδοτικό αποτέλεσμα για του οποίου την καλαισθησία νιώθουμε μόνο χαρά.
Το κείμενο προσεγγίζει σαρκαστικά την κοσμική υποκρισία και τον υποβόσκοντα ναρκισσισμό πίσω από πολλές εκδηλώσεις κάλπικης δημόσιας ενσυναίσθησης – έννοια άκρως ταλαιπωρημένη σε μια εποχή ψυχαναγκασμού για κοινωνική αποδοχή. Με το συγκεκριμένο φαινόμενο καταπιάνομαι και με το μικρό «Ο συναισθηματικότερος άνθρωπος στον κόσμο». Πιστεύω στις ειλικρινείς ανθρώπινες σχέσεις – όπως και στη σχετικά παρερμηνευμένη έννοια του καλού ανθρώπου – διατηρώ παρόλα αυτά την πεποίθηση ότι πρόκειται για συνθήκες μειοψηφίας, που γι’ αυτή τους τη σπανιότητα χρήζουν της πιο άμεσης προστασίας αλλά και γενναιοδωρίας μας.
Η ανθρώπινη ανάγκη για διηγήσεις αποτελεί αρχέγονο ένστικτο όλων μας, από το πιο απλό προφορικό ανέκδοτο που θα μοιραστούμε με έναν φίλο έως τα πλέον οικουμενικά δείγματα έντυπης μυθοπλασίας. Μια καλή ιστορία έχει για συστατικά της την ομόνοια της τεχνικής και του ενστίκτου, το διακριτό ύφος του συγγραφέα της και φυσικά την αντίληψη του ρυθμού – τον κατά προτίμηση απελευθερωμένο από καλλωπιστικές αμετροέπειες και γλωσσικό διδακτισμό. Προφανώς ο καθένας αξίζει να δοκιμάσει να γράψει, αν και στην απόληξη της εκάστοτε δοκιμής ενυπάρχει ό,τι και σε κάθε τέχνη: μια κυματογραμμή διαβαθμίσεων ανάμεσα στην αναγνωρισμένη σημαντικότητα ως και το ναδίρ της ματαιόδοξης ασημαντότητας. Τα μαθήματα δημιουργικής γραφής μπορεί από μόνα τους να αποτελέσουν διεγερτικά του πνεύματος και παροχής εργαλείων ως προς το σκέλος της συγγραφικής τεχνικής. Απαιτείται όμως ο πομπός να σέβεται τον ενθουσιασμό εκείνων που θα τον εμπιστευτούν και θα τον πληρώσουν, και φυσικά ο δέκτης να θέσει εξ αρχής τις προσδοκίες του σε βάθρο χαμηλότερο από τη βεβαιότητα ότι σύντομα θα θεωρείται ο νέος Ντοστογιέφσκι. Είναι γνωστό πως η συγγραφική ωρίμανση είναι μαραθώνιος και όχι σπριντ.
Αγαπώ το διήγημα πρωτίστως με την ιδιότητα του αναγνώστη. Με ελκύει η συμπυκνωμένη ευθύτητα που αποκτά ο γραπτός λόγος κατά την περιορισμένη έκταση στην οποία καλείσαι να πεις μια ιστορία. Ένα στοίχημα οικονομίας και άσκησης ύφους δηλαδή, όπου το ανούσιο και το περιττό πρέπει να απορριφθούν. Να σημειώσω βέβαια ότι η μοναδική έως σήμερα επαφή μου με το είδος της νουβέλας (ο πολτοποιημένος από το 2020 «Βαρκάρης»), αποτελεί εκ του αποτελέσματος την πιο αδρή σε πνευματική ανταμοιβή συγγραφική μου στιγμή κι ένα μόνιμα ανοιχτό παράθυρο επανέκδοσης.
Η χώρα διατηρεί ζωντανή παραγωγή τόσο στη μικρή όσο και στη μεγάλη φόρμα, αν και αναλογικά νομίζω ότι παράγουμε περισσότερους καλούς διηγηματογράφους απ’ ό,τι μυθιστοριογράφους. Κάτι καθόλου κακό, άλλωστε το κάθε είδος έχει τους απαιτητικούς του κανόνες. Κατά την ταπεινή μου γνώμη – κι όσο κι αν επαυξάνω για το ότι η κατασκευή ενός καλού διηγήματος είναι υπόθεση κάθε άλλο παρά εύκολη – η γέννηση ενός πραγματικά σημαντικού μυθιστορήματος, ενός πραγματικού όμως μυθιστορήματος που δεν είναι ούτε μια ξεχειλωμένη νουβέλα ούτε ακόμα χειρότερα ένα ξεχειλωμένο διήγημα που αναμασά τις ίδιες και τις ίδιες καταταλαιπωρημένες θεματικές τύπου «χαμένες πατρίδες και ανεκπλήρωτοι έρωτες», είναι κάτι ακόμη πιο δύσκολο και συμβατό με τη συγγραφική ωριμότητα. Κι ας μην ξεχνάμε και τον όγκο υλικού και των εργατοωρών που απαιτεί ένα μυθιστόρημα, μέσα από μια έτσι κι αλλιώς εχθρική σε ρυθμούς καθημερινότητα.
Για να είμαι ειλικρινής, σε επίπεδο γεωγραφικού τοπίου και λαογραφικής παράδοσης, στην περίπτωσή μου μηδαμινή. Σίγουρα διατηρώ υποσυνείδητες επιρροές από τη χώρα των παιδικών χρόνων, των συνυφασμένων και με τις κοινωνικές συνθήκες της τότε επαρχίας. Υπήρξα τυχερός γιατί είχα κατά βάση ανέμελα παιδικά χρόνια, με ένα ανεκτό κράμα τοξικών και αστείων εμπειριών. Το βέβαιο είναι ότι δεν γράφω τοπικιστική λογοτεχνία, δε με εξιτάρουν τα λαογραφικά στοιχεία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί ενίοτε να τα απολαύσω ως αναγνώστης, ειδικά όταν αναμειγνύονται διακριτικά με το μυθοπλαστικό υλικό. Εν ολίγοις, δε με αφορά το να γράψω «βολιώτικη», «θεσσαλική», «ελληνική», «τουρκική» ή «αμερικανική» πεζογραφία, αλλά σκέτο πεζογραφία.
Σε ένα ιδεατό ξημέρωμα, απ’ όσο πιο νωρίς, αλλά από εκπαιδευτικούς που δεν την αντιμετωπίζουν ως μια ακόμη διδακτική ώρα στείρας παράθεσης πληροφοριών με σκοπό το παπαγαλίστικο τίποτα. Το αυτονόητο: δεν αρκεί η λογοτεχνία απλώς να υπάρχει ως σχολικό μάθημα, αλλά να υπηρετείται από ανθρώπους που θα τη μεταδώσουν μέσω σύγχρονης διαδραστικής διδασκαλίας και ανυπόκριτο ενθουσιασμό στα νέα παιδιά. Κατά πόσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό σε ένα από τα πιο στρεσογόνα και συντηρητικά συστήματα δημόσιας εκπαίδευσης μιας κατά φαντασίαν δυτικής χώρας, είναι ζήτημα ευρύτερης οπτικής.
Είμαι σε ηλικία που οι αναγνωστικές προτιμήσεις μου έχουν πια διαμορφωθεί, αν και διατηρώ ανοιχτό μυαλό ως προς τη θεματική ποικιλία. Συνήθως επιλέγω βιβλία πεζογραφίας, πολιτικών και φιλοσοφικών δοκιμίων έχοντας ως κριτήριο την ατομική έρευνα επί του περιεχόμενου και όχι την αισθητική ενός εξωφύλλου ή κάποια ύποπτη διθυραμβική κριτική. Οι κλασσικοί αποτελούν σταθερό μου καταφύγιο. Μεγάλωσα με τη λογοτεχνία φαντασίας και του μακάβριου, ενώ τα δυστοπικά μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας υπήρξαν από τα νεανικά μου χρόνια ανεξάντλητες εστίες θαυμασμού. Εξυπακούεται ότι όταν βρίσκω στο διάβα μου κάποιο βιβλίο για γάτες προχωρώ στην κατάσχεσή του με συνοπτικές διαδικασίες. Υπηρετώ άλλωστε έναν τετράποδο μυστακοφόρο τύπο ο οποίος όντας κι ο ίδιος συγγραφέας («Πλατς», 2021, Κυαναυγή), δε θα επέτρεπε το οτιδήποτε διαφορετικό.
