Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»
Πρέβεζα: Άμεση σύλληψη για απόπειρα κλοπής σε επιχείρηση

O Δημήτρης Τερζής γεννήθηκε το 1974 στον Πύργο Ηλείας. Ασχολείται με τη δημοσιογραφία από το 1998 και έχει εργαστεί σε διάφορες εφημερίδες, ραδιοφωνικούς σταθμούς και περιοδικά. Από το 2013 ανήκει στο δυναμικό της Εφημερίδας των Συντακτών και ασχολείται με το πολιτικό-ερευνητικό ρεπορτάζ. Έχει εκδώσει τις συλλογές διηγημάτων Το τέλος μιας τέλειας μέρας (Ιβίσκος, 2013) και Θερισμός (Ιωλκός, 2017), καθώς επίσης και το μυθιστόρημα Η καρδιά του ελέφαντα (Ιωλκός, 2019).
Το βιβλίο γράφτηκε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έπειτα από ένα θάνατο ενός φιλικού προσώπου. Ήταν μια περίοδος που σχεδόν όλος ο κόσμος βίωσε μια απίστευτη ψυχολογική βία και ήρθε αντιμέτωπος με τον θάνατο. Το μεγαλύτερο δυστύχημα ήταν ότι κληθήκαμε να τα αντιμετωπίσουμε όλα αυτά όντας είτε ολομόναχοι είτε μέσα σ΄ ένα ασφυκτικό πλαίσιο απ’ το οποίο δεν υπήρχε διαφυγή. Όλα αυτά, μοιραία, οδήγησαν στην αύξηση της χρήσης ψυχοτρόπων φαρμάκων, στην αύξηση των περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας, ενώ δοκίμασαν και σε πολλές περιπτώσεις ξεπέρασαν τις αντοχές μας την ώρα που αναγκαστικά είχαμε κόψει σχεδόν κάθε επαφή με αγαπημένα πρόσωπα. Ουσιαστικά είχαμε χάσει κάθε ψυχολογική άμυνα και μείναμε κλεισμένοι σε σπίτια φρούρια προκειμένου να προστατέψουμε τη σωματική μας υγεία. Η συγγραφή του βιβλίου ήταν μια άμυνα για μένα και ταυτόχρονα ένας τρόπος να μοιραστώ τον δικό μου φόβο για τον θάνατο και την απώλεια.
Αν και δεν είμαι γονιός θεωρώ ότι η μοναξιά κάποιου που έχει χάσει το παιδί του είναι ένα ασήκωτο βάρος απ' το οποίο δεν ξέρω αν μπορεί να συνέλθει ποτέ. Όταν θάβεις το παιδί σου θάβεις το μέλλον. Το είδαμε να συμβαίνει πρόσφατα στην τραγωδία των Τεμπών όπου η πλειονότητα των θυμάτων ήταν νέοι με όλη τη ζωή μπροστά τους. Το νήμα αυτής της ζωής κόπηκε απότομα, εξαιρετικά βίαια και ο συλλογικός θρήνος που ακολούθησε ήταν απόλυτα φυσιολογικός. Δεν υπάρχουν λόγια παρηγοριάς γι' αυτούς τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους, αλλά και για όσους μέτρησαν θύματα σ' αυτή την τραγωδία. Ήταν τέτοιος ο αντίκτυπος που οδήγησε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων -και δικαίως- στους δρόμους επειδή ακριβώς κανείς δεν θέλει να πεθάνει στο μέλλον με τέτοιο τρόπο ή να χάσει τα παιδιά του. Κατά συνέπεια μπορώ να πω ότι αντέχεται η μοναχικότητα, η οποία κατά κύριο λόγο αποτελεί προσωπική επιλογή και όχι η μοναξιά.
Η χώρα μας την περίοδο των μνημονίων «έχασε» περισσότερους από μισό εκατομμύριο ανθρώπους -βασικά νέους- που αναζήτησαν τη μοίρα τους σε άλλα μέρη. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι απ' αυτούς έχουν γυρίσει ή θα επιστρέψουν στην Ελλάδα, ελάχιστοι. Δεν πρόκειται να επιστρέψουν επειδή πολύ απλά η χώρα δεν έχει να τους προσφέρει τίποτε περισσότερο από τον υπέροχο καιρό της και τα τοπία της. Αυτά όμως μπορούν να τα χαρούν στις διακοπές τους. Ενδεχομένως να επιστρέψουν κάποια στιγμή όταν πάρουν σύνταξη για να περάσουν το χρόνο που τους απομένει στη γενέθλια γη τους.
Δεν τους αδικώ. Είναι δύσκολο να ζεις σε μια χώρα που βρίσκεται πολύ πίσω σε βασικά ζητήματα αξιοκρατίας, δικαιοσύνης, επιβίωσης. Ποιος μπορεί να ζήσει σήμερα με 800 ευρώ; Ποιός μπορεί να κάνει οικογένεια ή έστω να μείνει μόνος του και να πάψει να ζει με τους γονείς του; Και γιατί εν τέλει να θέλει να ζήσει σε μια χώρα που επικρατεί ακόμα η ρουσφετολογία και η κομματική επετηρίδα;
Αυτό που συμβαίνει ήδη, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες της Μεσογείου. Ερημωμένα ή σχεδόν ερημωμένα χωριά για τα οποία θα υπάρχουν αγγελίες στο Διαδίκτυο όπου τα σπίτια θα δίνονται έναντι πινακίου φακής μπας και προσέλθουν αγοραστές με την υποχρέωση να τα ανακαινίσουν και να στηρίξουν την ντόπια οικονομία. Στην Πελοπόννησο απ΄όπου κατάγομαι αυτό είναι μια κανονικότητα εδώ και χρόνια. Εκατοντάδες σπίτια σε χωριά έχουν πουληθεί σε Ευρωπαίους οι οποίοι επιλέγουν την Ελλάδα για να ζήσουν αφού το κόστος ζωής είναι μικρότερο εδώ σε σχέση με τη χώρα τους. Στο ίδιο πλαίσιο και σε ό,τι αφορά την παραγωγική διαδικασία το ίδιο συμβαίνει και με τις αγροτικές εργασίες. Εμείς μπορεί π.χ. να χτίζουμε φράχτες στον Έβρο νομίζοντας ότι έτσι «προστατευόμαστε» ή να κάνουμε παράνομες επαναπροωθήσεις στο Αιγαίο, ωστόσο τις φράουλες, τα ροδάκινα, τα ακτινίδια, τα πορτοκάλια, τις ελιές τα μαζεύουν οι ξένοι εργάτες και όχι οι Έλληνες. Και δεν τα μαζεύουν οι Έλληνες επειδή έχουμε γεράσει σαν χώρα. Αναφέρθηκα πριν στις πολιτικές λιτότητας των Μνημονίων που οδήγησαν στην αφαίμαξη των νέων από το εργατικό δυναμικό. Αλλά μήπως υπάρχει ένα ουσιαστικό σχέδιο για τη λύση του δημογραφικού; Η απάντηση είναι όχι. Το ζήτημα δεν είναι απλώς κοινωνικό, είναι βαθιά πολιτικό. Ορθώς λοιπόν τις σοδειές τις μαζεύουν οι ξένοι γιατί δεν υπάρχουν Έλληνες να κάνουν αυτή τη δουλειά. Το νέο πρόβλημα που ήδη αντιμετωπίζουμε είναι ότι σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία ακόμα και αυτοί οι ξένοι μάς εγκαταλείπουν για την Ιταλία και την Ισπανία, μιας και οι ιθύνοντες εκεί είναι λίγο πιο έξυπνοι όπως φαίνεται και προκειμένου ν' αντιμετωπίσουν παρόμοια προβλήματα με τις σοδειές τους προσφέρουν καλύτερα κίνητρα στους εργάτες γης.
Προφανώς αυτοί που δεν έχουν βύσμα. Ξέρετε, έζησα τον Έβρο ως φαντάρος για επτά μήνες και μάλιστα ήμουν εκεί στην κρίση των Ιμίων το 1996. Υπηρέτησα σ΄ένα τάγμα λίγα χιλιόμετρα απ' το τριεθνές, στην «πινέζα του χάρτη» που λέμε, όπου η οργανική του δύναμη έπρεπε να είναι 200 άτομα και ήμασταν καμιά 70αριά. Δε νομίζω ότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από τότε όσον αφορά στο ποιοι κληρωτοί υπηρετούν στα σύνορα.
Στη δημοσιογραφία και ειδικά στο κομμάτι των εφημερίδων που υπηρετώ εδώ και 25 χρόνια, στόχος είναι το ρεπορτάζ, η καταγραφή γεγονότων, η έρευνα και η τεκμηρίωσή της. Ο χρόνος, το γνωρίζετε κι εσείς, είναι πολλές φορές πιεστικός, ειδικά όταν δουλεύεις σε καθημερινή εφημερίδα. Όταν γράφεις για μια εφημερίδα χρειάζεσαι μια πειθαρχία τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο σου. Αυτό βοηθά πολύ στην τεχνική του διηγήματος με το οποίο ασχολούμαι καθώς έχεις λίγο χώρο -σε σχέση π.χ. με αυτόν του
μυθιστορήματος- στον οποίο πρέπει να πεις μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος. Η λογοτεχνία από την άλλη πλευρά είναι ένας χώρος στον οποίο έχεις μεγάλο πλαίσιο ελευθερίας. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι η λογοτεχνία έχει δώσει πολλές απαντήσεις στα αδιέξοδα της πολιτικής και της ζωής γενικότερα. Προσωπικά, καταφεύγω πολλές φορές σ' αυτήν είτε ως αναγνώστης είτε ως γραφιάς με στόχο την αναζήτηση αυτών των απαντήσεων.
