Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»
Πρέβεζα: Άμεση σύλληψη για απόπειρα κλοπής σε επιχείρηση

Όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται σε αυτό το βιβλίο και όλα τα βασικά γεγονότα είναι αληθινά. Οι επιστολές είναι επίσης όλες αυθεντικές .Δεν παύει όμως να είναι ένα έργο μυθοπλασίας με στοιχεία επινοημένα.
Οι τίτλοι των τριών ενοτήτων του βιβλίου είναι:
Ι) 1895-1897 -Ο κόσμος τυλίγει στην πελώρια αγκαλιά του (Φ.Σίλλερ)
ΙΙ) 1897-1908-Στο αίμα μου θα σε βαστώ ακόμη (Ρ.Μ.Ρίλκε)
ΙΙΙ) 1944-1950-Μα τα χείλη σου, δεν μάτωσαν ποτέ από τα φιλιά μου (Γ.Χάουπτμαν)
Το βιβλίο αυτό είναι κυρίως μια σειρά ερωτικών επιστολών. Τα γεγονότα αυτής της μαρτυρίας αναδύονται μέσα από την αλληλογραφία αυτή. Πατώντας πέτρα πέτρα στις επιστολές, η συγγραφέας Μαρίνα Πετσάλη, διηγείται την ιστορία του Αλέξανδρου Πετσάλη-Διομήδη και της Ελένης Ντάνενμπεργκ. Δεν έκαναν παιδιά ούτε ο ένας ούτε ο άλλος και ίσως αυτό να εξηγεί και την ανεμελιά του Αλέξανδρου και τον μηδενισμό της Ελένης. Εκείνος άφησε τα χαρτιά του άθικτα, ενώ εκείνη, προς το τέλος της ζωής της, σκέφτηκε να τα κάψει για να τα προστατέψει από τα αδιάκριτα μάτια. Κατά συνέπεια, η αλληλογραφία τους δεν επέζησε όλη. Ό,τι διασώθηκε, καταχωνιάστηκε για 30 χρόνια κι ύστερα έμεινε αδιάβαστο για άλλα 20, εξαιτίας της δυσανάγνωστης γραφής και της ξένης γλώσσας-μέχρι που κάποτε έφτασε στα χέρια της συγγραφέως και αποφάσισε να αναζητήσει την αλήθεια πίσω από τις φήμες που ακούγονταν γι΄ αυτούς τους δυο ανθρώπους -να ξεδιπλώσει, με όλη τη σημασία της λέξης, τις ζωές τους και να απελευθερώσει τις παγιδευμένες φωνές τους. Κατέγραψε, μετέφρασε και επεξεργάστηκε ό,τι μπόρεσε να βρει και με την πάροδο του χρόνου συμπλήρωσε τα κενά.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης συνέβαλε επί δεκαετίες στον δημόσιο βίο της χώρας, πρώτα ως Υπουργός Οικονομικών (1912-1915) και εξωτερικών (1918-1919) του Βενιζέλου και αργότερα ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος (1923-1931). Υπηρέτησε τέλος και πρωθυπουργός το 1949, αλλά το βιβλίο αυτό καταπιάνεται κυρίως με μια προγενέστερη περίοδο της ζωής του, πριν καν πολιτευθεί.
Γεννημένος το 1875, ο Διομήδης μεγάλωσε σε επιφανή οικογένεια λογίων και πολιτικών της Αθήνας, φεύγοντας το 1892, όπως είχαν κάνει και οι προπάτορές του, να σπουδάσει στη Γερμανία. Μετά από έναν χρόνο έντονης μελέτης στη Βαϊμάρη, μετέβη στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, όπου απέκτησε ένα πρώτο πτυχίο νομικών και συνδέθηκε στενά με τον συμφοιτητή του Νικόλαο Χατζηπέτρο. Μαζί αποφάσισαν να μεταφερθούν στο Βερολίνο για τα διδακτορικά τους και εκεί αρχίζει η αισθηματική ιστορία του Αλέξανδρου, τον Ιούνιο του 1895.
Οι δρόμοι δυο νέων ανθρώπων συναντήθηκαν στο ταμείο ενός θεάτρου, όπου ο Αλέξανδρος μαγεύτηκε και μόνο στη θέα της Ελένης. Στεκότανε ο εικοσάχρονος Αλέξανδρος στα ταμεία της Γερμανικής Σκηνής στη Σούμανστρασσε, όπου είχε μόλις αγοράσει δύο τα εισιτήρια για «Το κουκλόσπιτο» του Ίψεν με την περίφημη Άγκνες Σόρμα, όταν άκουσε ότι τα φθηνότερα εισιτήρια είχαν ήδη εξαντληθεί και ένα δεκαεπτάχρονο κορίτσι απαράμιλλης ομορφιάς, με αιθέρια όψη, χλωμή, με μόνο χρώμα το γαλάζιο των ματιών της κάτω από φωτοστέφανο ξανθών μαλλιών, δεν μπόρεσε να βρει εισιτήριο. Ο Αλέξανδρος την πλησίασε και της είπε: «Με συγχωρείτε, Fraulein, μα κατά λάθος άκουσα ότι έφυγαν ήδη τα εισιτήρια για το «Το κουκλόσπιτο». Τυχαίνει να έχω δύο και ευχαρίστως θα σας προσέφερα το ένα». «Δεν νομίζω…» ψέλλισε. «Δεν ξέρω αν πρέπει». «Καταλαβαίνω τους ενδοιασμούς σας, σας διαβεβαιώ, μα η παράσταση αυτή δεν χάνεται. Όλοι μιλούν για την ερμηνεία της Σόρμα! Δεν έχετε παρά να φτάσετε εγκαίρως και να φύγετε αμέσως μετά. Δεν περιμένω τίποτε παραπάνω, σας δίνω τον λόγο μου». «Καλοσύνη σας, μα αδύνατο να δεχτώ. Δεν ξέρω καν ποιος είστε!». Συστήθηκε βιαστικά. Η γερμανική κοινωνία σεβόταν άκρατα τους ακαδημαϊκούς τίτλους. Του πρόσφερε ένα γαντοφορεμένο χεράκι. «Λέγομαι Ελένη Ντανενμπέργκ». Και έτσι ο Αλέξανδρος έδωσε το εισιτήριο στην Ελένη, που προορίζονταν για τον φίλο και συμφοιτητή του, Νίκο Χατζηπέτρο.
Έτσι ακριβώς ξεκινάει ο μεγάλος έρωτας των νεανικών χρόνων του Αλέξανδρου για την Ελένη, το «Λένχεν»-Lenchen, μια ταλαντούχα Γερμανίδα ηθοποιός. Η Ελένη είχε γνωρίσει τον άντρα που άλλαξε για πάντα τη ζωή της...
Μεγάλο το πάθος και οι εραστές ήταν τυφλωμένοι από τον πόθο. Παρασύρονται σε μια σχέση πάθους με εντελώς απρόσμενη κατάληξη. Η σχέση τους θα κρατήσει μια ζωή, αλλά κυρίως από το 1895 έως το 1908.
Το 1897 ο Αλέκος επιστρέφει στην Αθήνα. Τότε ήταν ημέρες οδύνης, κι ας ήταν αποφασισμένος να βάλει ένα τέλος και να φύγει. Φρικτή απόφαση και βαρύ το τίμημα, μα τι να έκανε; Ξέρανε εξ αρχής και οι δυο πως το χάσμα ήταν αγεφύρωτο. Έρως εις πείσμα της φρόνησης, «αταίριαστοι γάμοι»! Από τότε που έφυγε για την Αθήνα ο Αλέκος, κάθε συνάντηση ήταν μια γιορτή, αλλά οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες της απουσίας μακρύτερες, βαρύτερες, αβάσταχτες…
Μέχρι το 1908 ο Αλέκος συνέχισε να επιστρέφει κοντά της. Το δικό της ήταν το πρώτο κορμί που λάτρεψε και δεν το χόρτασε ποτέ, ούτε έπαψε να αγωνιά για την τύχη της. Την βοηθούσε πολλές φορές και χρηματικά.
Ο Αλέκος είχε ερωτικές σχέσεις με πολλές άλλες γυναίκες και δυο τουλάχιστον παντρεμένες Ελληνίδες, τελικά σε μεγάλη ηλικία παντρεύτηκε μία πλούσια χήρα σαραντατριών ετών, γυναίκα σπάνιας κομψότητας και φινέτσας, την Ιουλία, την Femme, όπως την έλεγε και ζήσαν μαζί 32 χρόνια αρμονικά, χωρίς ίχνος σύγκρουσης. Οι σημαντικότερες και μακροβιότερες σχέσεις δεν ήταν οι σεξουαλικές. Αντιθέτως, προτιμούσε αυτές τις παρορμητικές κι απρόβλεπτες ηδονές να τις κρατάει στο περιθώριο. Δυο φορές μόνο του συνέβη να εμπλακεί σε σχέση πάθους ερωτικού και συναισθηματικού μαζί. Νέος πολύ, γύρω στα 20 με την Ελένη, και μια ακόμη φορά, μετά τα 50, με την Ιουλία.
Το Λένχεν δεν είχε καμία υποστήριξη από το σπίτι της, ήταν ανεπιθύμητη, σαν έρημο σπουργίτι. Γι΄ αυτό και ήταν παρορμητική, σε υπερένταση αλλά και είχε πολύ φόβο. Είχε ένα ιδεαλισμό στην ψυχή που δεν ταίριαζε με τον σκληρό κόσμο γύρω της. Έτρεμε τους ανθρώπους και τη ζωή γενικότερα -φοβόταν πως δεν θα τα έβγαζε πέρα. Συγχρόνως όμως λαχταρούσε να βρει τη χαρά και τη θαλπωρή κι απεχθανόταν κάθε τι άσχημο και κακό. Αλλά και το γεγονός ότι ο δρόμος της διασταυρώθηκε με τον δρόμο του αγαπημένου της Αλέκο σε τόση νεαρή ηλικία ήταν σίγουρα γραφτό, διότι η θερμή του συμπαράσταση και η εντιμότητά του της έκαναν βαθιά εντύπωση, εντύπωση η οποία με τα χρόνια την επηρέασε όλο και περισσότερο και ήταν κι αυτή ένα εφόδιο για τον δρόμο της στο θέατρο. Η εικόνα του στη μνήμη της εξέπεμπε πάντα κάτι απερίγραπτα αγαθό και καλό, που συχνά την βοήθησε, την εμψύχωνε. Υπήρχε κάποιος, κάπου, που νοιαζόταν αληθινά για αυτήν. Η Ελένη όμως παντρεύτηκε δυο φορές και χώρισε, διότι οι γάμοι της δεν ήταν αρμονικοί. Η Ελένη ήταν μια γυναίκα που οι δυσκολίες και οι αδυναμίες της οφείλονταν στην οικογένεια και τον κοινωνικό της περίγυρο.
Αυτή η γυναίκα μιλά μέσα από τα γεμάτα πάθος γραπτά, μέσα από τις σπαραξικάρδιες αυτές επιστολές έρωτα και απελπισίας. Οι περισσότερες από τις επιστολές κυριαρχούνται από ένα μεικτό συναίσθημα ερωτικού πάθους και λατρείας για την απουσία του αγαπημένου. Όσο και αν ψάχνει στηρίγματα στις αναμνήσεις της, ή σε άλλες περισπάσεις, αργά ή γρήγορα η Ελένη καταρρέει από το βάρος του χρόνου, καθώς οι σκοτεινές μέρες του γερμανικού βορά πέφτουν η μια πάνω στην άλλη και τη σκεπάζουν, όπως το βαρύ χιόνι σκεπάζει τους δρόμους του Βερολίνου. Ο εαυτός, γίνεται κι αυτός ένα βάρος. Κι όμως, μετά από την καταβαράθρωση, έρχεται ξανά η ανάταση. Η υπόσχεση της ευτυχίας μοιάζει αληθινή, ο χρόνος χωρίς τον αγαπημένο ξεχνιέται, ο πόνος της απουσίας γίνεται πληρότητα. Το 1908 η Ελένη αφήνει το θέατρο οριστικά.
