Αναρτήθηκε στις:12-07-23 10:42

Συνέντευξη της Σούλας Μπόζη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


«Θεωρώ τιμή μου που γεννήθηκα Πολίτισσα και θα πεθάνω Πολίτισσα»



Η Σούλα Μπόζη είναι ερευνήτρια λαογραφίας – συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Πόλη. Απόφοιτη του Ζαππείου Παρθεναγωγείου, σπουδάστρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστηµίου της Πόλης• επίσης σπούδασε θεατρολογία και ενδυµατολογία. Από το 1967 ξεκίνησε την επιτόπια έρευνα και καταγραφή της Μικρασιάτικης και Πολίτικης λαογραφίας. Την περίοδο 1972-1980 εργάστηκε ως µόνιµη ενδυµατολόγος του Θεάτρου Ντοστλάρ (Dostlar) με παράλληλες συνεργασίες με το ∆ηµοτικό Θέατρο της Πόλης και άλλα ιδιωτικά Θέατρα στην Πόλη.
Από το 1980 ζει και εργάζεται στην Αθήνα.


Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου «Ο ελληνισμός της Κωνσταντινούπολης, κοινότητας Σταυροδρομίου-Πέραν», εκδόσεις Τόπος;


Προσωπικοί ήταν οι λόγοι που με ώθησαν να συγκεντρώσω γραπτό και προφορικό υλικό, σκιαγραφώντας ιστορικά και κοινωνικά στοιχεία της λαμπρότερης μετά το Φανάρι αστικής, κοσμοπολίτικης κοινότητας Σταυροδρομίου-Πέραν. Εκεί ζήσαμε οικογενειακώς, όταν τελειώνοντας το δημοτικό στο Μακροχώρι ξεκίνησα τη φοίτησή μου στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο, που υψώνεται στο κέντρο της πλατείας Ταξίμ. Από το 1980 που εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, η επιθυμία μου για τη συγγραφή βιβλίου για το Πέραν έγινε πραγματικότητα όταν ο σύλλογος «Οι φίλοι της Μουσικής» με την ειδική χορηγία τους μου έδωσαν τη δυνατότητα να μελετήσω τις γραπτές πηγές στις δημόσιες και ιδιωτικές βιβλιοθήκες της Πόλης και της Αθήνας και την Πατριαρχική Βιβλιοθήκη στο Φανάρι, με σκοπό τη δημιουργία ενός CD-ROM για την κοινότητα Σταυροδρομίου-Πέραν, την οποία παρέδωσα το 2000. Με το υλικό που συγκεντρώθηκε, ξεκίνησα τη συγγραφή του βιβλίου μου, το οποίο πρωτοεκδόθηκε το 2002.

Το βιβλίο σας είχε εκδοθεί πριν από είκοσι χρόνια. Ποιος είναι ο λόγος της επανέκδοσης ενός πετυχημένου βιβλίου;


Ο «Ελληνισμός της Κωνσταντινούπολη-Κοινότητα Σταυροδρομίου-Πέραν» είχε μεγάλη επιτυχία όταν εκδόθηκε το 2002. Δυστυχώς όμως ο Ελληνισμός της Πόλης και του Πέραν ταυτόχρονα ελαττώθηκε στις μέρες μας στο απειροελάχιστο. Στην πορεία συνέλεξα σημαντικότατα στοιχεία, με τα οποία εμπλουτίστηκε η αρχική έκδοση. Πιστεύω ότι αποτελούμε την τελευταία γενιά των Κωνσταντινουπολιτών οι οποίοι έζησαν τη λαμπρότητα κάποιων εποχών. Οι νεότεροι Έλληνες θα τα πληροφορούνται από τα βιβλία που θα υπάρχουν από εμάς στις βιβλιοθήκες.

Στη μελέτη παρουσιάζετε τον ελληνισμό της Πόλης σε όλες τις εκδηλώσεις του υλικού και πνευματικού του βίου. Σε ποιο αναγνωστικό κοινό απευθύνεται το βιβλίο σας;


Απ. Το βιβλίο μου απευθύνεται στους πάντες που ενδιαφέρονται να πληροφορηθούν για το πρώτο και σημαντικότατο κέντρο του Ελληνισμού, την παιδεία, που παρείχε με τα πρωτοβάθμια και τα δευτεροβάθμια σχολεία –κοινοτικά και ιδιωτικά– και την κοινωνική πρόνοια. Την οικονομική ζωή με τους τραπεζίτες, τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους αρχιτέκτονες, αρχαιολόγους, φωτογράφους, τα εμπορικά καταστήματα, τους χώρους επισιτισμού, τους επαγγελματικούς και κλαδικούς φορείς, όπως επίσης τις πνευματικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες.

Κατά πόσο επηρέασε η Μικρασιατική καταστροφή, του 1922, την ελληνική μειονότητα που έμεινε στην Κωνσταντινούπολη;


Η Μικρασιατική καταστροφή ήταν ένα βαρύτατο πλήγμα και για την εύρωστη ελληνική μειονότητα της Πόλης. Αν και είχε σημαντική συμμετοχή στα οικονομικά δρώμενα της χώρας, επιχείρησε μέσα σε έντονη εσωστρέφεια, καταβάλλοντας προσπάθειες, να προσαρμόζεται στο μέτρο του δυνατού στις εκάστοτε αντίξοες συνθήκες που βίωνε κατά διαστήματα. Δίχως να μπορεί να υψώσει τη φωνή της και να διαμαρτυρηθεί, τελικά οδηγήθηκε στη συρρίκνωση και τον αφανισμό.

Μέσα από τη μελέτη ανακαλύπτουμε την οικονομική ευμάρεια της κοινότητας. Ποιος είναι ο λόγος που υπήρχε αυτή τη ανάπτυξη και ο πλούτος;


Η Κωνσταντινούπολη, σταυροδρόμι εμπορικών και πολιτισμικών ανταλλαγών τριών ηπείρων, κόμβος των δρόμων του μεταξιού και των μπαχαρικών από την Κίνα και την Αραβική χερσόνησο προς τη Δύση, πρωτεύουσα δύο αυτοκρατοριών για περισσότερο από 1.500 χρόνια, αδιάλειπτα, συντέλεσε στο να υπάρξει ανάπτυξη και οικονομική ευμάρεια και για τη ρωμαίικη κοινότητα.

Σπάνιο φωτογραφικό υλικό και πληροφορίες μας μαθαίνουν άγνωστα πράγματα. Πώς συλλέξατε αυτό το υλικό και τις πηγές;


Από το 1990 μέχρι σήμερα, έχω καταγράψει σε χειρόγραφα, σε μαγνητοφωνήσεις και βιντεοσκοπήσεις, μέσα από προφορικές μαρτυρίες, πληθώρα Κωνσταντινουπολιτών, παίρνοντας αντίγραφα από τα φωτογραφικά άλμπουμ τους, από σχολικά διπλώματα και ό,τι άλλο ιστορικής σημασίας διέθεταν, προκειμένου να εμπλουτιστεί το βιβλίο και να παρουσιάσω μία πιο πλήρη και ξεκάθαρη εικόνα της ζωής στην Πόλη.

Μεγάλες προσωπικότητες γεννήθηκαν στην Πόλη. Πώς κατάφεραν να διακριθούν και να πάρουν μέρος στην διοίκηση και στην πνευματική κίνηση της Κωνσταντινούπολης;


Οι Πολίτες, έχοντας οικονομική ευμάρεια, αφενός, έστελναν τους γιους τους να σπουδάσουν και να ειδικευτούν σε πανεπιστήμια της Ευρώπης. Επιστρέφοντας, εργάζονταν σε κομβικές διοικητικές και πνευματικές θέσεις. Αφετέρου, από τα μέσα του 19ου αιώνα, ελληνικοί και ιταλικοί θίασοι, θεατρικοί και μουσικοί επισκέπτονταν σε τακτά διαστήματα το Πέραν, δίνοντας παραστάσεις στα θέατρα της Μεγάλης Οδού, διαμορφώνοντας πνευματικά τους κατοίκους της Πόλης.

Σύλλογοι, ελληνικός τύπος, μουσική, θέατρο και αθλητισμός. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για όλα αυτά τα πράγματα;


Στο βιβλίο μου έχω αφιερώσει αρκετό χώρο, παρουσιάζοντας τον ελληνικό Τύπο, τη λαϊκή μουσική παράδοση, αλλά και τους ντόπιους και Ελλαδίτες μουσικούς, οι οποίοι μετά το 1930 διασκέδαζαν τους Ρωμιούς στα διάσημα κέντρα του Πέραν: οι αδελφοί Νεγρεπόντη, η Μαρούσκα, το ντούο Χένη-Βασιλάκη, οι μουσικοί Αλέκος και Γιώργος Μπατζανός και δίπλα η Σοφία Βέμπω, ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Μητσάκης, ο οποίος ήταν από την Πρίγκιπο των Πριγκιπονήσων και ακόμα σώζεται το σπίτι της οικογένειας κ.ά. Επίσης έχω αναφερθεί εκτενώς στους λογοτέχνες δημοτικιστές, όπως ο Φώτης Φωτιάδης, η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η Αθηνά Γαϊτάνου-Γιαννιού, ο Γιάννης Γρυπάρης κ.ά., και τους οπαδούς της καθαρεύουσας, όπως ο Αλέξανδρος Ζωηρός, ο Μανουήλ Γεδεών κ.ά. Η αθλητική δραστηριότητα των Ρωμιών ξεκινά από τον 19ο αιώνα. Στο Πέραν, ο σύλλογος «Ερμής» και η ελληνική ομάδα ποδοσφαίρου «Πέραν» ήταν τα δύο μεγαλύτερα αθλητικά σωματεία της κοινότητας.

Τις τελευταίες δεκαετίες ο ελληνισμός φυτοζωεί. Πόσοι Έλληνες έχουν μείνει στην Κωνσταντινούπολη;


Στις μέρες μας, ο πληθυσμός της Πόλης κυμαίνεται μεταξύ 20-25 εκατομμύρια. Δυστυχώς η ρωμιοσύνη της Πόλης είναι γύρω στα 1.000 άτομα, αριθμός που φωτογραφικά θα μπορούσε να παρουσιάζεται σε μερικές βιτρίνες στο μουσείο Top Kapı για να γνωρίζουν και οι κατοπινοί Τούρκοι ότι κάποτε, επί χιλιετίες, στην Πόλη κατοίκησαν και οι Ρωμιοί. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αρχές του 20ού αιώνα, η Πόλη είχε περίπου 1.000.000 πληθυσμό: Το 1/3 ήταν Μουσουλμάνοι, το 1/3 Ρωμιοί και το υπόλοιπο όλες οι άλλες εθνότητες…

Γιατί η Πόλη εξακολουθεί να γοητεύει όλο τον κόσμο με τις ομορφιές της;


Πρέπει να παραδεχθούμε ότι γεωγραφικά η Πόλη βρίσκεται σε μία πολύ ιδιαίτερη θέση, καθώς τη διανύει, τη χωρίζει στα δύο, μία θάλασσα που ενώνει τη Μεσόγειο με τον Πόντο, η οποία αδιάλειπτα κατοικήθηκε από τους Μεγαρείς ως τις μέρες μας στο ίδιο σημείο. Δεν θα αναφερθώ στα αρχαιολογικά ευρήματα στην Αγία Σοφία και σε όλες τις άλλες ιδιαιτερότητές της γιατί θα μπορούσα να μιλάω για ώρες…



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ