Αναρτήθηκε στις:05-07-23 15:31

Συνέντευξη του Σταύρου Σταυρόπουλου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Το αίσθημα του ανικανοποίητου, του ανεκπλήρωτου είναι συνυφασμένο με την ποιητική ιδιότητα



Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα metro με θέμα το βιβλίο και την τριετία 2008-2011 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός των άλλων και την στήλη "Νύχτα είναι, θα περάσει". Για τρία χρόνια δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή "Ολομόναχοι μαζί" που είχε σαν θέμα καλεσμένους από τον χώρο της λογοτεχνίας και του πολιτισμού γενικότερα, με έμφαση ιδιαίτερα στη μουσική.


Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;


Κλασικά εικονογραφημένα και κόμικς της εποχής.

Και η πρώτη σας επαφή με την ποίηση;


Μεγάλωσα με στίχους του Καβάφη και του Ρίτσου σε ηλικία δεκαέξι ετών. Ήταν σαν να έσκασε χειροβομβίδα μέσα μου. Με εντυπωσίασαν αμέσως και οι δύο. Λίγο αργότερα ήρθε ο Ρεμπώ, ο Βερλέν, ο Μποντλέρ και οι Γάλλοι συμβολιστές μαζί με τον Πωλ Ελυάρ. Ακολούθησε ο Μπουκόβσκι, ο Μπέκετ και ο Τζόις.

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;


-Σε ηλικία είκοσι ετών δημοσίευσα το πρώτο μου βιβλίο. Ήμουν ακόμα πολύ νέος και είχα όνειρα μεγάλα να κατακτήσω τον κόσμο. Στη συνέχεια τα όνειρά μου ωρίμασαν, καταλάγιασαν και συνέχισα να γράφω για να κατακτήσω τον εαυτό μου. Κάθε βιβλίο μου είναι και μια άσκηση αυτογνωσίας. Ένα ταξίδι στον άγνωστο εαυτό μου.

Γράφετε: «θα’ ρθει μια μέρα/ Που θα βρω όλο το λάθος/ στους βολβούς των ματιών σου». Γιατί η αγάπη είναι απαραίτητη στη ζωή;


Αν το πιάνο ήταν για τον Ερίκ Σατί η προέκταση του λόγου του, η σιωπή – όχι η παύση – ήταν μια επιπλέον νότα, ένα κρυφό κρεσέντο που παραμόνευε στο σκοτάδι. Πέρα και πάνω από όλα όμως, ήταν το αυστηρό δικαστήριο της μουσικής του. Προκειμένου για ένα ποίημα, ένα στίχο, η σιωπή εξοικονομεί χρόνο για να διατυπωθούν τα βλέμματα, οι ματιές. Όταν αυτά λείπουν, η σιωπή τα αναπληρώνει – τελικά, ξεπερνώντας τα. Τι όμως κάνει ένα ποίημα, ποίημα; Νομίζω η α-λεξία του, η ικανότητά του να συναναστρέφεται με τις λιγότερες δυνατές λέξεις, δημιουργώντας χώρους, γωνίες, και κόγχες, όπου το μυαλό μπορεί να απαγκιάσει. Η αδιακρισία του μερικού που θέλει να αναπληρώσει το όλον. Όταν αυτό επιτυγχάνεται, μπορούμε να μιλήσουμε για ποίημα. Ανέφερα το παράδειγμα του Σατί, που υπήρξε σχεδόν ένας ζωγράφος της μουσικής, γιατί πιστεύω ότι το τελικό αποτέλεσμα που αναλαμβάνει να φέρει η ποίηση, είναι η μουσική. Συχνά έχουμε την τάση να λησμονούμε ότι όλες οι ανθρώπινες ιστορίες είναι ουσιαστικά παρτιτούρες πάνω στις οποίες αντί για νότες, εγγράφονται οι λέξεις. Οι ενδιαφέρουσες ιστορίες είναι αυτές που οι λέξεις τους θυμίζουν αρκετά τις νότες. Και οι μεγάλες ιστορίες, αυτές που αξίζει να συγκρατήσει κανείς, οι ιστορίες που εντελώς πεζά αποκαλούμε και ερωτικές, είναι αυτές που εμπεριέχουν τη μουσική της σιωπής. Τώρα σε ότι αφορά το αν και το γιατί είναι η αγάπη απαραίτητη είναι σαν να με ρωτάτε γιατί είναι απαραίτητο να αναπνέουμε. Όσο απαραίτητη είναι η αναπνοή στη ζωή άλλο τόσο είναι και η αγάπη. Αυτή κάνει τα πάντα να λάμπουν. Ο συγκεκριμένος στίχος πάντως, από το νέο βιβλίο μου, αναφέρεται μάλλον στην αλήθεια τον ματιών. Και στο τι μπορείς να ανακαλύψεις εκεί μέσα.

Λέτε: «Κι έπειτα μου είπαν/ Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο/Να συνεχίσω να είμαι το έργο/Χωρίς εμένα αλλά με θεατές». Γιατί στην ποίηση χρησιμοποιείτε την αλληγορία και την μοντερνικότητα;


Από πολύ μικρός έτρεφα μεγάλο σεβασμό στην γλώσσα. Φρόντιζα να της συμπεριφέρομαι σωστά για να με αποζημιώνει. Είχα έναν παράξενο φόβο μην λήξουν τα γράμματα στα χέρια μου και δεν έχει άλλο μπρος. Ήταν ένα πολύτιμο εργαλείο για μένα για να κατακτήσω τον εαυτό μου. Τώρα αυτό που με ρωτάτε, νομίζω πως συνυπάρχουν στην ποίησή μου σχήματα μοντερνιστικά, άλλες φορές αλληγορικά, ακόμα και νεωτερικά. Αλλά αυτό είναι δουλειά των φιλολόγων και των κριτικών για να το διατυπώσουν. Εγώ μπορώ απλά να πω ότι μέσω της γραφής μου αισθάνομαι την πληρότητα της επαφής μου με τον κόσμο. Ο δημιουργός είναι το έργο του.


Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες ποίηση;


Ζούμε σε μια εποχή γενικότερης πνευματικής ένδειας και φτώχιας. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον πως μπορεί να αναπτυχθεί η ποίηση και να κερδίσει μαζικότερο κοινό; Είναι σχεδόν αδύνατον. Αλλά η ποίηση κάνει την δουλειά της και με αυτό το 8% που την ακολουθούν. Αποτελεί μια διέξοδο για να δούμε τον κόσμο με καθαρότερο βλέμμα. Ο ποιητής δεν περιγράφει τον κόσμο, συμμετέχει στην δημιουργία του.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας ποιητής;


Ο Λώρενς Φερλιγκέτι είναι ένας πολύ αγαπημένος μου ποιητής. Αγαπάω επίσης πολύ τον Μπουκόβσκι, τον Ελυάρ, τον Ρεμπώ, τον Καρούζο και τον Καβάφη. Αλλά σίγουρα αδικώ πολλούς που δεν αναφέρω χάριν συντομίας.

Έχετε γράψει πολλά ποιητικά βιβλία. Είστε ικανοποιημένος από την προσωπική σας πορεία στην ποίηση;


Ποτέ ένας αληθινός ποιητής δεν μπορεί να είναι ικανοποιημένος με την πορεία του, την συγκομιδή του. Το αίσθημα του ανικανοποίητου, του ανεκπλήρωτου είναι συνυφασμένο με την ποιητική ιδιότητα. Αντιμετωπίζω κάθε βιβλίο μου σαν να είναι το πρώτο και περιμένω απ’ αυτό να μου δώσει την χαρά που θα μου έδινε το πρωτόλειο. Έπειτα, με την ποίηση ο άνθρωπος ξεπερνάει την λήθη. Η Τέχνη, δηλαδή, αναλαμβάνει να μην πέσει στη λήθη ο άνθρωπος. Τον διασώζει απ’ την λήθη. Η ποίηση είναι ο τρόπος να φτάσεις στην αλήθεια του κόσμου. Και να τον κατανοήσεις. Απ’ αυτή την άποψη είμαι ικανοποιημένος. Η προσωπική μου πορεία υπήρξε αποκαλυπτική. Και συνεχίζεται αέναα.

Πάντα στα ποιήματα επικρατεί ο έρωτας , η αγάπη. Πώς καταφέρνετε με τρυφερότητα και με τέχνη να γράφετε και να πιστεύετε στην αγάπη;


Η αγάπη είναι η κινητήριος δύναμη του κόσμου. Σε αυτήν προσβλέπουμε όλοι για να μας εξιλεώσει και να κάνει την ζωή μας καλύτερη. Είμαι μάλλον ερωτικός ποιητής, με την έννοια του νεορομαντικού οπότε πιστεύω πολύ στην αγάπη. Όταν εργάζομαι στο γραφείο μου, προσηλωμένος σε αυτό που γράφω έχω μόνιμα την αίσθηση της παρουσίας της αγάπης γύρω μου. Είναι ένα περίεργο συναίσθημα, όμως είναι αληθινό. Η αγάπη με κάνει να αισθάνομαι πλήρης, ζωντανός. Για να την περιγράψεις πρέπει να βρεις τον μείζονα βαθμό σαφήνειας γι’ αυτό το ασαφές. Γιατί η αγάπη, πολλές φορές, δεν χωρά σε λέξεις. Ο έρωτας είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα. Είναι ένστικτο, όχι συναίσθημα και έχει ημερομηνία λήξης.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ