Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Ο Αγαθοκλής Αζέλης γεννήθηκε το 1963 στη Μηλιά Μετσόβου. Φιλόλογος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης, εργάστηκε ως έμμισθος ερευνητής στην Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας, ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης και ως καθηγητής στο αγγλόφωνο Vienna International School. Από το 1997 διδάσκει στη Μέση Εκπαίδευση στην Ελλάδα, ενώ κατά τα έτη 1999-2003 οργάνωσε τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Τρικάλων. Συνέγραψε εξωσχολικά εκπαιδευτικά βοηθήματα, ενώ βραβεύτηκε από το αυστριακό κράτος για τη μετάφραση γερμανόφωνης λογοτεχνίας στα ελληνικά. Δημοσίευσε μελέτες σε ελληνικές και αυστριακές επιστημονικές επετηρίδες και συλλογικά έργα. Διετέλεσε μέλος του Πρώτου Θεατρικού Αναλογίου της Βιέννης, με επικεφαλής την Ilse Aschner. Συνεργάστηκε με ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά και εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές, με τίτλο Νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο (Μεταίχμιο, 2008), Εωθινές επιγνώσεις (Πλανόδιον, 2011) και Σκιές ασωμάτων (Λογείον, 2016), καθώς και μεταφράσεις επιστημονικών πραγματειών από τα γερμανικά. Το βιβλίο του Στις μυλόπετρες του χρόνου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Η συγγραφή αυτή δεν αποτελεί προγραμματική δημιουργία, αλλά προέκυψε από μόνη της ως ανάγκη να ανοίξει ένα παράθυρο για να ακουστούν οι φωνές ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, οι φωνές ταλαιπωρημένων και καταφρονημένων ανθρώπων οι οποίοι δεν είχαν πρόσβαση στον δημόσιο λόγο. Για να μείνει κάποιο ίχνος από έναν κόσμο που χάθηκε και τον οποίο αδυνατεί να τον προσεγγίσει η ακαδημαϊκή ιστορία, ενώ η λογοτεχνία με τα αναπαραστατικά της εργαλεία μπορεί να αποδώσει κάπως μια αίσθησή του. Στη διαδρομή αισθάνθηκα να προκύπτει, από την ίδια την ανάπτυξη της αφήγησης, κι ένας δεύτερος κινητήριος λόγος: συνειδητοποίησα ότι ως εκπαιδευτικός επιθυμούσα να διαμεσολαβηθεί στους νεότερους η σκέψη πως η ζωή είναι πάντα μια δύσκολη υπόθεση κι απαιτείται αγώνας για να προχωρήσει κανείς, ενώ η παιδεία μπορεί να λειτουργήσει ως μέσον κοινωνικής κινητικότητας.
Ο τίτλος είναι συμβολικός και παραπέμπει σε μια διττή λειτουργία – παρατηρούμε τον χρόνο να κονιορτοποιεί χρονικώς πεπερασμένα υποκείμενα, ενώ συνάμα περνάμε και οι ίδιοι οι παρατηρητές από τις μυλόπετρές του εν γνώσει ή εν αγνοία μας.
Το βιβλίο αποτελεί σπονδυλωτό λογοτεχνικό αφήγημα με αυτοβιογραφικά στοιχεία και όχι οικογενειακή αυτοβιογραφία. Αυτή δεν θα είχε δημόσιο ενδιαφέρον, καθώς είμαι ένας καθημερινός άνθρωπος. Η αφήγηση, μια αφήγηση παραδειγματικών ιστοριών, εμπεριέχει αναφορές σε προσωπικά και συλλογικά βιώματα ανθρώπων που βίωσαν τον κοινωνικό μετασχηματισμό στον ορεινό όγκο της Πίνδου. Σε αυτούς ανήκε η οικογένειά μου κι εγώ ο ίδιος. Η αναφορά σε τέτοια βιώματα δεν ενέχει κάποια δυσκολία, αντιθέτως λειτουργεί ανακουφιστικά, ειδικά όταν τα παρατηρεί κανείς με κάποια αποστασιοποίηση.
Η αφήγηση επιχειρεί να διαμεσολαβήσει στους αναγνώστες έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό, με διαφορετικές συνθήκες ζωής, αξίες, τρόπο σκέψης, κουλτούρα, νοοτροπία, ακόμα και γλώσσα, τον οποίο έζησα ο ίδιος, όμως θα χαθεί μαζί με μένα και τους συνοδοιπόρους μου, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Αυτά τα χρόνια είναι σημαντικά για μας όσο σημαντική είναι η νεότητα ως συναισθηματική και διανοητική αγωγή του ανθρώπου για κάθε γενιά και κάτι ακόμα: τους γονείς και τους παππούδες, δηλαδή τους ανθρώπους που με διαμόρφωσαν, τους χωρίζει ένα χάσμα από τα παιδιά μου, τα οποία τα διαπαιδαγωγήσαμε εγώ και η σύζυγός μου, που αποτελούμε δημιουργήματα της προηγούμενης γενιάς. Αυτά λοιπόν τα χρόνια ξεπερνούν την ατομική αξία και ανάγονται σε μια κατηγορία εξαίρεσης, πράγμα που το γνωρίζουμε οι συνοδοιπόροι.
Η αλλαγή αποτελεί κανόνα, «πάντα ρει». Όμως σε κάποιες εποχές η αλλαγή είναι ταχύτερη κι αυτό οφείλεται σε συγκυρίες που δεν ελέγχονται από τον άνθρωπο, ο οποίος εν προκειμένω δεν αποτελεί υποκείμενο της ιστορίας αλλά «άχερο στ’ αλώνι», όπως γράφει ο Σεφέρης.
Οι αξίες, προσωπικές και της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, το ένστικτο της επιβίωσης που είναι πιο έντονο στον άνθρωπο που ζει κοντά στη φύση, η ισχυρή θέληση, αποτελούν βασικές πηγές αυτής της δύναμης. Δύο συγγενείς μου γυναίκες, στην ορεινή κλειστή κοινωνία αναφοράς του βιβλίου, χήρεψαν με μωρά παιδιά, τα μεγάλωσαν με ασύλληπτες δυσκολίες ξενοδουλεύοντας, αυτά εξελίχθηκαν σε επιστήμονες και εγγόνια τους συγκαταλέγονται στην επιστημονική ελίτ της Ευρώπης. Δεν είναι ο κανόνας, όμως ίσως οι πηγές δύναμης που αναφέρω στην αρχή της απάντησης εξηγούν κάπως το πράγμα.
Από το κουτί με τις φωνές μέχρι το διαδίκτυο έχει διανυθεί μεγάλη πορεία σε λίγα σχετικά χρόνια. Η τεχνολογία έχει φτάσει παντού κι έχει αλλάξει τη ζωή στον ορεινό όγκο. Όσο όμως κι αν θίγεται η ρομαντική νοσταλγία του αστού, ο οποίος θα ήθελε ίσως επιστρέφοντας πού και πού στο χωριό του να το βλέπει απαράλλακτο σαν απολιθωμένο, η τεχνολογία λειτούργησε απελευθερωτικά για το άτομο, το οποίο σε έναν βαθμό μπορεί πλέον να αντιστέκεται στην ισοπεδωτική βούληση του κοινωνικού περίγυρου. Η ορεινή κοινωνία γίνεται πιο ανοιχτή. Για να μη μιλήσω για τον υλικό καθημερινό βίο, ο οποίος έχει διευκολυνθεί σημαντικά.
φού αγοράσατε το σπίτι, γράφετε, βρήκατε έξω σκουπίδια από σημαντικά πράγματα του σπιτιού. Δεν υπάρχει ενδιαφέρον για αντικείμενα του παρελθόντος;#
Η ιστορία αυτή αποτελεί συγγραφικό εύρημα, για να συνδεθούν μεταξύ τους τα διηγήματα που ακολουθούν και μια σκόπιμα άτεχνη προσπάθεια να φανεί ότι δεν έχω καμιά σχέση με τους ήρωες του βιβλίου, άτεχνη για να μείνει τελικά ανοιχτό το θέμα αν έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία η ιστορία ή όχι. Συνάμα δείχνει τον παλιό κόσμο να μετατρέπεται σε σαρίδια και να απομένουν ελάχιστα ίχνη του. Προσωπικά με ενδιαφέρουν πολύ αντικείμενα του παρελθόντος, μολονότι όσο μεγαλώνω μειώνεται ο ρόλος τους στη ζωή μου, καθώς αντιλαμβάνομαι ότι το παρελθόν μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, το φέρουμε σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη μορφή, ενώ τα αντικείμενα αποτελούν τελικά απλά κτερίσματα.
Νομίζω ότι γι’ αυτήν είναι πολύ απόμακρη, καθώς ο κόσμος αλλάζει στην εποχή τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα, επομένως δεν υπάρχει σημείο επαφής. Κάποιους νέους όχι μόνο δεν τους αγγίζει συναισθηματικά εκείνη η εποχή, αλλά δεν την κατανοούν συνάμα.
Διαφέρουν τα συναισθήματα ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία της και την εξέλιξη της ζωής της. Υπάρχουν γυναίκες που προσαρμόστηκαν αγόγγυστα στον προδιαγεγραμμένο ρόλο, άλλες που θλίβονταν για την κακή τους τύχη υπομένοντάς την κι άλλες που προσπάθησαν, σαν την ηρωίδα μου, να ξεπεράσουν στον βαθμό του εφικτού την απαγόρευση. Οι δομές διαδραματίζουν γενικά καθοριστικό ρόλο, όμως ο κόσμος αλλάζει χάρη σε εκείνους που προκαλούν ρωγμές στις δομές.
Πορεύεται με τις αξίες της εποχής του αυτός ο κόσμος, όπως κι ο σημερινός με τις αξίες της δικής του. Σε εκείνη την εποχή οι άνθρωποι περισσότερο δρούσαν και λιγότερο μιλούσαν, στις μέρες μας συμβαίνει το αντίστροφο. Είναι ίσως και ζήτημα προτεραιοτήτων που τίθενται εκ των πραγμάτων: όταν προέχει ο αγώνας για την επιβίωση, ο λόγος γι’ αυτόν και γι’ άλλα πολλά αποκτά δευτερεύουσα αξία.
Ένιωσα συγκίνηση που ακούστηκαν οι φωνές των ανθρώπων δίχως φωνή και που το βιβλίο λειτούργησε σαν γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ ιστορικών εποχών και γενεών. Κατά τα άλλα, θεωρώ ότι ο συγγραφέας ως φυσικό πρόσωπο οφείλει να είναι ταπεινός, καθώς φρονώ ότι το έργο τέχνης δεν είναι δικό του γέννημα, αλλά εκείνος αποτελεί ένα είδος παρένθετης μητέρας που διαθέτει τη μήτρα-χέρι του, για να γράψει κάποια απροσδιόριστη μεταφυσική δύναμη την ιστορία της. Μπορείτε να την αποκαλέσετε και μούσα, όπως ο Όμηρος. Ίσως ακούγεται παράδοξο αυτό από το στόμα ενός ορθολογιστή, όμως εξηγούνται όλα με τον ορθό λόγο; Νομίζω ότι αν εξηγούνταν, η τέχνη δεν θα είχε καμιά θέση και νόημα στη ζωή μας.
