Αναρτήθηκε στις:26-04-23 11:39

Συνέντευξη του Γιώργου Τούλα στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Οι ήρωες μου είναι άνθρωποι που όσο και αν ήλπισαν ότι κάποιο φως θα φωτίσει και τη δική τους ζωή δεν τα κατάφεραν να ζήσουν αυτή την ανατροπή



Ο Γιώργος Τούλας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1966. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες με ειδίκευση στα ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το καλοκαίρι του 1988, σε ραδιόφωνα, εφημερίδες και περιοδικά. Το 1989 εξέδωσε την parallaxi, το παλαιότερο free press σε κυκλοφορία στην Ελλάδα. Το 2010 ίδρυσε το πείραμα αστικής παρέμβασης «Η Θεσσαλονίκη Αλλιώς», στο πλαίσιο του οποίου έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες δράσεις αστικού ακτιβισμού. Από το 1994 διατηρεί εκπομπή στην πρωινή ζώνη του 95,8 FM της ΕΡΤ3. Από τις εκδόσεις Επόμενος Σταθμός κυκλοφορεί το αντιρατσιστικό παραμύθι του Ο Τσουρέκης που τον έλεγαν Ελία.

Ποιο ήταν το έναυσμα για να γράψετε το βιβλίο «Μακρινές γειτονιές», εκδόσεις Πόλις;


Είναι δώδεκα διηγήματα γραμμένα σε διάστημα είκοσι χρόνων. Τα περισσότερα σε εποχές θλίψης και για αυτό κουβαλάνε ίσως ένα ιδιαίτερο βάρος που αποτυπώνεται στις αφηγήσεις του. Αφορμή για τη συγγραφή τους ήταν μια σειρά εικόνες, μνήμες ή πληροφορίες με τη μορφή μικρών ειδήσεων που μου έκαναν εντύπωση. Ήταν πάντα προτεραιότητα μου να παρατηρώ τους αόρατους ανθρώπους που οι ζωές τους δεν απασχολούν τους πολλούς, ή και σχεδόν κανέναν. Ιστορίες ελάσσονος σημασίας ανθρώπων με αχνό αποτύπωμα στον κόσμο. Το υλικό προέρχεται από προσωπικές μνήμες μιας Θεσσαλονίκης που εντοπίζεται στη δεκαετία του εβδομήντα, άλλες από αυτές στην επαρχία των 90ς, στιγμές από μια εποχή αναζήτησης και ενηλικίωσης, από παρατήρηση μικρών τραγωδιών που δεν έγιναν ποτέ υλικό ενός συλλογικού πένθους, και το πολύ-πολύ να κέρδισαν μερικές λέξεις στο δελτίο των δώδεκα ή ένα μονόστηλο σε μια εφημερίδα. Δεν έχουν ίχνος δόξας αυτές οι ιστορίες, ίχνος δικαίωσης. Τα φινάλε των ιστοριών είναι μάλλον έντονα δραματικά. Κουβαλάνε ματαίωση. Ακύρωση. Ήττα. Οι ήρωες μου είναι άνθρωποι που όσο και αν ήλπισαν ότι κάποιο φως θα φωτίσει και τη δική τους ζωή, θα αλλάξει μια πορεία πτώσης, δεν τα κατάφεραν να ζήσουν αυτή την ανατροπή.

«Στο τέλος του παιχνιδιού πεθαίνει ο παππούς Χριστούγεννα. Ο παππούς ανήκει στην παλιά γενιά που πάλευε για τη βιοπάλη μέσα από το καφενείο. Σήμερα υπάρχουν τέτοια παραδείγματα στην κοινωνία μας όπως του παππού;


Νομίζω ότι υπάρχουν εκατοντάδες τέτοια παραδείγματα ανθρώπων που παλεύουν κάθε μέρα. Παρατηρώ στην καθημερινότητα ανθρώπους που δοκιμάζονται σκληρά. Που τίποτε δεν τους χαρίζεται. Ειδικά τους μετανάστες που προσπαθούν σκληρά να βρουν εδώ μια νέα αρχή, ένα σημείο εκκίνησης. Είναι οι γυναίκες που καθαρίζουν τα σπίτια μας, οι εργάτες στα χωράφια, εκείνοι που νοικιάζουν τα παλιά υπόγεια στις πρώην αστικές γειτονιές των κέντρων των μεγάλων πόλεων που εγκαταλείφθηκαν από τους παλιούς κατοίκους τους που έφυγαν στα προάστια. Τους βλέπω να κάθονται τα καλοκαίρια έξω από τις εισόδους των πολυκατοικιών να πάρουν αέρα, στα πάρκα να παίζουν κανένα ταβλάκι, στις κοντινές θάλασσες να κάνουν καμιά βουτιά με το αστικό. Στα σούπερ μάρκετ ευκαιριών να μετρούν τα λιγοστά τους χρήματα στο ταμείο.

«Στο σπίτι του Αμπατζόγλου», μιλάτε για τις μετακομίσεις. Ποιος είναι ο λόγος που πολλές οικογένειες παλαιότερα μετακινούνταν;


Η μετακόμιση είναι κυρίαρχη μεταφορικά ή και κυριολεκτικά σε πολλές ιστορίες του βιβλίου. Είναι συμβολική και σήμαινε μια νέα αρχή, μια ανανέωση. Η εποχή της συγκεκριμένης ιστορίας είναι η εποχή του εβδομήντα που νέες πολυκατοικίες ξεπηδούσαν στις πόλεις δίνοντας τη δυνατότητα ανέσεων που τα παλιά προσφυγικά σπίτια δεν διέθεταν.

Ωραία η περιγραφή που κάνετε για τις κοινωνικές συναναστροφές στην γειτονιά για τη φτωχική ζωή και την καθημερινότητα. Που έβρισκαν οι νέοι τη δύναμη και έκαναν όνειρα;


Βγαίνοντας από μια περίοδο ισοπέδωσης και μεγάλης φτώχιας η χώρα παρείχε πια μοιραία το καύσιμο της ελπίδας. Στη συγκεκριμένη εποχή όφειλες να ελπίζεις. Δεν είχε πιο κάτω. Αντίθετα με την τελευταία δεκαπενταετία που ζούμε, που οι διαρκείς ματαιώσεις, οι ακυρώσεις, οι οπισθοχωρήσεις στα κεκτημένα, στερούν κάθε δυνατότητα ελπίδας από τους νέους που οδηγούνται μοιραία στην εγκατάλειψη της χώρας.

Στο διήγημα «Ένα φύσημα», γράφετε για ένα μικρό παιδί που έχει πρόβλημα υγείας με την καρδιά του. Δεν είναι δύσκολο για ένα νέο να μεγαλώνει με πρόβλημα υγείας;


Το διήγημα αυτό είναι αυτοβιογραφικό. Περιγράφω τα δικά μου παιδικά χρόνια. Μου κατέστη σαφές πολύ πολύ νωρίς ότι πάσχω από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που πιθανά θα μου στερούσε εκτός από απολαύσεις που είχαν άλλοι και την ίδια μου τη ζωή. Εξοικειώθηκα με την απειλή και προσπάθησα να την αναποδογυρίσω θεωρώντας κάθε μέρα μια κερδισμένη μέρα. Όταν πια ο καιρός προχώρησε και μαζί η ιατρική και ήρθε ο καιρός της αποτελεσματικής αντιμετώπισης φαντάζεστε ότι το δώρο ήταν αναπάντεχο. Θωρακίζεσαι όταν μεγαλώνεις με μια τέτοια απειλή. Ωριμάζεις γρήγορα και κυρίως γίνεσαι ευγνώμων απέναντι στο δώρο της ζωής.

«Εκατό παρά κάτι», μια εύθυμη αφήγηση. Όλοι στην οικογένεια περιμένουν να φτάσει η γιαγιά τα εκατό χρόνια. Με ποιο τρόπο καταφέρνει κάποιος να γίνει υπέργηρος στη σημερινή κοινωνία;


Σήμερα γίνεται κανείς υπέργηρος χάρη στην πρόοδο της επιστήμης. Φτάνει σε μεγάλες ηλικίες λόγω της πρόληψης και της αντιμετώπισης. Παλαιότερα, στην εποχή της δικής μου γιαγιάς ήταν θέμα κράσης και γονιδίων. Άνθρωποι της δικής της κράσης ήταν ξεχωριστοί και κάποια στιγμή μάλιστα σχεδόν βαριόταν τη ζωή γιατί όλοι οι δικοί τους άνθρωποι είχαν φύγει…

«Στο έπινε», κάποιος άντρας το ρίχνει στο ποτό. Δεν μπορεί να ξεχάσει κάτι που του συνέβη. Θα μπορούσε να γλιτώσει την αυτοκαταστροφή;


Σε κάποιες περιπτώσεις η διαχείριση της τραγωδίας είναι δυστυχώς αυτοκαταστροφική. Αυτοτιμωρητική. Είναι μονόδρομος. Η άντληση της δύναμης, η συμφιλίωση με την απώλεια μοιάζει αδύνατη.

Πώς συνδυάζετε τη δημοσιογραφία με τη συγγραφή;


Εργάζομαι ως δημοσιογράφος 35 χρόνια και συχνά τα κείμενα μου έχουν ισχυρή δόση αφήγησης. Μάλιστα μια δυο από τις ιστορίες αυτές, όπως το ‘’Κορίτσι με τη φούστα’’ είχαν δημοσιευτεί σε έντυπα. Αγαπώ πολύ την παρατήρηση και αυτή γεννά εικόνες ικανές να περιγραφούν συνεπώς ήταν σχετικά εύκολο να το επιχειρήσω.

Διάβασα στο βιογραφικό σας ότι ασχολείστε με τον ακτιβισμό. Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για τις δράσεις σας;


Το 2010 γιορτάζοντας τα 20 χρόνια της parallaxi, του παλαιότερου σε κυκλοφορία free press στην Ελλάδα, που εκδίδουμε στη Θεσσαλονίκη από το 1989 και καθώς η κρίση θέριευε είχα την ιδέα να ξεκινήσω μια δράση που θα είχε νόημα για την πόλη μου, αντί να κάνουμε ένα εορταστικό πάρτι. Έτσι γεννήθηκε το ‘’Θεσσαλονίκη Αλλιώς’’ ένα πείραμα αστικού ακτιβισμού σε εξέλιξη, που έκτοτε έχει διοργανώσει εκατοντάδες δράσεις. Από παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο, ανάδειξη με διαδραστικό τρόπο της ιστορίας της πόλης, μετακλήσεις πετυχημένων πολεοδόμων, δημιουργία πάρκων, murals, μεταμορφώσεις κοινωφελών ιδρυμάτων, εκθέσεις και πολλά άλλα.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ