Αναρτήθηκε στις:16-03-23 16:29

Συνέντευξη του Γιάννη Πανούση στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ο σεβασμός στη μνήμη και η -έστω μετά θάνατον- τιμή σε κάποιες προσωπικότητες είναι απαραίτητα στοιχεία της συνέχειας του έθνους



Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Μεγάλωσε στον Κολωνό και στο Λόφο Σκουζέ. Σπούδασε στη Νομική Αθήνας (πτυχίο), στο τμήμα Πολιτικών επιστημών (πτυχίο) κι αναγορεύθηκε διδάκτωρ στο Πουατιέ της Γαλλίας(1978).Δίδαξε ως καθηγητής εγκληματολογικά μαθήματα στη Νομική του Δ.Π. Θράκης(1978-1997) και στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ(1997-2012).Εξελέγη Πρύτανης του ΔΠΘ(1997) και βουλευτής ΔΗΜΑΡ(2012-14). Έχει δημοσιεύσει 20 βιβλία και 300 άρθρα εγκληματολογικού/σωφρονιστικού περιεχομένου και συμμετείχε σε δεκάδες νομοπαρασκευαστικές επιτροπές και σε επιστημονικούς φορείς. Με το ψευδώνυμο Γιάννης Απαρθινός έχει δημοσιεύσει 4 ποιητικές συλλογές(1975, 1977, 1978, 1984, εκδόσεις Διογένης) και τρεις με το όνομά του: Μοιρόγραφτο(2018, εκδόσεις Ι. Σιδέρης) - Οροθέσιον ή Υπερόριον; (2021, εκδόσεις Ι. Σιδέρης) - Το πλοίο δεν έπιασε λιμάνι (Γράφημα 2022) και συμμετέχει με 24 ποιήματα στο συλλογικό «4Χ4» (μαζί με Κ. Κρεμμύδα, Τρ. Κωτόπουλο και Ν. Φωτόπουλο) (εκδ.Α-Ω , 2021). ‘Εχει εκδόσει ένα θεωρητικό βιβλίο «Δίκαιο και άδικο, αθώοι και ένοχοι, Καλό και Κακό στην αστυνομική μυθοπλασία» (Παπαζήσης 2021), καθώς και ένα βιβλίο με αστυνομικά διηγήματα «Ο Φάνης Κρέμος αναλύει κι επιλύει αστυνομικά αινίγματα» (Κύφαντας).


Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;


Στα χρόνια της εφηβείας μου διάβαζα πολύ, κυρίως λογοτεχνία και πολιτικά δοκίμια.Από λογοτεχνία είχα ξεσκονίσει Αντ.Σαμαράκη, Μ.Καραγάτση, Μ.Λουντέμη, από ξένους Ντοστογιέφσκι, Ντίκενς, Μπωντλαίρ, από ποιητές Πατρίκιο, Αναγνωστάκη, Ρίτσο, Καρυωτάκη κι από σύγχρονους Κ. Σοφιανό, Γ.Πατίλη, Μ.Γκανά, Κ.Μαυρουδή, Γ.Κοντό κ.ά

Και η πρώτη σας επαφή με την ποίηση;


Το 1974, υπηρετώντας στρατιώτης(αφού έκανα θητεία 30 μηνών) ήρθα σ’ επαφή μ’ έναν κύκλο νέων ποιητών κι έγραψα την πρώτη μου ποιητική συλλογή «Χώρος ευθύνης» (Διογένης - Κ.Κουλουφάκου) 1975 με το ψευδώνυμο Γιάννης Απαρθινός (για ευνόητους λόγους).

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;


Στη συνέχεια δημοσίευσα, με το ίδιο ψευδώνυμο, άλλες τρεις ποιητικές συλλογές στον ίδιο εκδοτικό οίκο (Αγρύπνια, 1977 - Αμφίκυκλος χρόνος, 1979 - Τηλεθάνατοι, 1984). Το 2018 εκδίδεται, για πρώτη φορά με το όνομά μου, η ποιητική συλλογή «Μοιρόγραφτο» (εκδόσεις Ι. Σιδέρης) και το 2021 η δεύτερη «Οροθέσιον ή υπερόριον;» (εκδόσεις Ι. Σιδέρης). Η τρίτη συλλογή «Το πλοίο δεν έπιασε λιμάνι» (εκδόσεις Γράφημα 2022), ήρθε να συμπληρώσει τις προηγούμενες ή καλύτερα να προβάλλει μία σχετικά γκρίζα περίοδο της ζωής μου, με την έννοια των αναστοχασμών και της επανεκτίμησης προσώπων και καταστάσεων.

Γράφετε: «Κάθε σπίτι/διαθέτει πάντοτε/και μία πίσω πόρτα ». Για πιο λόγο πρέπει να διαθέτει ένα σπίτι δυο πόρτες;


«Κάθε σπίτι διαθέτει δύο πόρτες...» σημαίνει ότι στον καθένα μας συν-υπάρχουν δύο πρόσωπα( προσωπεία;), το φωτεινό και το σκοτεινό. Αυτά τα προσωπεία μας ωθούν σε φανερές και κρυφές πράξεις(αυτές τις τελευταίες δεν θέλουμε να τις δούνε οι άλλοι γι’ αυτό φεύγουμε από την πίσω πόρτα).

Λέτε: «Ποτέ δεν κατανόησα/αυτούς που επιθυμούν μετ’ επιτάσεως/ να τους στήσουν άγαλμα, ή έστω ανδριάντα, μετά θάνατον». Γιατί η κοινωνία στήνει αγάλματα σε μερικούς θανόντες;


Ο σεβασμός στη μνήμη και η - έστω μετά θάνατον - τιμή σε κάποιες προσωπικότητες είναι απαραίτητα στοιχεία της συνέχειας του έθνους, της δικαίωσης της προσφοράς κι εντέλει την προαγωγής της κουλτούρας μιας χώρας. Αυτό όμως αφορά την Πολιτεία κι όχι τον τιμώμενο(ιδίως αυτόν που αρέσκεται να τιμάται εν ζωή).Δεν είναι τα αγάλματα, οι προτομές ή τα πορτρέτα στα μουσεία και στις μεγάλες αίθουσες συνεδριάσεων που δικαιώνουν την πορεία και τις επιλογές μας

Διαβάζουν σήμερα οι Έλληνες ποίηση;


Σε γενικές γραμμές, όχι. Παραμένει μία περιστασιακή ενασχόληση, ίσως κι ένα χόμπι, για τους μη-μυημένους πολίτες κι ένα εργαλείο δουλιάς/ έκφρασης και τέχνης για τους συγγραφείς εξ επαγγέλματος.

Άρα η έκδοση ενός βιβλίου εξακολουθεί να είναι η ασφαλέστερη οδός;


Δεν υπάρχει «ασφαλής οδός» στο χώρο της ποίησης. Ούτε για τον ποιητή, ούτε για τον εκδότη, ούτε για τον αναγνώστη. Όλα κινούνται στο πεδίο της ευμενούς κοινωνικής συγκυρίας, της ευαισθησίας των ανθρώπων του πολιτισμού ή της ενθάρρυνσης της Πολιτείας.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ποιητές;


Από τους συνομήλικους μου, όσους ανέφερα παραπάνω, μαζί με τους Α. Φωστιέρη, Στ. Σταυρόπουλο, Α. Μακρυδημήτρη, Γ. Βέη, Κ. Κρεμμύδα, Ν. Φωτόπουλο, Δ.Πιστικό, Ελ. Μπουκαούρη, Μ. και Δ. Καραμβάλη, Σ. Σαράκη, Α. Μαρνέρο, Ντ.Σιώτη και άλλους εξαιρετικούς που μου διαφεύγει τώρα το όνομά τους. Από τους παλαιότερους Κ. Καβάφη, Μ. Σαχτούρη, Ν. Βρεττάκο, Κ. Δημουλά και άλλοι. Από τους ξένους διαβάζω και πάλι τους «καταραμένους ποιητές».

Ποια ήταν η αφορμή να εκδοθεί η ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Το πλοίο δεν έπιασε λιμάνι», εκδόσεις Γράφημα;


Μετά την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής που φέρει το όνομά μου (Μοιρόγραφτο, εκδ. Ι. Σιδέρης 2018) κι όχι με το ψευδώνυμο (Γιάννης Απαρθινός), με το οποίο είχα εκδώσει τις προηγούμενες 4 συλλογές, μάλλον πήρα θάρρος κι αποφάσισα να επικοινωνήσω και πάλι - μέσα από τα ποιήματά μου - με ανθρώπους που με αγάπησαν και με πίστεψαν, αλλά και με όσους με έχουν ξεχάσει. Πάντοτε αναρωτιόμουνα αν η Ποίηση (πρέπει να) θέτει όρια ή (οφείλει να) κινείται πέραν των ορίων (λογοτεχνικών, ιδεολογικών ή και ηθοπλαστικών). Απάντηση δεν έχω δώσει ακόμα. Σε κάθε περίπτωση κι ανεξάρτητα από το τι πιστεύουν οι ποιητές και οι αναγνώστες επί του θέματος, η νέα μου ποιητική συλλογή «Οροθέσιον ή Υπερόριον;» δεν φιλοδοξεί να μεταπλάσει το βίωμα και την εμπειρία σε ψευδαισθήσεις/ παραισθήσεις της μετάλλαξης της hard πραγματικότητας σε soft στίχους. Τα ποιήματά μου δεν εξωραΐζουν το χθες, δεν ωραιοποιούν το σήμερα και προφανώς δεν υποκύπτουν στον πειρασμό να προβλέψουν το αύριο. Με άλλα λόγια δεν ψεύδονται. Άλλωστε συχνά η πραγματικότητα - ακόμα και η λογοτεχνική τοιαύτη - υπερβαίνει τις σκέψεις του δημιουργού των στίχων, όσο κι αν αυτός θέλει να παίζει με το ασυνείδητο και τις φαντασιώσεις (τις δικές του και των άλλων). Έχω σε πολλές ευκαιρίες δηλώσει ότι δεν θεωρώ τον εαυτό μου διανοούμενο και κυρίως δεν ανήκω στην - κατά Ντίνο Χριστιανόπουλο - κατηγορία των κουλτουριάρηδων. Επειδή λοιπόν δεν υπηρετώ κάποια ετερογένεια των σκοπών, ούτε επιθυμώ να ταυτισθώ με τα πρόσωπα των ποιημάτων μου, ούτε να μετατρέψω έναν ψυχικά, πάντοτε οδυνηρό, εσωτερικό μονόλογο σε δημόσιο διάλογο με μεταφυσικές ερμηνείες, αρνούμαι το ρόλο του maître à penser, δηλαδή του χειριστή συνειδήσεων ή του κήρυκα του Σωστού/Λάθους. Η ποίησή μου δεν αποτελεί ένα είδος «Άνοιξε Σουσάμι», όπου ο αναγνώστης θα βρεθεί ενώπιον μυθικών θησαυρών τέχνης και λόγου. Απλώς ελπίζω κάποιοι φίλοι να συνεχίσουν να με διαβάζουν και να με αγαπάνε, γι’ αυτό που είμαι, γι’ αυτά που περιγράφω αλλά κυρίως για όσα έχω διαπράξει στη ζωή μου.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ