«Εκρηκτικά Άτομα»: Μια καθηλωτική σύμπραξη Επιστήμης και Τέχνης στην καρδιά της Άρτας
Πρωτοβουλία για ίδρυση Συλλόγου Πασχόντων από Σκλήρυνση κατά Πλάκας – Συνάντηση στις 27 Απριλίου
Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης

Ο Αριστείδης Καλάργαλης γεννήθηκε στον Σκόπελο Λέσβου το 1959. Σπούδασε Παιδαγωγικά, Τεχνολόγος Μηχανικός και επιμορφώθηκε στη Συμβουλευτική. Είναι διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Δίδαξε στη Μέση και στη Δημοτική Εκπαίδευση. Εργάστηκε στο δημόσιο και ιδιωτικό ραδιόφωνο ως δημοσιογράφος και δημιουργός εκπομπών, με αντικείμενο το βιβλίο και τη λογοτεχνία. Από το 1989 δημοσιεύει δοκίμια, επιφυλλίδες κοινωνικού σχολιασμού, παρουσιάσεις βιβλίων σε εφημερίδες και περιοδικά της Λέσβου, και κατά περιόδους της Αθήνας. Από το 2014 γράφει κείμενα στην Εφημερίδα των Συντακτών. Έχει δημοσιεύσει, επίσης, βιβλία με ποίηση, δοκίμια και μελέτες.
Άρχισα να διαβάζω «εξωσχολικά», λογοτεχνικά βιβλία από τη Δευτέρα Δημοτικού. Τότε ο δάσκαλός μας, ο κ. Ερμόλαος, μας παρότρυνε να διαβάζουμε τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης. Πρώτο βιβλίο που διάβασα ήταν μια ιστορική, μυθιστορηματική παρουσίαση της ζωής του Θησέα. Κι ακολούθησαν σχεδόν όλα τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης. Τα πρώτα βιβλία που απόκτησα ήταν «Οι μεγάλες προσδοκίες» του Κάρολου Ντίκενς (διασκευασμένο για παιδιά), δώρο της γιαγιάς μου, το οποίο ζήτησε να μου φέρει κάποιος φοιτητής, «Ο μικρός Ροβινσών Κρούσος» κι «Ο γύρος του κόσμου» του Βερν. Στη συνέχεια διάβασα όποιο βιβλίο δανειζόταν ο παππούς μου, ο Χρήστος, από την κινητή βιβλιοθήκη της Δημόσιας Βιβλιοθήκης Μυτιλήνης. Κάτι που έχει σταματήσει να γίνεται εδώ και χρόνια.
Ποίηση άρχισα να διαβάζω και να γράφω μετά την αποφοίτηση από το Λύκειο. Μέχρι τότε η προσέγγιση ήταν μόνο για διδασκαλία, εξετάσεις και βαθμολογία, κατά τη γνωστή, ανεπίτρεπτη ερώτηση «τι θέλει να πει ο ποιητής». Οπότε ήμουν απόμακρος της ποίησης.
Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
Άρχισα να γράφω γύρω στην ηλικία των δεκαπέντε χρονών, μικρά πεζά, μιμούμενος το ύφος του Παπαδιαμάντη, κι ένα μεγαλύτερο• μια περιπέτεια παιδιών που έζησαν ένα καλοκαίρι μέσα σε έναν ελαιώνα της Λέσβου. Και τα δύο τα έχασα σε κάποια μετακόμιση.
Στίχους, ποιήματα έγραφα από τα δεκαοχτώ μου, αλλά τα κρατούσα για μένα, ούτε σε φίλους δεν τα έδωσα για ανάγνωση. Ποιήματα πρωτοδημοσίευσα σε ηλικία 26 χρονών, ταυτόχρονα στο περιοδικό Λόγου και Τέχνης «Αιολικά Φύλλα» της Λέσβου, όπου συντακτική επιτροπή ήταν, μεταξύ των άλλων, ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης• και στο περιοδικό «Γέρα», όπου τα έκρινε ο αείμνηστος φιλόλογος και συγγραφέας Τάκης Πανταζής.
Μερικά από τα ποιήματα της συλλογής τα είχα κυκλοφορήσει με τη μορφή δίπτυχων, πλαισιωμένα με έργα φίλων ζωγράφων. Αυτά τυπώθηκαν σε μικρό αριθμό. Τα δίπτυχα, ως λυτά, χάνονται. Έτσι ακολούθησε η έκδοσή τους σε συλλογή. Ισχύει και το κλασσικό, να εκφραστώ, να ταξιδέψουν οι στίχοι, να φτάσουν σε άλλους, γνωστούς και άγνωστους. Ο εκδότης των εκδόσεων «Εύμαρος», ο κ. Πέτρος Κακολύρης, δέχτηκε να τα δει και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα τα ενέταξε στις εκδόσεις της χρονιάς.
Όποιος εκφράζεται με τον γραπτό λόγο, άρα και με την ποίηση, καθώς και με τη ζωγραφική, τη μουσική ανοίγει, μεταξύ των άλλων, κι ένα παράθυρο του εσωτερικού του κόσμου. Ενώ ταυτόχρονα ένα άλλο μέρος παραμένει κλειστό, όχι εξεπιτούτου, αλλά γιατί η ποίηση είναι ελλειπτική έκφραση. Οι στίχοι των ποιητών φανερώνουν έναν άλλο κόσμο, εκτός αυτού της καθημερινής τους ζωής. Για αυτό αρκετοί χρησιμοποιούν ψευδώνυμο. Ο ποιητής δεν έχει καμία σχέση με το άτομο που αναφέρουν τα ληξιαρχεία κι η ταυτότητά του.
Ο λόγος των ποιητών, οι στίχοι, είναι ταυτόχρονα αέρας που φεύγει, αλλά και καρφιά δίχαλα. Εξαρτάται από τον αποδέκτη, τον αναγνώστη, αν θα επιτρέψει οι στίχοι να μπουν στον δικό του κόσμο, στην ψυχή του, να του μιλήσουν. Το να παρέμβουν οι ποιητές στην κοινωνία, είναι μεγάλος λόγος. Αναρωτιέμαι, θέλει η κοινωνία να παρέμβουν κάποιοι, ή είναι ικανοποιημένη με ότι συμβαίνει; Κι όμως η ποίηση μπορεί να είναι καταφύγιο, του καθενός μας, φτάνει να αφήσει ελεύθερο τον εαυτό του. Κάποια, πολλά, μέλη της κοινωνίας μας δεν θέλουν να ακούσουν κάτι διαφορετικό, να αλλάξει κάτι, να δρομολογηθεί στον μικρόκοσμό τους και περισσότερο στις δομές της κοινωνίας. Ισχύει το «καλά είμαστε, μην τα σαλαγάς». Παρ’ όλα αυτά η ποίηση είναι καταφυγή, όσων αφήνονται σ’ αυτή. Και ταυτόχρονα οι ποιητές μέσω των στίχων παρεμβαίνουν, αργά ή γρήγορα στην κοινωνία, κι ας μην το επιθυμούν κάποια από τα μέλη της.
Νομίζω ότι, περισσότερο αγοράζουν βιβλία ποίησης, ειδικά των παλιών, γνωστών και καταξιωμένων ποιητών, παρά διαβάζουν. Βέβαια δεν γνωρίζουμε επακριβώς τις προτιμήσεις των αναγνωστών. Ξέρουμε, εμπειρικά, ότι οι αναγνώστες βιβλιοθηκών σπανίως δανείζονται βιβλία ποίησης από τις βιβλιοθήκες. Προτιμούν την πεζογραφία, κι από αυτή τα κάθε μορφής μυθιστορήματα, ούτε τα διηγήματα δεν επιλέγουν για ανάγνωση. Στις μέρες μας έχουμε και την ανάγνωση, μέσω ηλεκτρονικών μέσων. Εκεί παρουσιάζεται ένα γνωστό ποίημα, οι στίχοι που δένουν με κάποιο επίκαιρο γεγονός της καθημερινότητας. Παρουσιάζεται ως ποιητικό τσιτάτο. Αλλά αυτό δεν είναι ανάγνωση.
Δεν ξέρω πόση ασφάλεια παρέχει η έκδοση ενός βιβλίου. Πάντοτε ο κάθε είδους «γραφιάς» είναι ανασφαλής, εκτεθειμένος σε όλους. Μετέωρος ανάμεσα στις σκέψεις του και στη μεταφορά στο χαρτί. Μετά την έκδοση ο δημιουργός συναντά πλήθος εμπόδια. Όσοι ζούμε εκτός Αθηνών δεν έχουμε τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης, όχι σε κέντρα, αλλά ούτε σε κουκίδες. Μου έλεγε ο εκδότης τής προηγούμενης συλλογής μου «Άρη τη συλλογή σου την έστειλα σε πάρα πολλούς, ένας κάπως την παρουσίασε». Εκδίδονται τόσο πολλά βιβλία, που τα περισσότερα «χάνονται» μετά το τυπογραφείο. Ξέρετε πια είναι η μεγαλύτερη χαρά; Όταν επικοινωνήσει κάποιος άγνωστος μαζί σου, γιατί βρήκε ενδιαφέροντα στοιχεία σε βιβλίο σου ή του άρεσε το γράψιμό σου.
Διαβάζω ποίηση πολλών ποιητών, νέων και άγνωστων. Συχνά αγοράζω μια συλλογή κάποιου αγνώστου, ή τη νέα κάποιου. Κάθε τόσο ανατρέχω στους Σεφέρη, Καβάφη, Ρίτσο, Ελύτη, Σαραντάρη, Σικελιανό, Πατρίκιο, Λειβαδίτη, Βαρβιτσιώτη, Δημουλά, Καββαδία και σε πολλούς άλλους. Συνήθως διαβάζω, παράλληλα, ποιήματα δυο τριών ποιητών. Μπορώ να πω πως έχω αγαπημένα ποιήματα και αγαπημένους στίχους πολλών ποιητών, στα οποία επανέρχομαι και τα εντάσσω όταν γράφω κείμενα καθημερινότητας.
