CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας
Ημερήσια διάταξη Επιτροπής Περιβάλλοντος – Συνεδρίαση στις 7 Μαΐου

Η Βίβιαν Στεργίου γεννήθηκε το 1992 στα Τρίκαλα. Σπούδασε νομική στην Αθήνα και στην Ουτρέχτη. Είναι υποψήφια διδάκτωρ στη Νομική Αθηνών, ενώ έχει εκπονήσει μέρος της έρευνάς της σε ερευνητικά ιδρύματα της Γερμανίας. Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί επίσης η συλλογή διηγημάτων της Μπλε υγρό (2017, Βραβείο Μένης Κουμανταρέας της Εταιρείας Συγγραφέων).
Δε συμβαίνει κάτι καινούργιο. Απλώς προκύπτει τελικά κάτι που θεωρώ κάπως αξιόλογο και που θα ‘θελα να το κάνω ολοκληρωμένο βιβλίο. Αυτό προϋποθέτει ότι είμαι σε μια διαδικασία παρατήρησης, διαβάσματος και γραψίματος που σταδιακά οδηγεί στο να έχω κάποιες ιστορίες που θεωρώ ότι κάπως την παλεύουν και μετά τις δουλεύω ξανά και ξανά κι αυτό είναι όλο.
Δεν υπήρξε κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Απλώς παρατηρούσα και έγραφα. Η σκέψη που συνέχει βέβαια τα διηγήματα είναι το σώμα, η συνειδητοποίηση του ότι αυτό μάς κάνει ανθρώπους, μάς συνδέει με τους άλλους, μάς κάνει να μοιραζόμαστε πράγματα (π.χ τη φθορά, την όρεξη ή τις επιθυμίες) και συχνά μάς υποτάσσει σ’ αυτούς ή μάς απαλλάσσει από την τυραννία τους. Με κάποιον τρόπο είναι το πιο αληθινό πράγμα του κόσμου. Γι’ αυτό περιέλαβα στη συλλογή και ένα διήγημα για έναν γυναικολογικό υπέρηχο, μου φάνηκε τρελό ότι δε μιλάμε διαρκώς για τέτοια πράγματα, για το πώς πάμε στο γιατρό, για το πώς λιώνουμε απ’ την απόρριψη, για το πώς λαχταράμε να μάς δούνε έστω και μέσα σε μια ιντερνετική εφαρμογή.
Είναι τίτλος ενός από τα διηγήματα όπου ουσιαστικά η αφηγήτρια ομολογεί την ευαλωτότητά της, το γεγονός ότι πρέπει να αφεθεί έκθετη στο ενδεχόμενο να τη θέλουν ή να την απορρίπτουν. Αναφέρεται φυσικά στο δέρμα που μάς κάνει ανθρώπινους, σ' αυτό το όργανο που για να αγγίξει πρέπει να αγγιχτεί, που εκδηλώνει συναισθήματα τις πιο ακατάλληλες ώρες (Π.χ. κοκκινίζει όταν ντρέπεσαι, κάτι που ποτέ δε θα ‘κανε ο εγκέφαλος ή τα οστά). Και μετά αυτές οι παρατηρήσεις επαναλαμβάνονται κάπως παραλλαγμένες και στις υπόλοιπες ιστορίες της συλλογής που πιάνουν χίλια δυο άλλα θέματα της καθημερινότητάς μας τώρα, όπου υπάρχει ελπίζω μια σωματικότητα και μία σύνδεση με τα πιο ανθρώπινα στοιχεία μας, αυτά που ανάγονται στο σώμα μας που υποφέρει, επιθυμεί, ηδονίζεται και κάποτε τελειώνει.
Αν νιώθεις μόνος/η/ο ανάμεσα σε πολλούς. Αλλά πιο πολύ ήθελα μ' αυτήν την ιστορία να κοροϊδέψω την επιφανειακή χαρά, το να νιώθεις πολύ σπουδαίος, επειδή έχεις followers στο instagram, γεμάτος απ’ τον εαυτό σου (κάτι που έχω κάνει συχνά, εννοείται) και ήθελα να μιλήσω γι’ αυτή τη στιγμή που δεν ξέρεις τι ακριβώς να κάνεις με τη ζωή σου και πας σ' ένα πάρτι και πίνεις και στέλνεις μηνύματα και χορεύεις και πάλι δε βγάζεις άκρη.
Δεν ξέρω. Μπορεί και ναι, μπορεί και όχι. Ουσιαστικά το διήγημα μιλάει, πάλι, γι’ αυτό το ερώτημα «πού θέλω να ζω;» που είναι ένα μεγάλο ερώτημα για τη νεολαία του Νότου της Ευρώπης και που έρχεται μαζί με άλλες σπουδαίες ερωτήσεις όπως «τι θέλω να είμαι;». Αλλά προσπάθησα να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα του διηγήματος με την, ελπίζω αστεία, καθημερινότητα των άφραγκων συγκατοίκων και τον ερωτισμό που υφέρπει μεταξύ τους.
Απ' την πραγματικότητα γύρω μου.
Δε θέλω να περάσω κάποιο μήνυμα. Ας σκεφτεί ο καθένας/η καθεμία ό,τι νομίζει με αφορμή αυτά τα διηγήματα. Ελπίζω ότι είναι κοντά στην πραγματικότητα και ότι προσφέρουν απόλαυση.
Ελπίζω ναι. Εμένα μ' αρέσουν. Αυτό που μού λένε διάφοροι αναγνώστες/ αναγνώστριες που μπαίνουν στον κόπο να μού στείλουν είναι ότι βολεύει που μπορούν να διαβάζουν μια δυο ιστοριούλες ενδιάμεσα στη δουλειά που κάνουν. Εύχομαι οι Έλληνες/Ελληνίδες να 'χαν πιο πολύ χρόνο απ' τις δουλειές τους, δηλαδή εργασιακά δικαιώματα, για να διαβάζουν ή να κάνουν γενικώς αυτά που θέλουν.
Δε φταίει το ίντερνετ. Φταίει πιστεύω η έλλειψη χρόνου γενικώς, εν μέρει λόγω της διάσπασης της προσοχής απ' τις εφαρμογές στο ίντερνετ αλλά εν μέρει και για άλλους λόγους, όπως οι πολλές ώρες αναποτελεσματικής δουλειάς στην περίπτωση της χώρας μας. Φυσικά, από 'κει και πέρα ο καθένας/η καθεμία αν πραγματικά απολαμβάνει την ανάγνωση θα βρει την ώρα, για να πλουτίσει τη μέρα του/της.
Δεν είχα κάποιο πρότυπο. Όταν ήμουν μικρή διάβαζα ό,τι να 'ναι, ό,τι είχε η βιβλιοθήκη του δήμου όπου πήγαινα. Αλλάζω πρότυπα σχεδόν κάθε έξι μήνες. Δε θέλω να ‘χω πολύ θαυμασμό για έναν/μία καλλιτέχνη για καιρό, αν και ομολογώ ότι κάποιοι συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Ροθ ή η Λουσία Μπερλίν είναι τόσο αδιανόητα καλοί που είναι δύσκολο να τους ξεπεράσεις αναγνωστικά και να πας αλλού.
Κι αυτά αλλάζουν με τον καιρό. Τώρα τελευταία έχω ένα κόλλημα με την Κάρσον όπως θα καταλάβουν κι όσοι/όσες διαβάσουν το «Δέρμα». Μ' αρέσει η Λουσία Μπερλίν, κάνω σαν έφηβο που βλέπει το είδωλό του με τα διηγήματά της. Έχω ένα μόνιμο κόλλημα με τους γερμανόφωνους λογοτέχνες που έζησαν μεταξύ 1920-1940, είμαι εθισμένη στα δοκίμια που εξηγούν το τώρα και φυσικά, από σύγχρονους, εκτιμώ τη Ρούνεϊ και άλλες συγγραφείς όπως η Μάγκι Νέλσον.
