Αναρτήθηκε στις:26-10-22 10:43

Συνέντευξη του Τάσου Καραντή στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ο περισσότερος κόσμος προσέχει τους πρωταγωνιστές και παραβλέπει πολλές φορές, τους καλούς και σημαντικούς δευτεραγωνιστές



Ο Τάσος Π. Καραντής γεννήθηκε στην Σαλαμίνα. Είναι πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Κέντρου Σπουδών Νοτιανατολικής Ευρώπης. Συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά ως αρθρογράφος. Την τριετία 2001-2003 εξέδιδε στη Σαλαμίνα το περιοδικό πολιτιστικής επικοινωνίας "Ρυθμοί της Σαλαμίνας". Κυριότερα έργα του: "Εκρηγνυόμενα όνειρα" (ποιήματα), "Ανθολογία νέων Σαλαμινίων ποιητών" (συμμετοχή). "Έντεκα αρβανίτικα παραμύθια από την Σαλαμίνα", "Κουλουριώτικο γλωσσάριο. Σπάνιες και ιδιωματικές λέξεις και εκφράσεις της Σαλαμίνας", "Οι αναμνήσεις του αγωνιστή Βαγγέλη Π. Σαλματάνη, Μαρτυρίες και Τεκμήρια", Αθήνα 2005, "Εξαγνισμός" (ποιήματα) εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2005. «Αστική Γεωγραφία», εκδ. Στοχαστής, 2006, Αθήνα «Υπήκοοι», Εκδ. Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη 2008. Η συνέντευξη δόθηκε με αφορμή τη δεύτερη έκδοση (Σεπτέμβριος 2022) του βιβλίου του «Νίκος Μάθεσης, Ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου» (πρώτη έκδοση 1999), μετά από 21 χρόνια, από τις εκδόσεις Στοχαστής. Η συνέντευξη δόθηκε με αφορμή το βιβλίο του «Νίκος Μάθεσης. Ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου», εκδόσεις Στοχαστής.


Ανήκετε στην κατηγορία των συγγραφέων που γράφετε ποιήματα, βιογραφία και διήγημα. Μήπως ο συγγραφέας γράφοντας πολλά είδη κινδυνεύει να χάσει τον προσανατολισμό του και την ποιότητά του;


Ο κίνδυνος, όντως, είναι υπαρκτός. Από την άλλη πάλι, κάποιος, όπως εγώ, που ανήκει στην κατηγορία των εργατών αλλά και των εραστών της σκέψης και της γραφής, δεν μπορεί να απαλλαγεί εύκολα από έναν τέτοιο πειρασμό, ο οποίος είναι συναρπαστικός. Η κύρια ιδιότητά μου είναι αυτή του ερευνητή, κυρίως της ιστορίας, όπου η βιογραφία αποτελεί τη μεγάλη μου αγάπη. Η ποίηση και το διήγημα αποτελούν ένα αναγκαίο διάλειμμα. Είναι ταυτόχρονα βέβαια και ένας τρόπος ύπαρξης και επικοινωνίας. Πάντως θαυμάζω όλους τους συγγραφείς και καλλιτέχνες που ασχολούνται, ίσως όχι άριστα, αλλά καλά με τελείως διαφορετικά πράγματα, είναι δηλαδή δεκαθλητές.

Στο βιβλίο «Νίκος Μάθεσης, Ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου», εκδόσεις Στοχαστής αναφέρεστε σε ένα ταλαντούχο που έγινε στιχουργός χωρίς να έχει την απαραίτητη παιδεία; Αλήθεια πώς τα κατάφερε;


Οι γραμματικές γνώσεις του Νίκου Μάθεση ήταν γυμνασιακές. Ο πατέρας του δεν τον άφησε να τελειώσει το γυμνάσιο αλλά τον πήρε μαζί του στην ψαραγορά του Πειραιά. Όπως το ξέρουμε όμως όλοι, το όποιο ταλέντο δεν προέρχεται από την ξερή γνώση αλλά από την ψυχή. Και βέβαια, σε μεγάλο βαθμό, παίζει ρόλο και η εμπειρία ζωής. Οι στίχοι λοιπόν του Μάθεση, που έχουν να κάνουν με την ζωή στον προπολεμικό Πειραιά, περικλείουν μέσα τους μεγάλη εμπειρία γι’ αυτό και είναι αυθεντικοί. Ταυτίζεται σ’ αυτούς ο λόγος με το βίο, που στην περίπτωσή μας, είναι μοναδικοί και προκλητικοί και οι δύο. Αυτός λοιπόν ο ιδιαίτερος λόγος του τον έκανε πρωτοπόρο δημιουργό στο χώρο του ρεμπέτικου τραγουδιού.

«Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, τον Νίκο τον τρελάκια παιδί τζιμάνι, μάγκες μου μα κάνει καβγαδάκια». Πόσο αλήθεια έχει αυτό το τραγούδι σε σχέση με την προσωπική ζωή του Νίκου Μάθεση;


Κάποτε ο Γιώργος Νταλάρας είχε πει για τον Βασίλη Τσιτσάνη πώς ήταν καλός συνθέτης μα κακός ρεμπέτη. Ο Μάθεσης λοιπόν ήταν καλός ρεμπέτης. Έζησε μια ζωή πέρα από κοινωνικές συμβάσεις, πέρα από τα στενά όρια του φόβου του θανάτου και έδρασε κυριολεκτικά, στους ημιπαράνομους δρόμους του Πειραιά και στο τότε γκέτο της Δραπετσώνας. Ήταν ο τρελάκιας όχι μόνο του ρεμπέτικου τραγουδιού αλλά και της ρεμπέτικης ζωής. Υπήρξε περιβόητος μάγκας και νταής του Πειραιά. Από τη άλλη όμως, αυτό το αγρίμι είχε μέσα του μεγάλα αποθέματα ευαισθησίας. Γιατί αν δεν είσαι ψυχούλα πως είναι δυνατόν να γράφεις στίχους και να ζωγραφίζεις;


Ο Νίκος Μάθεσης συνεργάστηκε με τους: Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαιωάννου τον Μάρκο Βαμβακάρη και άλλους ρεμπέτες. Σήμερα το όνομά του είναι γνωστό στις νέες γενιές;


Ο Νίκος Μάθεσης υπήρξε σημαντικός γιατί ήταν αυθεντικός. Υπήρξε πρωτοπόρος στιχουργός του ρεμπέτικου τραγουδιού γι’ αυτό και όλοι οι σημαντικοί ερευνητές του χώρου (Πετρόπουλος, Σχορέλης, Κουνάδης, Χατζηδουλής) ασχολήθηκαν μαζί του. Στη ρεμπέτικη βιβλιογραφία λοιπόν είναι γνωστός. Από την άλλη η παραγωγή δεν είναι μεγάλη ή για να πω πιο σωστά, τα τραγούδια που είναι καταχωρημένα στο όνομά του είναι ελάχιστα. Έγραψε στίχους σε εκατοντάδες τραγούδια αλλά συνήθως τα χάριζε. Το μεγαλείο της ρεμπέτικης ζωής βλέπετε! Και βέβαια το ρεμπέτικο τραγούδι είχε την τύχη να έχει δύο μεγάλους ογκόλιθους τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βασίλη Τσιτσάνη. Και έτσι είναι τα πράγματα, ο περισσότερος κόσμος προσέχει τους πρωταγωνιστές και παραβλέπει πολλές φορές, τους καλούς και σημαντικούς δευτεραγωνιστές.

Το βιβλίο «Νίκος Μάθεσης, Ο θρυλικός τρελάκιας του ρεμπέτικου», είναι η βιογραφία του περιθωριακού στιχουργού που γεννήθηκε και πέθανε φτωχός, ενώ βελτίωσε την τεχνική των τραγουδιών. Γιατί η κοινωνία είναι αδιάφορη προς τους δημιουργούς;


Η κοινωνία προσέχει πάντα τους πρωταγωνιστές. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως η προσφορά του λιγότερου ξακουστού (Μάθεση) δεν είναι σημαντική. Αντίθετα προσφέρει αθόρυβα (ο κάθε καλλιτέχνης) στο χτίσιμο και στη συνέχεια, στην περίπτωσή μας, του ρεμπέτικου-λαϊκού τραγουδιού. Ο Μάθεσης κέρδισε την αθανασία με το έργο του. Ποιος σήμερα θα ακούσει τη Γάτα ή Σε διώξαν απ’ την Κοκκινιά και δεν θα το σιγοτραγουδήσει ή δεν θα το χορέψει; Άρα το στοίχημα κερδήθηκε. Πήρε τη λαϊκή βράβευση. Τώρα όσον αφορά τα βραβεία, εγώ κρατώ την στάση του ποιητή, κριτικού και δοκιμιογράφου Ζήσιμου Λορεντζάτου. Το 1998 αρνήθηκε το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου παραμένοντας πιστός. Στην άποψή του ότι οι συγγραφείς πρέπει να ακολουθούν το δρόμο τους μακριά από διακρίσεις. Τώρα, όσον αφορά τα βραβεία, εγώ κρατώ την στάση του, ποιητή, κριτικού και δοκιμιογράφου, Ζήσιμου Λορεντζάτου. Το 1998 αρνήθηκε το Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου, παραμένοντας πιστός, στην άποψή του, ότι οι συγγραφείς πρέπει να ακολουθούν το δρόμο τους μακριά από διακρίσεις.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ