Αναρτήθηκε στις:27-07-22 13:14

Συνέντευξη του Κυριάκου Αθανασιάδη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ό,τι είμαστε το χρωστάμε στους επίμονους αναγνώστες



Ο Κυριάκος Αθανασιάδης είναι συγγραφέας. Έχει εκδώσει πάνω από σαράντα βιβλία. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη, αρθρογραφεί στην Athens Voice, γράφει κριτική βιβλίου στην Book Press, είναι συνιδρυτής και ιδιοκτήτης του ιστοτόπου amagi.gr και παρουσιάζει τη βιβλιοφιλική εκπομπή Paperback στο Δημοτικό Ραδιόφωνο Θεσσαλονίκης.


Πώς ξεκινά κάθε φορά το ταξίδι συγγραφής ενός βιβλίου;


Από μια ιδέα, που σιγά-σιγά εδραιώνεται στο μυαλό του συγγραφέα, μέχρι που του γίνεται εμμονή. Κάποια στιγμή, όταν πια παίρνεις την απόφαση, η ιδέα πρέπει να γίνει σκελετός της πλοκής, και ένα πρόχειρο πραγματολογικό και ψυχολογικό προφίλ των ηρώων, μια «βιογραφία». Και κατόπιν ένα όσο πιο λεπτομερές γίνεται σχεδιάγραμμα όλου του βιβλίου. Έτσι ξεκινά κανείς.

Τι σας ώθησε να γράψετε το μυθιστόρημα «Αγκάθια και πικραλίδες» (Εκδόσεις Bell);


Πέραν της εμμονής που είπα παραπάνω, το γεγονός πως θα είχα να κάνω με δύο αντίθετα: τη μνήμη από τη μία —η μία από τις δύο πρωταγωνίστριες θυμάται τα πάντα από τη ζωή της και τα επαναφέρει διαρκώς όσο και να την πονούν, γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά— και την απουσία της από την άλλη: την άνοια. Πώς θα μπορούσα να το αξιοποιήσω αυτό; Και τι θα σήμαινε για τους ήρωές μου, και εντέλει —κυρίως αυτό— για τον αναγνώστη;

Ο τίτλος «Αγκάθια και πικραλίδες» είναι συμβολικός ή δηλώνει κάτι κυριολεκτικά;


Και τα δύο. Όπως συμβαίνει άλλωστε με όλους τους τίτλους, όλων των βιβλίων. Για το κυριολεκτικό κομμάτι: είναι τα φυτά που έτρωγε ένα αλογάκι στο χωράφι που το ’χανε δεμένο.

Δύο γυναίκες που ζουν μαζί, κοιμούνται μαζί και ξυπνούν μαζί. Υπάρχει πρόνοια για τους ανήμπορους ανθρώπους από την πολιτεία;


Το κράτος πρόνοιας είναι το θεμέλιο της Δημοκρατίας. Πάντα μπορεί να υπάρξει περισσότερη, βέβαια. Γι’ αυτό υπάρχουν οι φόροι. Και κυρίως γι’ αυτό δεν πρέπει να υπάρχουν φοροδιαφεύγοντες. Είναι ουτοπία βέβαια αυτό, εξ’ ου και προστρέχει κανείς στην οικογένεια και στις δομές της.

Η μια γυναίκα έχει Αλτσχάιμερ. Γιατί η συγκεκριμένη αρρώστια είναι η πιο δύσκολη για τους ηλικιωμένους ανθρώπους;


Είναι από τις πολύ-πολύ δύσκολες για τους ανθρώπους που φροντίζουν τους ασθενείς με Αλτσχάιμερ. Οι ίδιοι οι ασθενείς δεν έχουν πάντα μεγάλη επίγνωση των προβλημάτων τους, και κάποτε σταματούν να αισθάνονται άσχημα, ή καλά, απολύτως. Αλλά οι συγγενείς, ο περίγυρος, οι φροντιστές… αυτοί έχουν. Είναι τρομερά δύσκολο να έχεις τη διαρκή έγνοια ενός ανθρώπου που έχει χαθεί μέσα στο ίδιο του το μυαλό.

Οι συζητήσεις της νεαρής κοπέλας βοηθούν την ηλικιωμένη να θυμηθεί κάπως το παρελθόν. Μπορεί με αυτό τον τρόπο να κρατηθεί η μνήμη ή να επαναφέρει κάποια τμήματα ανάμνησης;


Δεν το ξέρουμε αυτό, η νόσος είναι πολύ σκοτεινή, και δεν έχει και θεραπεία — όχι ακόμη, τουλάχιστον. Πιθανόν να μην μπορεί να κρατηθεί τίποτε, ειδικά από ένα σημείο (από ένα «στάδιο») και μετά. Το πρόσωπο χάνεται, ο άνθρωπος καταβυθίζεται στον εαυτό του και εντέλει φεύγει, «λείπει» από το σώμα του, στην πραγματικότητα δεν είναι πια εκεί, ούτε μπορεί να επανέλθει. Αλλά η αφηγήτρια δεν το πιστεύει απολύτως αυτό, και κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να αφυπνίσει την προστατευόμενή της. Στο τέλος, ποιος ξέρει, μπορεί και να τα καταφέρει. Στα βιβλία καμιά φορά γίνονται θαύματα.

Ανάμεσα στις σκηνές μιας επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας, η Αλβανίδα τής αφηγείται και την ιστορία της δικής της ζωής από τότε που ήταν μικρή. Από το ένα δράμα στο άλλο. Δεν έχουν τέλος οι καημοί και τα βάσανα των ανθρώπων;


Όχι, δεν έχουν τέλος — απλώς άλλα είναι όντως βάσανα, και άλλα μια απλή καθημερινότητα που οι περισσότεροι τη θεωρούν πιο δύσκολη από ό,τι πράγματι είναι, περισσότερο «οριακή». Οι πραγματικά βασανισμένοι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο και όρεξη καν για να γκρινιάξουν. Απλώς πονούν, υποφέρουν, και αγωνίζονται. Για να φέρω ένα απλό παράδειγμα, από τη μία μεριά υπάρχει ο κακόμοιρος, ρηχός ανθρωπάκος που θεωρεί… πρόβλημα την αδήριτη ανάγκη να φορά μία προστατευτική μάσκα, και ωρύεται και σκίζει τα ρούχα του προξενώντας τρομερό κακό στον εαυτό τους και σε όλους τους άλλους. Και υπάρχει από την άλλη μεριά ο διασωληνωμένος. Ναι, η ηρωίδα μου (που είναι πραγματικός άνθρωπος, όλα όσα λέει έγιναν στ’ αλήθεια, ακόμη και τα πιο απίθανα) έχει περάσει πολλά. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι πέρασαν πάρα πολλά στη ζωή τους. Και πολλά τα πέρασαν εξαιτίας μας.

Μια αφήγηση τόσο αφοπλιστικά τρυφερή, που ο αναγνώστης βρίσκει και ταυτίζεται. Πότε η αφήγηση στη λογοτεχνία μάς γοητεύει και μας καθηλώνει;


Σας ευχαριστώ πολύ. Γοητευόμαστε με πολλούς τρόπους. Μπορεί να μας αρέσει η ιστορία, ο χρόνος στον οποίο εκτυλίσσεται, ή να βρίσκουμε συγκινητικά τα πάθη των ηρώων. Μπορεί να βλέπουμε τον εαυτό μας στη θέση τους, ή να τους θαυμάζουμε, ή να χαιρόμαστε που εμείς είμαστε ασφαλείς, σε αντίθεση με εκείνους. Υπάρχουν χίλιοι τρόποι για να γοητευτούμε. Όλα τα βιβλία είναι μικρά ή μεγαλύτερα παράθυρα προς τις βασικές, αρχετυπικές αφηγήσεις με τις οποίες είναι χτισμένος ο ανθρώπινος πολιτισμός. Κάθε φορά που διαβάζουμε, βλέπουμε μια όψη του ίδιου τοπίου, απλώς κοιταγμένη από άλλη μεριά. Διαβάζουμε συνέχεια την ίδια ιστορία, την ιστορία της ανθρώπινης κατάστασης. Άλλοι συγγραφείς το κάνουν καλύτερα, άλλοι χειρότερα, και όλοι όπως μπορούμε.

Τα τελευταία χρόνια η σύγχρονη λογοτεχνία έχει καταπιαστεί με κοινωνικά θέματα. Ποιος είναι ο λόγος που οι παλαιότεροι συγγραφείς το απέφευγαν να το κάνουν μέσα από τα βιβλία τους;


Η προσωπική μου εντύπωση είναι πως δεν υπάρχει κάποια θεμελιώδης αλλαγή της στάσης των συγγραφέων. Ίσως υπήρξε πριν μερικές δεκαετίες με το πολιτικό βιβλίο - μία παρένθεση που μάλλον έκλεισε, και ευτυχώς. Από την άλλη, όλες οι ιστορίες είναι κοινωνικές, με τον τρόπο της η καθεμία.

Πέρα από βιβλία για ενηλίκους γράφετε και παιδικά βιβλία. Πώς τα συνδυάζετε όλα αυτά μαζί;


Έτσι κι αλλιώς, μου αρέσει να αφηγούμαι ιστορίες. Είναι η δουλειά μου. Το κάνω με πολλή χαρά, είτε για το ένα είτε για το άλλο κοινό. Κάθε φορά που ξεκινά ένα καινούργιο βιβλίο, είναι το μόνο που με απασχολεί αναφορικά με το γράψιμο.

Είστε συνιδρυτής του πολιτικού-πολιτιστικού ιστοτόπου και διαδικτυακού ραδιοφώνου Amagi. Γιατί το ραδιόφωνο γοητεύει ακόμη τους ακροατές του;


Είναι πολύ άμεσο, υποθέτω, γι’ αυτό. Και, τρόπον τινά, απευθύνεται σε κάθε μεμονωμένο ακροατή «προσωπικά». Ενώ η τηλεόραση είναι πιο μαζική, απευθύνεται στο «κοινό», σε όλους. Η γοητεία του είναι αυτή η προσωπική σχέση.

Τι πρέπει να γίνει για να βελτιωθούν τα πράγματα στην ελληνική λογοτεχνία;


Τίποτε. Όλα πάνε όπως μπορούν να πάνε, και έτσι θα συνεχίσουν. Έχουμε πολύ ωραία βιβλία, όπως είχαμε πάντα, και πάντα θα εξακολουθούν να εκδίδονται ακόμη ωραιότερα — και όχι μόνο. Έχουμε βιβλία που καλύπτουν τις περισσότερες κατηγορίες (αν και όχι στους mainstream εκδοτικούς οίκους, που εκδίδουν κυρίως σοβαρή λογοτεχνία, ιστορικό μυθιστόρημα, ρομάντζα και αστυνομικά) και τα περισσότερα είδη (με μεγαλύτερο και πιο χτυπητό έλλειμμα στη λογοτεχνία για εφήβους, που σε πιο προηγμένες αναγνωστικά χώρες θάλλει, ενώ σε εμάς φυτοζωεί). Αυτό που ωριμάζει μία εθνική λογοτεχνία είναι η ποσότητα, δηλαδή πολλοί τίτλοι που πωλούνται και διαβάζονται από μεγάλα κοινά. Αν χρειαζόμαστε κάτι είναι δηλαδή περισσότεροι αναγνώστες για περισσότερους τίτλους. Αλλά είμαστε μικρό κοινό, μικρή αγορά. Ό,τι είμαστε το χρωστάμε στους επίμονους αναγνώστες. Γι’ αυτό και τους ευχαριστώ θερμά.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ