Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Ο Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, καθώς και επιστημονικός συντονιστής του Κέντρου Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Οικονομίας και Διακυβέρνησης του ίδιου Τμήματος. Επίσης, είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, καθώς και του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Wilfried Martens Centre for European Studies. Στα πιο πρόσφατα δημοσιεύματά του συγκαταλέγονται τα ακόλουθα βιβλία: The Greek junta and the international system. A case study of Southern European dictatorships, 1967-1974, επιμ. με τους Constantine Arvanitopoulos, Evanthis Hatzivassiliou & Effie G. H. Pedaliu, Routledge, Λονδίνο 2020• Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923, Πεδίο, Αθήνα 2019• Ειδικά θέματα διπλωματίας και διεθνούς οργάνωσης, επιμ., Παπαζήσης, Αθήνα 2019• Η δικτατορία των συνταγματαρχών. Ανατομία μιας επταετίας, επιμ. με τους Σπύρο Βλαχόπουλο & Δημήτρη Καιρίδη, Πατάκης, Αθήνα 2019. Το βιβλίο του 1974, Μεταπολίτευση, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Ήταν μια παλιά μου ιδέα που ωρίμασε μέσα στον χρόνο. Έχοντας γεννηθεί στο τέλος της δεκαετίας του 1970, δεν έζησα το 1974. Αλλά μεγάλωσα μέσα στο περιβάλλον που είχε δημιουργηθεί από τη μεταπολίτευση. Το 1974 λειτουργούσε πάντοτε ως σημείο αναφοράς. Οι διηγήσεις ήταν χωρισμένες στο τι συνέβαινε πριν από το 1974 και μετά το 1974. Έτσι, το τι σηματοδότησε εκείνη η χρονιά έγινε ένα είδος αέναης αναζήτησης.
Το 1974 είναι το πιο κομβικό έτος στην ελληνική ιστορία του τελευταίου μισού αιώνα. Σηματοδότησε την κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, που συνεχίζεται στέρεα θεμελιωμένη μέχρι τις μέρες μας. Στο τέλος της ίδιας χρονιάς επιλύθηκε τελεσίδικα, μέσω δημοψηφίσματος, το πολιτειακό ζήτημα, το οποίο είχε ταλανίσει για δεκαετίες τη χώρα. Παράλληλα, το 1974 στιγματίστηκε από την εθνική τραγωδία της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, η οποία οδήγησε στην παράνομη διχοτόμηση του νησιού. Στο μεταίχμιο μεταξύ του 1973 και του 1974 τοποθετείται, επίσης, η απαρχή της εκδήλωσης πολλών από τις τουρκικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας (όπως η αμφισβήτηση του δικαιώματος των ελληνικών νησιών του Αιγαίου να έχουν υφαλοκρηπίδα), που εξακολουθούν έως σήμερα.
Με τη μεταπολίτευση, η Ελλάδα δεν άφησε πίσω μόνο τη δικτατορία των συνταγματαρχών, αλλά εξίσου την «καχεκτική δημοκρατία» των πρώτων δύο μετεμφυλιακών δεκαετιών. Απαλλάχθηκε από τη μάστιγα των εκτροπών και μπήκε στην πορεία ένταξης στην οικογένεια των κρατών της ενωμένης Ευρώπης. Η χώρα απέκτησε σύγχρονο και δημοκρατικό Σύνταγμα, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του πολιτεύματός μας.
Προέκυψε από τον διφυή χαρακτήρα του ίδιου του 1974. Το πρώτο του μισό ήταν ολέθριο. Σφραγίστηκε από τη χούντα του Δημήτριου Ιωαννίδη, την πιο σκοτεινή περίοδο του δικτατορικού καθεστώτος που είχε εγκαθιδρυθεί το 1967. Η καταστροφή ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 1974 με το άφρον πραξικόπημα που οργανώθηκε από τη χούντα της Αθήνας εις βάρος του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’, το οποίο άνοιξε την πόρτα για την πραγματοποίηση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Το δεύτερο μισό του 1974 ήταν αναγεννητικό. Διότι πάνω στα ερείπια της χούντας οικοδομήθηκε με σχεδόν απίστευτη ταχύτητα και οπωσδήποτε με αξιοθαύμαστη αποτελεσματικότητα η πιο ομαλή εκδοχή δημοκρατικού βίου στη σύγχρονη Ελλάδα.
Τον απεχθάνονταν για πολλούς λόγους. Πίστευαν ότι αποτελούσε εμπόδιο για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Του χρέωναν ότι δεν επιδείκνυε τον «πρέποντα πατριωτισμό» και ότι εμφανιζόταν υπέρμετρα διαλλακτικός απέναντι στην Αριστερά – τον θεωρούσαν περίπου κρυφοκομμουνιστή. Ανησυχούσαν για τις ουδετερόφιλες κατευθύνσεις της εξωτερικής του πολιτικής, μιας και είχε εντάξει την Κύπρο στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Πάνω απ’ όλα δεν του συγχωρούσαν το γεγονός ότι δεν ήταν διατεθειμένος να καταστεί πειθήνιο όργανό τους. Γι’ αυτό, ήδη πριν από το 1974, είχαν πολλές φορές σχεδιάσει την ανατροπή και είχαν –ανεπιτυχώς– επιδιώξει ακόμα και τη φυσική του εξόντωση.
Ο Μακάριος ήταν οπωσδήποτε ένας χαρισματικός ηγέτης, με την έννοια που δίνει στη χαρισματική ηγεσία ο Max Weber. Είχε εδραίο λαϊκό έρεισμα στην Κύπρο, ενώ παράλληλα ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής και στην Ελλάδα. Η αναγνώριση του Μακαρίου από την κοινή γνώμη ήταν ιδιαίτερα αντιπαθής στους χουντικούς, οι οποίοι κάθε άλλο παρά έχαιραν της ίδιας συμπάθειας. Έπειτα, ο Μακάριος ήταν εκλεγμένος ηγέτης ενός τμήματος του ελληνισμού, ενώ οι δικτάτορες είχαν υφαρπάξει με τρόπο παράνομο την εξουσία.
Τις απόψεις αυτές τις εξέφραζε πρώτος απ’ όλους ο «αόρατος δικτάτορας» Δημήτριος Ιωαννίδης. Ο ίδιος ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι, σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία, η Ελλάδα θα θριάμβευε. Φαντασιωνόταν τον εαυτό του ως τον άνθρωπο που θα κατήγαγε περιφανή νίκη των ελληνικών όπλων εις βάρος των τουρκικών. Όλα αυτά βέβαια, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ονειροβασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχές του 1974 τόσο η Πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα όσο και οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες περιέγραφαν με μελανά χρώματα τη μαχητική ικανότητα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και προεξοφλούσαν την ήττα της Ελλάδας σε περίπτωση σύρραξης με την Τουρκία.
Η επιστράτευση υπήρξε ένα μνημείο επιτελικής αποτυχίας. Αποκάλυψε τον πλήρη αποσυντονισμό του χουντικού καθεστώτος και την απόλυτη αδυναμία του να ανταποκριθεί στην κρισιμότητα των στιγμών την ώρα της εκδήλωσης της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Δεν υπήρχε η απαραίτητη διοικητική μέριμνα, ενώ έλειπαν ακόμα και τα στοιχειώδη υλικά μέσα για την ένδυση και τον εξοπλισμό των επιστρατευμένων ανδρών. Έπειτα από επτά χρόνια και τρεις μήνες στρατιωτικής διακυβέρνησης, αποδείχθηκε ότι ακόμα και οι ένοπλες δυνάμεις είχαν πλήρως αποδιοργανωθεί. Η ίδια η κλήση στα όπλα χιλιάδων επιστράτων αποσταθεροποίησε ακόμα περισσότερο τη χούντα, οι μηχανισμοί της οποίας δεν μπορούσαν να ελέγξουν πλήρως έναν τέτοιο αριθμό ανθρώπων.
Ο Ιωαννίδης είχε μια εντελώς στρεβλή αντίληψη για τον ενδεδειγμένο τρόπο διαχείρισης του Κυπριακού. Πίστευε ότι θα μπορούσε να επιτύχει την πραξικοπηματική ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα χωρίς να υπάρξει σοβαρή αντίδραση από την πλευρά της Τουρκίας. Αγνόησε επιδεικτικά κάθε προειδοποίηση, ακόμα κι όταν ο τουρκικός αποβατικός στόλος απέπλευσε από τη Μερσίνα με προφανή προορισμό την Κύπρο. Έλεγε στους συνεργάτες του ότι είχε λάβει υποσχέσεις από τους Αμερικανούς πως, εάν χρειαζόταν, θα συγκρατούσαν τους Τούρκους. Όμως, από κανένα τεκμήριο δεν προκύπτει ότι οποιοσδήποτε υπεύθυνος Αμερικανός ιθύνοντας είχε παράσχει τέτοιες διαβεβαιώσεις στον Ιωαννίδη. Ίσως ο ίδιος να παρανοούσε τα μηνύματα που λάμβανε από την αμερικανική πλευρά ή να είχε δεχτεί ενθάρρυνση από χαμηλόβαθμα στελέχη αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, τα οποία όμως ούτε κατάλληλη εξουσιοδότηση είχαν από την αμερικανική κυβέρνηση ούτε ήταν σε θέση να διερμηνεύουν τις πραγματικές της προθέσεις.
Όταν ο Καραμανλής ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, βρέθηκε μπροστά σε μια χαώδη κατάσταση. Έπρεπε να φροντίσει για την αποκατάσταση της δημοκρατίας και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει την τουρκική επιθετικότητα, η οποία είχε ήδη λάβει τη μορφή της εισβολής στην Κύπρο. Στο εσωτερικό μέτωπο, έριξε το βάρος αφενός στην εμπέδωση της δημοκρατικής νομιμότητας, αφετέρου –με τη βοήθεια άξιων συνεργατών, όπως ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Αβέρωφ και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Σόλων Γκίκας– στη σταδιακή επιβολή του ελέγχου πάνω στις ένοπλες δυνάμεις, στα σώματα ασφαλείας, όπου οι φιλοχουντικοί θύλακες ήταν ακόμη ενεργοί και ενίοτε ισχυροί. Τα κατάφερε, και μάλιστα σε εντυπωσιακά σύντομο χρονικό διάστημα, με τρόπο πραγματικά αξιοθαύμαστο. Τόσο, ώστε διεθνείς παρατηρητές να κάνουν λόγο για «ελληνικό θαύμα». Στο μέτωπο του Κυπριακού, προσπάθησε να αποτρέψει τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής. Ωστόσο, δεν τα κατάφερε, διότι η Τουρκία είχε προαποφασίσει τον Αττίλα ΙΙ, ενώ η Ελλάδα δεν διέθετε ούτε τα στρατιωτικά μέσα ούτε τα διπλωματικά ερείσματα για να την αποτρέψει.
Η Ελλάδα της μεταπολίτευσης εξελίχθηκε σε μια πλουραλιστική δημοκρατία δυτικού τύπου, χωρίς αποκλεισμούς και με χώρο για την έκφραση κάθε άποψης. Είναι ένα επίτευγμα το οποίο δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε. Μόλις πέντε χρόνια μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η Ελλάδα υπέγραψε τη Συνθήκη Προσχώρησης στην ΕΟΚ και την 1η Ιανουαρίου 1981 έγινε επίσημα το δέκατο μέλος της. Και μόνο αυτές οι εξελίξεις αρκούν για να υπογραμμίσουν τη θετική τροπή των πραγμάτων.
Νομίζω πως ναι. Εξάλλου, αυτό αποτυπώνεται και στις πωλήσεις αρκετών από αυτά τα βιβλία. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι άλλα που υπολείπονται σε πωλήσεις υστερούν σε ποιότητα από επιστημονική άποψη. Η Ιστορία είναι πάντα θελκτική σε ένα σημαντικό τμήμα του αναγνωστικού κοινού. Είναι, εξάλλου, το αντικείμενο που πιο εύκολα μπορεί να προσεγγίσει ο μέσος αναγνώστης. Και παράλληλα, είναι ένα χρήσιμο «εργαλείο» για την κατανόηση της πορείας μας μέσα στον χρόνο, αλλά και του πού βρισκόμαστε σήμερα, ίσως και προς ποια γενική κατεύθυνση θα βαδίσουμε από εδώ και στο εξής – δίχως να ισχυρίζομαι, βέβαια, ότι με οδηγό την Ιστορία είμαστε σε θέση με βεβαιότητα να προβλέψουμε το μέλλον, αλλά έστω να μπορούμε να πορευθούμε σε αυτό με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια.
Όχι βέβαια. Υπάρχουν θαυμάσια ιστορικά βιβλία τα οποία έχουν γραφτεί από ανθρώπους που δεν είναι πανεπιστημιακοί καθηγητές ή που, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είναι καν επαγγελματίες ιστορικοί. Για παράδειγμα, ένα από τα καλύτερα –αν όχι το καλύτερο– βιβλίο για την ιστορία της Ελλάδας στην περίοδο του μεσοπολέμου έχει γραφτεί από έναν ιστοριοδίφη δημοσιογράφο, τον Γρηγόριο Δαφνή. Πλουτίζει η ιστορική έρευνα από τις διαφορετικές προσεγγίσεις που προσφέρουν άνθρωποι με ποικίλες καταβολές – αρκεί βέβαια να σέβονται τις βασικές αρχές της επιστημονικής μεθόδου και δεοντολογίας. Στο κάτω κάτω, η έρευνα δεν είναι –ούτε πρέπει να είναι– προνόμιο της μιας ή της άλλης κατηγορίας.
Είναι πολλά, αλλά ξεχωρίζω το βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά «Ένα σκοτεινό δωμάτιο, 1967-1974». Κι αυτό όχι διότι θεματολογικά εφάπτεται με το πρόσφατο δικό μου βιβλίο, αλλά επειδή μας προσφέρει έναν πλούτο στοιχείων για μια ζοφερή αλλά και κρίσιμη περίοδο της σύγχρονης ιστορίας του τόπου μας. Αν δεν ήταν ένα στέρεο ιστορικό πόνημα, θα μπορούσε να είναι το σενάριο μιας εφιαλτικής ταινίας, η οποία δυστυχώς υπήρξε μια τραγική πραγματικότητα.
