Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Η Βενετία Αποστολίδου είναι Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Λογοτεχνικής Εκπαίδευσης στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ. Εχει γράψει τα βιβλία: Λογοτεχνία και Ιστορία στη μεταπολεμική Αριστερά. Η παρέμβαση του Δημήτρη Χατζή 1947 – 1981, Πόλις, 2003 (Βραβείο δοκιμίου του περ. Διαβάζω). Τραύμα και μνήμη. Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων, Πόλις 2010 (Κρατικό βραβείο δοκιμίου).
Ξεκινώντας από τη διδακτορική μου διατριβή η οποία μελετούσε το κριτικό έργο του Κωστή Παλαμά, η έρευνά μου ήταν πάντοτε επικεντρωμένη στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής. Κάποια στιγμή, αφού είχα εκδώσει το βιβλίο Λογοτεχνία και Ιστορία στη μεταπολεμική Αριστερά. Η παρέμβαση του Δημήτρη Χατζή (1947-1981), εκδ. Πόλις, συνειδητοποίησα ότι από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 η μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο αρχίζει να παίζει σημαντικό ρόλο στο εν γένει λογοτεχνικό πεδίο και επομένως θα πρέπει να μελετηθεί για να έχουμε όσο το δυνατόν καλύτερη εικόνα της συνολικής νεοελληνικής κριτικής. Ταυτόχρονα, μιας και η Νεοελληνική Φιλολογία είναι η επιστήμη που κι εγώ σπούδασα, ήθελα να εμβαθύνω περισσότερο στην ιστορία της, σαν ένα ταξίδι αυτογνωσίας.
Τα ονόματα που αναφέρετε είναι οι καθηγητές οι οποίοι εκλέχθηκαν (πλην του Μαρωνίτη) σε έδρες Νεοελληνικής Φιλολογίας στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης από το 1942 έως το 1982. Στα αντίστοιχα κεφάλαια εξετάζεται το έργο τους, το έργο των συνυποψηφίων τους για την έδρα (άρα μελετώνται και άλλοι επιστήμονες εκτός από τους αναφερόμενους) και οι συζητήσεις που έγιναν στα εκλεκτορικά σώματα κατά τις συνεδριάσεις της εκλογής τους. Σε αυτές βρίσκουμε ενδιαφέροντα στοιχεία για το πώς αντιμετωπίζεται μια επιστήμη από τις υπόλοιπες επιστήμες των Φιλοσοφικών Σχολών, ποιες είναι οι προσδοκίες από τον μέλλοντα καθηγητή κ.ο.κ
Η σχέση της Νεοελληνικής Φιλολογίας με την Αρχαία είναι πράγματι ένα από τα κορυφαία θέματα του βιβλίου μου διότι η ΝΕΦ είναι νεότερος κλάδος της Φιλολογίας, ενώ η Αρχαία Ελληνική Φιλολογία ήταν ήδη συγκροτημένη επιστήμη, και μάλιστα διεθνής, στα μεγαλύτερα Πανεπιστήμια του κόσμου με κέντρο τη Γερμανία. Είχε ήδη καθιερώσει κανόνες και πρακτικές άρα η ΝΕΦ έπρεπε, προκειμένου να κερδίσει το κύρος της ως επιστήμη, να αναμετρηθεί με αυτούς τους κανόνες, να προσαρμοστεί αλλά και να διαφοροποιηθεί. Ενώ στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες η Κλασική Φιλολογία ήταν μια επιστήμη με μεγάλο κύρος βεβαίως και ένα σημαντικό μορφωτικό κεφάλαιο, από την εποχή του Ρομαντισμού και έπειτα, μπόρεσαν να αναπτυχθούν οι σύγχρονες φιλολογίες και να αναδειχθούν στις κατεξοχήν «εθνικές» επιστήμες. Σε μας, τη θέση της εθνικής φιλολογίας είχε καταλάβει προ πολλού η Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, τόσο στο Πανεπιστήμιο, όσο και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Η ΝΕΦ έπρεπε να αγωνιστεί να αποδείξει την αξία του μορφωτικού της κεφαλαίου όπως, ανάλογα, η διδασκαλία της σύγχρονης λογοτεχνίας έπρεπε να αποδείξει τη συμβολή της στον ηθικό προσανατολισμό των νέων.
Στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από την ίδρυσή της στον 19ο αιώνα μέχρι τη Μεταπολίτευση του 1974 κυριαρχούσε η καθαρεύουσα και η πρωτοκαθεδρία των αρχαιογνωστικών επιστημών ήταν αδιαφιλονίκητη. Ήταν επόμενο λοιπόν η Νεοελληνική Φιλολογία, ως επιστήμη που μελετά τα λογοτεχνικά κείμενα της δημοτικής κυρίως, να είναι «στριμωγμένη» με μία μόνο έδρα. Ούτε σκέψη δεν γινόταν να αυξηθούν οι έδρες της. Αντίθετα στη Θεσσαλονίκη, όπου η παράδοση του δημοτικισμού ήταν έντονη, αναπτυσσόταν απρόσκοπτα με συνεχή αύξηση των εδρών. Τούτο σημαίνει περισσότερες συζητήσεις γύρω από τη φυσιογνωμία της, τους σκοπούς και τις μεθόδους της, καθώς και περισσότερα μαθήματα. Γενικά, στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, το μορφωτικό κεφάλαιο που αποδιδόταν στη ΝΕΦ ήταν μεγαλύτερο από εκείνο στην αντίστοιχη Σχολή της Αθήνας. Τούτο δε σημαίνει ασφαλώς πως δεν υπήρξαν δημοτικιστές καθηγητές στην Αθήνα, όπως ο σπουδαίος Νίκος Βέης αλλά και άλλοι. Εξάλλου, αρκετοί απόφοιτοι της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών συνετέλεσαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη της ΝΕΦ και πρωταγωνιστούν σε αρκετά κεφάλαια του βιβλίου μου.
Η δικτατορία με τις απολύσεις και τις παραιτήσεις των καθηγητών ανέκοψε προς στιγμήν τη δυναμική της ΝΕΦ. Απολύθηκαν ο Γεώργιος Ζώρας στην Αθήνα, ο Κριαράς, ο Καρατζάς, ο Μαρωνίτης στη Θεσσαλονίκη, ενώ παραιτήθηκαν ο Λίνος Πολίτης και ο Γ. Π. Σαββίδης. Κυοφορούσε όμως και εξελίξεις, η επίδραση των οποίων φάνηκε στη Μεταπολίτευση. Η καταπιεσμένη κοινωνία στρεφόταν πάλι στη σύγχρονη λογοτεχνία για να παρηγορηθεί, για να εκφράσει τις ανησυχίες ή τη διαμαρτυρία της. Γι αυτό στη Μεταπολίτευσηανεβαίνει ραγδαία η ζήτηση για μαθήματα, διαλέξεις, σεμινάρια γύρω από ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ιστορίας, τόσο μέσα στο πανεπιστήμιο όσο και έξω από αυτό, ενώ αυξάνεται σημαντικά η παραγωγή διδακτορικών διατριβών. Ιδρύονται επίσης νέες έδρες ΝΕΦ στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας.
Οι απόφοιτοι των Φιλοσοφικών Σχολών διδάσκονται κατά τη διάρκεια των σπουδών τους πλήθος γνωστικά αντικείμενα το καθένα από τα οποία είναι ξεχωριστή επιστήμη ενώ, όταν διορίζονται στην εκπαίδευση, καλούνται να διδάξουν περισσότερα και διαφορετικά μαθήματα από οποιαδήποτε άλλη ειδικότητα εκπαιδευτικών. Είναι φυσικό να μην υπάρχει η αναγκαία εμβάθυνση. Εξάλλου το μάθημα «Διδακτική της λογοτεχνίας» μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν διδασκόταν στις Φιλοσοφικές Σχολές σε όλους τους φοιτητές. Αν λοιπόν θέλει κάποιος να εμβαθύνει στη διδασκαλία της λογοτεχνίας θα μπορούσε να παρακολουθήσει κάποιο από τα ελάχιστα σχετικά μεταπτυχιακά προγράμματα που υπάρχουν. Είναι ασφαλώς και ο δρόμος της προσωπικής μελέτης (έχουμε πλέον καλή βιβλιογραφία στα ελληνικά). Προϋπόθεση όμως είναι να διαβάζει και ο ίδιος συστηματικά λογοτεχνία.
Όχι βέβαια. Το μάθημα της λογοτεχνίας στο σχολείο είναι παραμελημένο και δεν χαίρει εκτίμησης. Δεν μπορεί ποτέ ένα μάθημα λογοτεχνίας, σε οποιαδήποτε εκπαιδευτική βαθμίδα, να είναι πετυχημένο εάν δεν διαβάζονται ολόκληρα λογοτεχνικά κείμενα σε προσωπικό χρόνο από τους ίδιους τους μαθητές ενώ, όσο μεγαλώνουν τα παιδιά, θα πρέπει να διαβάζουν όλο και εκτενέστερα κείμενα και ολόκληρα μυθιστορήματα. Αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να συζητήσουμε πιο ειδικά μεθοδολογικά ζητήματα. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν το έχουμε κατορθώσει αυτό. ΄Έχουν γίνει προσπάθειες αλλά έμειναν στη μέση.
Στην Ελλάδα έχουν γίνει τρεις πανελλαδικές έρευνες αναγνωστικής συμπεριφοράς από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, όταν υπήρχε. Η τελευταία το 2010. Σύμφωνα με αυτές, το ποσοστό των συστηματικών αναγνωστών, που διαβάζει δηλαδή πάνω από δέκα βιβλία τον χρόνο είναι γύρω στο 8,5%. Ένα ποσοστό γύρω στο 40% είναι οι περιστασιακοί αναγνώστες. Τα ποσοστά αυτά είναι σαφώς μικρότερα από εκείνα που σημειώνονται στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη αλλά συγκρίσιμα με τις άλλες μεσογειακές χώρες. Βέβαια από το 2010 έχουν συμβεί πολλά και δεν γνωρίζουμε πόσο διαβάζουν οι Έλληνες σήμερα.
