Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Ο Δώρος Αντωνιάδης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1974 και ζει στην Αθήνα με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Το πρώτο του βιβλίο, Στο μάτι του ταύρου (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2015) περιλαμβανόταν στη βραχεία λίστα του βραβείου πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα της Εταιρείας Συγγραφέων, ενώ το δεύτερo βιβλίο του, Memento mori (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018), περιλαμβανόταν στη βραχεία λίστα των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας της Κύπρου. Το τρίτο του βιβλίο, ΚεχριBARι (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2021) μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Η αφορμή ήταν ένα διήγημα που είχα γράψει το 2013 για ένα ερωτικό τρίγωνο και το αναπόφευκτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ των ηρώων του, ένα ξημέρωμα στο λιμάνι ενός νησιού. Πήρα λοιπόν το διήγημα αυτό και έγραψα όλα όσα έφεραν τους τρεις ήρωες εκεί, σε αυτό το ξεκαθάρισμα.
ΚεχριBARι είναι το όνομα ενός φανταστικού τζαζ μπαρ στο Γαύριο, στο οποίο λαμβάνουν χώρα διάφορα σημαντικά γεγονότα της ιστορίας. Παράλληλα, έχει και συμβολικό χαρακτήρα για τους ήρωες, λόγω ακριβώς του λογοπαίγνιου με το υλικό κεχριμπάρι, την απολιθωμένη ρητίνη δηλαδή και την ιδιότητά της να εγκλωβίζει μέσα της μικρά έντομα μέχρι θανάτου.
Συμβαίνουν και τα δυο ταυτόχρονα, όπως ακριβώς γίνεται συνήθως και στη ζωή. Ο ήρωας όντως ξεκινάει για μια δουλειά που έχει στην Άνδρο, αλλά στην πορεία βρίσκει παράλληλα και μια αφορμή για να ξεσκάσει, να βγει από το τέλμα στο οποίο ζούσε τα τελευταία χρόνια, λόγω ενός γεγονότος του παρελθόντος που τον στιγμάτισε.
Ο ήρωας τη δεδομένη στιγμή έχει ανάγκη να παρασυρθεί σε κάτι νέο, να ξεφύγει. Βλέπει την Μπριγκίτε να είναι ευάλωτη, σχεδόν έτοιμη να κλάψει, κι αποφασίζει να παρέμβει. Σίγουρα η Μπριγκίτε αρχικά τον κερδίζει με την εμφάνισή της, αλλά το ότι ο ήρωας μπορεί δυνητικά να γίνει και ο σωτήρας της Μπριγκίτε νομίζω πως τελικά είναι αυτό που τον ωθεί στα επόμενά του βήματα.
Κανείς δεν μπορεί να βάλει όρια στις επιθυμίες μας. Από κει και πέρα, το αν αυτές μπορούν όντως να πραγματοποιηθούν έχει να κάνει με τους ίδιους τους «παίχτες», καθώς βεβαίως και τις συγκυρίες. Η Μπριγκίτε εμφανίζεται στην ιστορία πάντως σαν μια γυναίκα που όντως μπορεί να έχει και τους δύο, εφόσον το αποφάσισε.
Οι κεντρικοί ήρωες κινούνται στην ιστορία χωρίς τα αληθινά τους ονόματα, αλλά με παρατσούκλια, για τα οποία βεβαίως και αναφέρεται κάποια στιγμή μέσα στις σελίδες του βιβλίου το πώς τα απέκτησαν. Το «Γέρος» προέκυψε τυχαία από μια πιτσιρίκα που τον αποκάλεσε ειρωνικά έτσι, όταν κατά λάθος αυτός την έσπρωξε σηκώνοντας τη βαλίτσα του από τον ιμάντα ενός αεροδρομίου.
Και οι τρεις κεντρικοί ήρωες σχεδόν από την αρχή της ιστορίας δείχνουν ότι κουβαλούν μαζί τους ένα παρελθόν, το οποίο όλο και βαραίνει όσο η πλοκή προχωρά. Ίσως όλοι βρέθηκαν τυχαία στο νησί, ίσως και όχι. Ίσως κρύβονται από το παρελθόν τους, ίσως και όχι. Ο Γέρος πάντως σίγουρα δείχνει να είναι μπλεγμένος σε κάτι σκοτεινό. Αλλά δύσκολο να είναι μόνο αυτός…
Ναι, και το ονομάζω «παράξενο», επειδή από την αρχή είναι όλα φανερά, κανείς δεν κρύβεται. Στα ερωτικά τρίγωνα συνήθως υπάρχει ένα νόμιμο ζευγάρι κι ένας τρίτος, ο παράνομος εραστής. Ο νόμιμος σύντροφος συνήθως δεν γνωρίζει πως αποτελεί μέρος ενός τριγώνου, ενώ στη συγκεκριμένη ιστορία ο Γέρος δείχνει μέχρι και να δίνει χώρο για να προχωρήσει η «παράνομη» σχέση του ήρωα με την Μπριγκίτε. Μια τέτοια κίνηση, βέβαια, μόνο στα άκρα μπορεί να φέρει την κατάσταση.
Φέρνουμε ως βάρος όχι μόνο κάτι κακό, αλλά οτιδήποτε δεν έχει επιλυθεί, δεν έχει ξεκαθαρίσει. Οτιδήποτε δεν έχουμε αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο, είτε επειδή δε μας δόθηκε ποτέ η ευκαιρία είτε γιατί φοβηθήκαμε. Στην πορεία της ιστορίας θα φανεί ποιοι ήρωες όντως φέρουν βαρέως το παρελθόν τους και χρειάζεται να το ξεκαθαρίσουν και ποιοι όχι, με ένα πλεονέκτημα στους τελευταίους.
Δυστυχώς, ναι. Έπειτα από σχετική έρευνα που έκανα πριν αρχίσω τη συγγραφή της ιστορίας, οι περιγραφές έχουν απόλυτη σχέση με την πραγματικότητα, αν και πολλές φορές η ίδια η ζωή είναι ακόμα σκληρότερη.
Δεν ξέρω αν είναι τάση ή αν είναι μια αναμενόμενη στροφή, η οποία ήρθε για να μείνει. Οι συγγραφείς, είτε αστυνομικών είτε όχι, δεν μπορούν να μένουν ανεπηρέαστοι από τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής τους. Η αστυνομική φόρμα μπορεί να τους αρέσει, αλλά παράλληλα μπορεί και απλώς να τους εξυπηρετεί στο να θίξουν όλα αυτά που τους απασχολούν ως αυτόνομες οντότητες αλλά και ως μέλη της κοινωνίας τους.
Πάντα είχα δυσκολία στο να απαντήσω ένα τέτοιο ερώτημα, γιατί δε μου είναι ξεκάθαρο. Ο κάθε συγγραφέας είναι η συνισταμένη όλων των βιβλίων που έχει διαβάσει, οπότε πρακτικά θεωρώ πως με επηρέασαν όλοι, είτε λίγο είτε πολύ. Αν όμως έπρεπε να επιλέξω μερικούς, θα έλεγα τον Μανσέτ, τον Μπράουν, τον Λάρσον, τον Ιζό και τον Τσάιλντ.
Οφείλουν. Και μάλιστα όχι μόνο αστυνομικά. Δεν μπορείς να γράφεις αν δε διαβάζεις, σε αυτό είμαι κάθετος. Επιπλέον, το να διαβάζεις ξένα έργα σε βοηθάει να νιώσεις πού είναι η πινέζα σου στις θάλασσες του παγκόσμιου συγγραφικού χάρτη και με ποιον άνεμο ταξιδεύεις στα πανιά σου. Να καταλάβεις αν τα θέματα που σε απασχολούν και θες να γράψεις γι’ αυτά ενδιαφέρουν κι άλλους συγγραφείς σε άλλες χώρες, καθώς και το ποιες είναι οι τάσεις. Να μάθεις δηλαδή αν ζεις εγκλωβισμένος στον μικρόκοσμο της χώρας σου ή όχι.
Το Να μάθω να μιλώ με τα φυτά της Μάρτα Οριόλς, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη [μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος]. Η γραφή της Οριόλς, αν και είναι μόλις το πρώτο βιβλίο της, είναι μοναδική. Πρωταγωνίστρια είναι μια 42χρονη γιατρός, νεογνολόγος, η Πάουλα Σιντ, η οποία χάνει τον επί δεκαπέντε χρόνια σύντροφό της Μάουρο από αυτοκινητικό δυστύχημα, λίγες ώρες μετά την αποκάλυψή του ότι τη χωρίζει για μιαν άλλη γυναίκα. Η Πάουλα βιώνει έναν διπλό θρήνο, αυτόν του αιφνίδιου θανάτου του συντρόφου της μαζί με αυτόν της εγκατάλειψης, και προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη νέα αυτή πραγματικότητα.
