ΚΚΕ: Να ανακληθούν τώρα οι διώξεις αγροτών και κτηνοτρόφων
Με λαμπρότητα και συγκίνηση η επετειακή εκδήλωση για τα 130 χρόνια του Μ/Φ Συλλόγου Άρτης «Ο Σκουφάς»
Όλγα Γεροβασίλη: Στον αέρα οι πληρωμές έργων του ΠΑΑ λόγω μεταφοράς αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ
Με επιτυχία εκπαιδευτικό πρόγραμμα οδικής ασφάλειας για μαθητές στα Ιωάννινα
Ανακοίνωση εργασιών λήψης δεδομένων κατά μήκος δημόσιων δρόμων – Ν. Άρτας
Ιωάννινα: Εξιχνιάστηκε απόπειρα κλοπής σε Ιερό Ναό

Ο Χρίστος Ζαφείρης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας δώδεκα βιβλίων ιστορικής έρευνας για τη Θεσσαλονίκη, τον περιφερειακό ελληνισμό και ελληνικούς τόπους. Γεννήθηκε στην Κρανιά Ελασσόνας το 1945 και είναι πτυχιούχος του Τμήματος Αρχαιολογίας και Ιστορίας του Α.Π.Θ. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τον Τύπο ως συντάκτης και διευθυντικό στέλεχος. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ντοκιμαντέρ, ως ερευνητής και σεναριογράφος, σε θέματα για τη Θεσσαλονίκη και τον μείζονα ελληνισμό. Το 2005 πήρε το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση, κορυφαίο δημοσιογραφικό βραβείο της χώρας, και διατέλεσε μέλος διοικητικών συμβουλίων του δημοσιογραφικού κλάδου και κοινωνικών φορέων της Θεσσαλονίκης. Το τελευταίο του βιβλίο, Ο καιρός του χρόνου, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Επίκεντρο, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Στον δύσκολο καιρό της μάστιγας και της κλεισούρας, για να απασχολώ τα χέρια και το μυαλό μου, βρήκα καταφύγιο στη μνήμη και τον αναστοχασμό. Έτσι βγήκαν καταχωνιασμένα βιώματα και ιστορίες της ζωής μου, που τις κατέγραφα και τις έστελνα ηλεκτρονικά σε φίλους μου, ως σήματα παρουσίας και ευψυχίας. Τους άρεσαν και με παρότρυναν να συνεχίσω. Έτσι βγήκαν τα 18 αφηγήματα του Καιρού του χρόνου.
Είναι συμβολικός και κυριολεκτικός. Είναι τίτλος μιας τοιχογραφίας του 18ου αιώνα από εκκλησία της Τσαριτσάνης, μιας ιστορικής κωμόπολης στα νότια προβούνια του Ολύμπου. Απεικονίζει τον τροχό της ανθρώπινης ζωής από τη γέννηση του ανθρώπου ως τον θάνατό του. Στην παράσταση, ο άνθρωπος ανεβαίνει με νεανικές μορφές ως τα σαράντα του και παίρνει τον κατήφορο γέροντας πια, ώσπου να τον καταπιεί ο βύθιος δράκοντας. Η λέξη «καιρός» στα αρχαία και βυζαντινά χρόνια σήμαινε την ευκαιρία, την κατάλληλη στιγμή που είχε ο άνθρωπος για να αξιοποιήσει όσο γίνεται καλύτερα τον χρόνο για τον εαυτό του. Έτσι, όλες οι παράμετροι και οι σημασίες του τίτλου ταιριάζουν και στα δικά μου μέτρα, στον δικό μου χρονοτροχό. Πώς έζησα και τι ευκαιρίες άδραξα. Αυτή είναι και η δομή του βιβλίου μου.
Είναι εύλογο γιατί καταπιάστηκα με τον γενέθλιο τόπο. Το πρώτο και μεγάλο τμήμα της μνήμης είναι η παιδική ηλικία και ο τόπος όπου είδα το φως της ζωής. Από την πρώτη στιγμή της συγγραφής με πολιόρκησαν οι παιδικές μνήμες, τα δραματικά βιώματα μιας δύσκολης εποχής, της μετεμφυλιακής περιόδου, που συμπίπτει με τη μαθητική μου ζωή. Δεν έχουν νοσταλγική χροιά, είναι μια ρεαλιστική κατάθεση της επιλεκτικής μνήμης.
Συνεχώς παρούσα και τραυματική. Μνήμες και βιώματα του τόπου μου έχουν αποτυπωθεί στο αυτοτελές αφήγημά μου Το Ξενάχωμα, που κυκλοφόρησε σε δεύτερη έκδοση από τον Εξάντα το 2002. Αρκετά αφηγήματα του αυτοβιογραφικού Καιρού… επισκέπτονται το χωριό μου, την Κρανιά Ελασσόνας, και πολλές μνήμες είναι παρούσες ως σήμερα και με συγκινούν. Όμως μετά τη φυγή των γονιών μου, το σπίτι στο χωριό μένει έρημο, ερειπώνεται και δεν το επισκέπτομαι πια. Ο γενέθλιος τόπος διατηρείται μεν μέσα μου ζωντανός, αλλά κάποιος αφανής δαίμονας με απωθεί μακριά του…
Ο παπα-Γρηγόρης, αδερφός του παππού μου, είναι ο παιδικός ευεργέτης μου. Ενδιαφέρθηκε για τις βιοτικές ανάγκες μου και τη μόρφωσή μου με διάφορους τρόπους, με αγάπη, ανοιχτό μυαλό και χωρίς πειθαναγκασμό, που ίσως περίμενε κανείς από έναν καλόγερο. Κοντολογίς, η συμβολή του ήταν σημαντική στα μαθητικά μου χρόνια. Όπως έμαθα αργότερα, είχε ανοίξει και τραπεζικό βιβλιάριο για τις πανεπιστημιακές σπουδές μου, αλλά μετά τον θάνατό του περιήλθε στο μοναστήρι, γιατί δεν πρόβλεψε να κάνει διαθήκη… Η φωτογραφία του είναι κρεμασμένη στο γραφείο μου δίπλα στους γονείς μου. Είναι η τριάδα των προσώπων που τα κρατώ μέσα μου με ευγνωμοσύνη και συγκίνηση.
Στην ίδια τη ζωή τους. Η φτώχεια και η προοπτική ότι μόνο με τις σπουδές θα άλλαζε η μοίρα τους, ήταν τα επίμονα κίνητρα που τους έσπρωχναν να επιμένουν στον στόχο τους. Βέβαια, υπήρχε και η προσωπική βούληση να μορφωθούν, να αγωνίζονται καθημερινά για να ξεπεράσουν τις δυσκολίες επιβίωσης, που πολλές φορές ήταν αφόρητες και αξεπέραστες. Το διάβασμα και οι σπουδές ήταν μονόδρομος για τους περισσότερους, ο άλλος δρόμος ήταν η μετανάστευση και η μιζέρια στην επαρχία.
Συστηματικά άρχισα το διάβασμα λογοτεχνικών κειμένων από την πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Όμως από το Δημοτικό είχα κλίση στο διάβασμα και ροφούσα ό,τι έβρισκα. Δεν υπήρχαν όμως διαθέσιμα και κατάλληλα βιβλία στο αγροτόσπιτο της οικογένειας και το χωριό μου. Το πρώτο μου βιβλίο εκεί ήταν ένας ποντικοφαγωμένος τόμος των Αθλίων του Ουγκό και κάποια βιβλία παρεκκλησιαστικών οργανώσεων. Από την πρώτη όμως τάξη Γυμνασίου στην Ελασσόνα, όταν βρέθηκα κοντά σε βιβλιοθήκη, άρχισα με μανία να διαβάζω μυθιστορήματα κλασικών, Ελλήνων και ξένων, και ελληνική ποίηση.
Με έκαναν να ανοίξω διάπλατα τις πνευματικές φτερούγες μου και να ονειρεύομαι έναν άλλο κόσμο, μακριά από τη ζοφερή πραγματικότητα που ζούσα.
Για τη σκληρότητα του καθεστώτος, για τη φίμωση της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της ατομικής αξιοπρέπειας, αλλά και την αντίσταση των ελάχιστων θαρραλέων κατά του τυραννικού καθεστώτος. Είχα προσωπική εμπλοκή την περίοδο της χούντας και τα τραυματικά βιώματα παραμένουν ανεξίτηλα.
Από τα φοιτητικά μου χρόνια με είχε κερδίσει η δημοσιογραφία, που την υπηρέτησα με πάθος και συνέπεια κοντά στα σαράντα χρόνια. Το δασκαλίκι, αν και το έκανα κι αυτό με προσήλωση στη μάθηση και τον μαθητή, ήταν ένα διάλειμμα σε περίοδο ανεργίας από την κύρια δουλειά μου.
Η αναζήτηση της αλήθειας στο ρεπορτάζ, στα δημοσιογραφικά κείμενα. Αυτό το ζητούμενο, η τεκμηρίωση της είδησης, ήταν το πρόταγμα του μάχιμου δημοσιογράφου.
Η πρόσκαιρη επαγγελματική επαφή με ανθρώπους του πνεύματος μπορεί να γίνει το έναυσμα για μια πιο ουσιαστική σχέση και ενασχόληση με την τέχνη και τη λογοτεχνία, με τις ζείδωρες αξίες και απολαύσεις που εμπεριέχουν. Αρκεί ο δημοσιογράφος, στην προκείμενη περίπτωση, να καλλιεργήσει θετικά αυτή την ευλογημένη σχέση.
Άρχισε από μια εθελοντική συνδρομή του για βιοτική μου εξυπηρέτηση, όταν έφτασα στη Θεσσαλονίκη ως πρωτοετής φοιτητής, και εξελίχτηκε σε ισόβια φιλία με αμοιβαία εκτίμηση. Ο Ντίνος, παρά τη σκληρή κάποιες φορές κριτική του σε λογοτεχνικές παραγωγές νέων, ήταν γενναιόδωρος και έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μόρφωσή μας με την απίθανη γνώση για λογοτεχνικά, καλλιτεχνικά και ιστορικά θέματα της Θεσσαλονίκης. Θέλω να προσθέσω πως τον χαρακτήριζε μια διακριτικότητα με τους φίλους του, σχετικά με τις ερωτικές επιλογές του, που δυνάμωνε τη φιλία μας.
Παραμένω ισόβιος δημοσιογράφος με παράλληλο στόχο την τελειοποίηση της γλώσσας μου. Αν και ο Χριστιανόπουλος έγραψε ότι κάποια βιβλία μου «αποτελούν ένα είδος δημοσιογραφικής λογοτεχνίας», δεν θεωρώ ότι μετέχω του λογοτεχνικού σιναφιού. Το γεγονός ότι είμαι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης δεν με προσδίδει αυτοδικαίως αυτήν την ιδιότητα.
Η Θεσσαλονίκη, από την πρώτη μέρα, το 1963, που ήρθα από την επαρχία για να σπουδάσω στη Φιλοσοφική Σχολή, με κέρδισε με τη γοητευτική τοπογραφία της, την ιστορική της μνήμη, τη ζωντανή παράδοσή της, την πολυεθνική διαστρωμάτωση των πολιτισμών της, το ακατάβλητο πείσμα της για ανανέωση. «Άπαξ και δεχτεί κανείς την κρυφή ακτινοβολία αυτής της πόλης», σύμφωνα με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, «δεν μπορεί πλέον να γράφει για άλλα πράγματα».
Συμπληρώνοντας την προηγούμενη απάντηση, θα συνεχίσω να γράφω εκλαϊκευμένα κείμενα για την αγαπημένη μου πόλη. Το επόμενο διάστημα θα εκδοθεί ο τρίτος θεματικός ιστορικός και περιηγητικός οδηγός της πόλης, Η Θεσσαλονίκη των Βυζαντινών, κι έπεται η συνέχεια όσο έχουμε την υγειά μας.
