Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Ο Αμπδόν Ουμπίδια (Κίτο, 1944), πολυβραβευμένος στην πατρίδα του και τη Λατινική Αμερική, είναι γνωστός πλέον στο ελληνικό κοινό για τη λιτή και περιεκτική του φόρμα, την καλοδουλεμένη σε αναπάντεχο βαθμό γλώσσα του και την ακριβή, χαμηλόφωνη αφήγησή του, μια αφήγηση αντικειμενική, αδέκαστη και συνταρακτική στην απλότητά της. Με το βιβλίο του Σιωπηλή σαν το θάνατο (Βραβείο Eugenio Espejo, 2012), που μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη, επιβεβαιώνει την ικανότητά του να υπηρετεί ποικίλα λογοτεχνικά είδη, γράφοντας με απροσδόκητη επιτυχία ένα οικουμενικό ψυχολογικό θρίλερ.
Πρόκειται μάλλον για μια προοπτική. Με αυτόν τον τρόπο ανοίγει η διήγηση. Νομίζω πως αυτή η προοπτική πρέπει να μεταφερθεί στον αναγνώστη, για να του ξυπνήσει το ενδιαφέρον.
Από αυτό το κομβικό γεγονός, φυσικά. Ωστόσο, δεν ξέρω αν είναι πικρία. Δεν το νομίζω. Μελαγχολία, ναι. Και είναι ένα προσωπικό του χαρακτηριστικό. Όπως συμβαίνει και με άλλους πρωταγωνιστές μυθιστορημάτων ή διηγημάτων μου, αποτελεί ένα σημείο-κλειδί του χαρακτήρα του.
Ας πούμε ότι είναι πενήντα χρονών πάνω-κάτω. Σήμερα που ζούμε μέχρι τα ενενήντα, δε θεωρείται τόσο προχωρημένη ηλικία. Και δεν αποφεύγω την ερώτησή σας. Η απάντηση είναι, ναι. Ο Σαραμάγκου αποτελεί ένα παράδειγμα. Όπως και ο Τολστόι τον 19ο αιώνα, όταν ο προσδόκιμος χρόνος ζωής μόλις που πλησίαζε την ηλικία των πενήντα, εκείνος άρχισε να γράφει σ’ αυτή την ηλικία.
Αυτή η βραδύτητα, αυτός ο αργός τρόπος να αντιδράς και να παίρνεις αποφάσεις, ας πούμε ότι αποτελεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ψυχής της πόλης μου.
Ένας βασανιστής δεν αφήνει αδιάφορο κανέναν. Ούτε τον γιατρό μπορεί ν’ αφήσει αδιάφορο. Κάθε μορφή βασανιστηρίου είναι απεχθής.
Στην υπόθεση του βιβλίου, βρισκόμαστε στο 1983. Η δικτατορία στην Αργεντινή μόλις έχει τελειώσει. Οι δολοφονίες, τα βασανιστήρια και οι εξαφανίσεις δεν πρέπει να λησμονιούνται ποτέ. Οι Γιαγιάδες και οι Μητέρες της Πλάσα δε Μάγιο μάς το θυμίζουν συνεχώς.
Ένας απλός άνθρωπος δε βασανίζει, εκτός κι αν πρόκειται για καμουφλαρισμένο ψυχοπαθή. Ένας εξ επαγγέλματος βασανιστής, ο οποίος απλώς εκπληρώνει τα αποκρουστικά του καθήκοντα, επικαλείται τα μεγάλα ιδανικά: την πατρίδα, την τάξη και τα υπόλοιπα• σκοτώνει και βασανίζει εν ονόματι μιας ιδεολογίας που του δίνει άλλοθι. Το Κακό δεν υπάρχει γι’ αυτόν. Θα ’πρεπε να ξαναδιαβάσουμε τη Χάνα Άρεντ.
Το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα ακόμα από τα νοητικά του τεχνάσματα προκειμένου να δικαιολογηθεί, σε απόλυτη αρμονία με τη φασιστική του ιδεολογία.
Ειλικρινά, δεν είχα σκεφτεί τη συμβολική αντιπαράθεση ενός εργαλείου ιατρικής χρήσης και ενός πυροβόλου όπλου. Ίσως να ισχύει. Συμφωνώ, ωστόσο, μαζί σας: Αρκετοί είναι εκείνοι που μου είπαν (μεταξύ αυτών και ένας διακεκριμένος Έλληνας κριτικός) ότι έγραψα ένα θρίλερ ψυχολογικό, ίσως και φιλοσοφικό.
Η συμπεριφορά απέναντι στον θάνατο και τον πόνο του άλλου καθορίζει τα ηθικά όρια του καθενός. Και τις θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ των διαφορετικών ανθρώπινων νοοτροπιών.
Το Κακό, δυστυχώς, είναι μόνο η συνείδηση του Κακού. Μια επιλογή. Αυτό έγραψα και στη Madriguera [Το λαγούμι], ένα άλλο μυθιστόρημά μου. Για μια διεστραμμένη συνείδηση, το Κακό μπορεί και να μην υπάρχει ή να αποτελεί μια εκδοχή του δικού της Καλού.
Η ελληνική κουλτούρα δεν έχει επηρεάσει μόνο εμένα στη συγγραφή. Έχει επηρεάσει ολόκληρη τη Δυτική κουλτούρα. Η Ελλάδα είναι η αρχή. Είναι ο βασικός κώδικας. Αλλά, επίσης, ένας κώδικας ανοιχτός, όπως θα λέγαμε σήμερα. Με αφετηρία αυτόν ξεδιπλώνονται όλες οι λογοτεχνίες της Δύσης. Οι ελληνικοί μύθοι και οι Έλληνες φιλόσοφοι διασχίζουν ολόκληρη τη Δυτική σκέψη.
Πρόκειται για έναν έρωτα παλιό και μακρινό. Την έχω επισκεφτεί τρεις φορές. Έχω δημοσιεύσει ήδη τέσσερα βιβλία μου στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, το χρέος μου είναι ήδη αδύνατον να ξεπληρωθεί. Μπορώ να πω ότι ο Όμηρος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης και χιλιετίες αργότερα ο Καβάφης, ο Σεφέρης και τόσοι άλλοι έχουν πια περάσει στο DNA μου. Κατά τ’ άλλα, το παρόν της με πονάει. Μου θυμίζει την πατρίδα μου, ένα ακόμα θύμα τα τελευταία χρόνια του πιο άκαρδου νεοφιλελευθερισμού.
Ότι στην άλλη άκρη του κόσμου, σε μια χώρα των Άνδεων που ονομάζεται Εκουαδόρ, υπάρχουν πολλοί καλοί συγγραφείς οι οποίοι θα ήθελαν να γίνουν γνωστοί στην Ελλάδα. Ευτυχώς, έμαθα ότι μια εξαιρετική νέα μυθιστοριογράφος μας, η Μόνικα Οχέδα, δημοσιεύεται ήδη εκεί.
