Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Η Σοφία Νικολαΐδου έχει εκδώσει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες και μεταφράσεις. Από το 1992 έως το 2018 εργάστηκε ως φιλόλογος σε σχολείο. Από το 2019 διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το μυθιστόρημά της Χορεύουν οι ελέφαντες (Μεταίχμιο, 2012) μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Melville House. Το μυθιστόρημά της Απόψε δεν έχουμε φίλους (Μεταίχμιο, 2010), για το οποίο τιμήθηκε με το Athens Prize for Literature 2010, μεταφράστηκε στα εβραϊκά και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Kester Books. Το βιβλίο της Καλά και σήμερα: Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος (Μεταίχμιο, 2015) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ως έργο που προάγει τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα. Από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν επίσης: το μυθιστόρημα Στο τέλος νικάω εγώ (2017) και το βιβλίο Το χρυσό βραχιόλι (2020), το οποίο μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, σχεδόν από τότε που πρωτοάρχισα να γράφω, συγκέντρωνα αυτές τις ιστορίες. Το γραφείο μου ήταν γεμάτο χαρτάκια. Μια μέρα, σε ένα οικογενειακό τραπέζι στο πατρικό, την ώρα που χαζεύαμε παλιές φωτογραφίες, εκείνες τις ασπρόμαυρες με τα δοντάκια, έπεσα πάνω σε ένα αριστείο της μαμάς μου. Πλάι στον άριστο βαθμό υπήρχε η ένδειξη: Αικατερίνη Τομπαΐδου του Ευσταθίου (αυτό ήταν το πατρώνυμο της μαμάς), επάγγελμα εργάτης. Μέχρι τότε δεν το είχα προσέξει. Στα παλιά σχολικά έγγραφα σημειωνόταν το επάγγελμα του πατέρα. Δεν ξέρω, κάτι μου έκανε. Όλες οι ιστορίες που συγκέντρωνα απέκτησαν αίφνης νόημα. Τότε το αποφάσισα. Είπα, θα γράψω αυτό το βιβλίο. Στη συνέχεια και για επτά περίπου χρόνια ταξίδεψα συστηματικά στην Ελλάδα. Από παντού μάζευα ιστορίες – χώρια αυτές που είχα αποτυπώσει ή μαγνητοφωνήσει νωρίτερα. Ιστορίες ανθρώπων που ήταν οι πρώτοι στην οικογένειά τους που σπούδασαν. Με το πτυχίο τους άλλαξαν ζωή. Συνήθως άνθρωποι από σόγια φτωχά, πολλές φορές παιδιά αγράμματων γονιών ή γονιών που ήξεραν λίγα γράμματα. Για μένα Το χρυσό βραχιόλι θησαυρίζει ιστορίες επιβίωσης και νίκης ανθρώπων που σήκωσαν το ταβάνι λίγο ψηλότερα, πάλεψαν και τα κατάφεραν.
Ο τίτλος προέρχεται από μία φράση που έλεγαν οι παλιές γιαγιάδες στα χωριά της Μακεδονίας και του Έβρου (αν και αρκετοί Αθηναίοι μού είπαν ότι είχαν ακουστά τη φράση). «Χρυσό βραχιόλι» ήταν οι σπουδές, το πτυχίο. «Να βάλει το παιδί το χρυσό βραχιόλι, να κοιμάμαι ήσυχη». Ή «να πάρεις το χρυσό βραχιόλι, να μην έχεις ανάγκη κανέναν». Αφορούσε κυρίως τα κορίτσια, αλλά όχι μόνο: «Να βάλεις το χρυσό βραχιόλι, να μην έχεις κανέναν κερατά στο κεφάλι σου». Το «χρυσό βραχιόλι» εξασφάλιζε τότε δουλειά, δηλαδή ανεξαρτησία. Λειτουργούσε ως ισχυρό σύμβολο. Ακόμα και σήμερα, αρκετοί φοιτητές μού είπαν ότι ήξεραν τη φράση, την είχαν ακούσει από τους δικούς τους γονείς.
Σε μια παρέα, ξέρετε, ο συγγραφέας δεν είναι συνήθως αυτός που μιλάει. Είναι αυτός που ακούει. Όλοι έχουν μια ωραία ιστορία να αφηγηθούν. Αρκεί να αφιερώσουμε χρόνο και ψυχή, για να τους ακούσουμε. Στα μη μυθοπλαστικά βιβλία, ο συγγραφέας σκύβει με σεβασμό πάνω στον ορυκτό εαυτό των ανθρώπων που του χαρίζουν τις ιστορίες τους. Τις καθαρίζει από τα χώματα και τις πετρούλες, τις αφήνει να λάμψουν. «Οι ζωές των άλλων» φωτίζουν και ερμηνεύουν τις δικές μας ζωές, αλλά και τον κόσμο γύρω μας.
Επειδή πίστευαν ότι τα γράμματα «σε κάνουν άνθρωπο». Ιδίως οι πιο φτωχοί γονείς, οι πιο στερημένοι άνθρωποι πίστευαν ότι οι σπουδές, κυρίως παλιότερα, ήταν ο μόνος τρόπος για τα παιδιά που είχαν ικανότητες, αλλά δεν είχαν πλάτες να ξεχωρίσουν, να ξεφύγουν από τη φτώχεια και να ανέλθουν κοινωνικά. Όμως η κοινωνική ευελιξία της ελληνικής κοινωνίας χάνεται σιγά σιγά.
Εντύπωση μου έκανε η ιστορία μιας κοπέλας στην περιοχή του Έβρου που έκανε απεργία πείνας για να τη στείλουν στο Γυμνάσιο, για να συνεχίσει τις σπουδές της.
Αν ξέρουμε τι θέλουμε, αν μας καίει η φωτιά της επιθυμίας, ε, τότε ναι, δεν τα παρατάμε. Επιμένουμε. Και ο επιμένων νικά, συνήθως κόντρα στις στατιστικές και τις προβλέψεις.
Όπως αναφέρει Ελληνίδα του βιβλίου που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αυστραλία: «Οι γονείς έλεγαν, εμείς από εσάς περιμένουμε να κάνετε πράγματα, να ζήσετε καλύτερα. [...] Αυτό αντίστοιχα δεν το έβλεπα στα σπίτια των Αυστραλών φίλων μου. Όλοι βρήκαν καλές δουλειές χωρίς να χρειαστεί να σπουδάσουν. Δεν θυμάμαι κανένας Αυστραλός, Εγγλέζος, Σκοτσέζος, εκεί που ζούσαμε, να είχε άγχος να σπουδάσει. Εμείς όμως το ακούγαμε. Ήταν διάχυτο. Το σχολείο ήταν πολύ σημαντικό». Οι μόνοι που σπούδασαν από το σχολείο της ήταν η ίδια και μία Κύπρια συμμαθήτριά της. Οι Έλληνες γονείς είχαν την πετριά, επέμεναν να μορφωθούν τα παιδιά τους. Τους έσπρωχναν προς τα εκεί – και τα παιδιά που μου μίλησαν τα κατάφεραν.
Δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς. Έχει να κάνει με πολλά πράγματα. Σκεφτείτε ότι πολλοί Έλληνες μετανάστες, όταν έπιασαν λεφτά στα χέρια τους, αγόρασαν ή έχτισαν σπίτι στην Ελλάδα, ενώ εξακολουθούσαν να ζουν στο εξωτερικό. Υπήρχαν φυσικά και οι μεγάλες ευκολίες για τις εξετάσεις των «ομογενών εξ αλλοδαπής». Όλα έπαιξαν ρόλο.
Η φλόγα χάνεται σιγά σιγά. Όμως η φόρα εξακολουθεί να υπάρχει. Ό,τι και να λέμε, οι περισσότεροι γονείς, ακόμα και σήμερα, θεωρούμε ότι τα παιδιά μας θα σπουδάσουν. Το ίδιο και τα παιδιά. Οι σημερινοί φοιτητές, αυτοί που μου εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες τους, εργάζονται και σπουδάζουν. Κουράζονται, αλλά δεν βαρυγκομούν. Θεωρούν ότι οι σπουδές είναι, ακόμα και σήμερα, ένα παράθυρο στον κόσμο.
Είναι γνωστό πια ότι οι σπουδές δεν εξασφαλίζουν δουλειά, όπως συνέβαινε με τις παλαιότερες γενιές. Παρ’ όλα αυτά, μου κάνει εντύπωση ότι η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να γυρίζει γύρω από τις πανελλαδικές. Πολλοί γονείς και αρκετά παιδιά σκέφτονται: Ας υπάρχει ένα πτυχίο, κι ας δουλέψω σε κάτι άλλο μετά. Αυτό σε έναν Άγγλο ή σε έναν Αμερικανό φαντάζει παράλογο. Έχει να κάνει με την ιστορική διαδρομή της ελληνικής κοινωνίας μέσα στον 20ό αιώνα και τις ανακατατάξεις που διαμόρφωσαν τη χώρα, γεωγραφικά, κοινωνικά, οικονομικά, με βάση τις σπουδές. Έχει να κάνει, βεβαίως, και με το γεγονός ότι η επαγγελματική εκπαίδευση είναι απαξιωμένη δυστυχώς. Σιγά σιγά, βέβαια, αναγκαστικά το τοπίο αλλάζει.
Όπως το λέτε είναι. Αυτό το βιβλίο απεικονίζει την ιστορική, κοινωνική και πολιτική περιπέτεια της χώρας τον 20ό και τον 21ο αιώνα. Όταν το διαβάζεις, ανοίγεται μπροστά σου ένα πανόραμα: η σκυταλοδρομία των γενεών, οι ιστορικές συγκυρίες, οι αγώνες των ανθρώπων. Μια διαρκής διελκυστίνδα ανάμεσα στην κοινωνία, τα στερεότυπα, τις αντοχές και τη δύναμη των ανθρώπων. Ένα μάθημα ιστορίας, κοινωνιολογίας και ανθρωπογνωσίας για τη χώρα όπου ζούμε.
Εδώ και είκοσι περίπου χρόνια διδάσκω Δημιουργική Γραφή. Αυτό είναι και το αντικείμενό μου στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, στο οποίο διδάσκω από το 2019. Είναι ένα αντικείμενο που το αγαπώ και μου έχει μάθει πάρα πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Το ταλέντο, φυσικά, δεν διδάσκεται. Όμως το ταλέντο μονάχο του, χωρίς μελέτη, χωρίς πολλή και συστηματική δουλειά έχει κοντά πόδια. Ένας συγγραφέας μαθαίνει το αντικείμενο μελετώντας τους μεγάλους μάστορες, διαβάζοντας πολλά και διαφορετικά είδη γραφής, παλιότερα και σύγχρονα, και επενδύοντας σε ατελείωτες συγγραφικές εργατοώρες, στις οποίες δοκιμάζει πράγματα. Όπως δεν θα ρωτούσαμε έναν μουσικό αν πηγαίνει στο ωδείο, έναν ζωγράφο αν φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών ή έναν χορευτή αν έκανε μαθήματα (παρόλο που υπάρχουν εξαιρετικοί αυτοδίδακτοι μουσικοί, ζωγράφοι και χορευτές), έτσι και με τους συγγραφείς, πιστεύω. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι, για να φτάσει κανείς εκεί που θέλει. Ένας από αυτούς είναι η δημιουργική γραφή.
(Γέλια). Μεγάλη διαδρομή; Αν εννοείτε ότι έχω αρκετά χρόνια που γράφω και δημοσιεύω, σχεδόν είκοσι πέντε πια, ναι. Δεν είμαι φρέσκο φιντάνι, όμως κάθε φορά, με κάθε καινούργιο βιβλίο, ψάχνω ένα καινούργιο «παιχνίδι». Ένα συγγραφικό ρίσκο που θα με βγάλει από την πεπατημένη, θα μου μάθει καινούργια πράγματα, θα με πάει παραπέρα συγγραφικά. Αυτή είναι η χαρά της συγγραφής. Και όσο μεγαλώνω, η χαρά αυτή γίνεται μεγαλύτερη. Δεν είναι λίγο αυτό. Είναι μεγάλο δώρο και ευγνωμονώ τη ζωή που μου το χάρισε.
Οι γονείς μου δεν μας βάραιναν με συμβουλές. Μου έμαθαν να απολαμβάνω τη ζωή και να παλεύω στα δύσκολα. Μεγάλη προίκα.
