Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Ο Δημήτρης Οικονόμου γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1974, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Ε.Μ.Π. και μουσική (χωρίς να ολοκληρώσει) σε διάφορα ωδεία. Δίδαξε εθελοντικά, επί τρία χρόνια, ελληνικά σε μετανάστες στο Κυριακάτικο Σχολείο Μεταναστών. Το 2005, διακρίθηκε σε μουσικό διαγωνισμό που διοργάνωσε η εταιρεία Μικρή Άρκτος με το τραγούδι «Αγύριστο κεφάλι», σε σύνθεση και στίχους του ιδίου, το οποίο κυκλοφόρησε στον συλλογικό δίσκο 2η ακρόαση της Μικρής Άρκτου. Το 2009 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα, H πόλη του αναστέλλοντος ήλιου (Εκδόσεις Μελάνι – υποψηφιότητα για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα 2010 από το περιοδικό Διαβάζω). Το διήγημά του «Ανθρωποθυρίδα» τιμήθηκε με το Γ’ Βραβείο πεζογραφίας στον ΚΘ’ λογοτεχνικό διαγωνισμό 2011 του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και συμπεριλαμβάνεται στον ΣΤ’ τόμο της συλλογής διηγημάτων Το ελληνικό φανταστικό διήγημα (Εκδόσεις Αίολος, 2012). Το 2012, βραβεύτηκε με το Α’ Βραβείο στον διαγωνισμό Θεατρικού Μονόπρακτου της Εταιρείας Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού για τον μονόλογο Ώρα ανάγκης. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά, κι έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά. Το μυθιστόρημά του Ο τελευταίος φύλακας, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ίκαρος, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα Γιάννενα ήταν η τελευταία μεγάλη πόλη όχι μόνο στη δυτική Ελλάδα, αλλά και σε όλα τα δυτικά παράλια της Αδριατικής. Αμέσως επόμενη ήταν η Τεργέστη. Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρέπαιε, οι Μεγάλες Δυνάμεις ανταγωνίζονταν για τη διάδοχη κατάσταση. Στην πόλη είχαν ιδρυθεί πολλά προξενεία. Το ιταλικό, το ρωσικό, το ρουμανικό, το ελληνικό, ενώ η Μεγάλη Βρετανία είχε εγκαταστήσει στρατιωτικό γραφείο. Τα προξενεία αυτά αποτελούσαν καταφύγιο για κατασκόπους και εθνικιστικές ομάδες. Όπως καταλαβαίνετε, η ομίχλη της Παμβώτιδας ήταν το καλύτερο σκηνικό για τον χορό των κατασκόπων που είχε στηθεί. Γρήγορα φάνηκαν οι συμμαχίες και οι δολοπλοκίες. Το γαλλικό προξενείο με τον φιλέλληνα πρόξενό του και την επίσης φιλελληνίδα σύζυγό του ευνοούσε την Ελλάδα, το ιταλικό τους Ρουμάνους, ενώ οι Άγγλοι, ως κλασικοί Άγγλοι, απλά περίμεναν ποιος θα βγει νικητής για να πάρουν το μέρος του. Κι ενώ πράκτορες, συμμορίτες και καπετάνιοι μπαινόβγαιναν μέσα στην πόλη, οι κοινότητες ζούσαν μονοιασμένα κι αγαπημένα. Σ’ αυτή την αρμονική συμβίωση του λαού οφείλεται το γεγονός ότι η πόλη παραδόθηκε χωρίς αιματοχυσίες, επεισόδια, λεηλασίες, πυρκαγιές.
Οι Γιαννιώτες καίγονταν για την ελευθερία. Μην ξεχνάτε πως είχαν τη μεγαλύτερη περίοδο σκλαβιάς στον ελλαδικό χώρο. Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα σύνορα με την Ελλάδα έφταναν έξω απ’ την Άρτα. Ήταν τόσο κοντά τους, που δεν άντεχαν άλλο να ζουν υπό τον οθωμανικό ζυγό. Μέλη της Ηπειρωτικής Εταιρείας ήταν επιφανείς χριστιανοί Ιωαννίτες, όπως λέγονταν τα μέλη της ελληνικής κοινότητας, με κύρος, οικογένειες και περιουσίες, τα οποία θα έχαναν αν τους συλλάμβαναν. Το παράδειγμά τους ήταν ικανό να πείσει και τους πιο διστακτικούς. Από την άλλη μεριά, η ρητή εντολή ό,τι κι αν γίνει να μη χυθεί αίμα μέσα στα Γιάννενα νομίζω πως έπαιξε κι αυτή το ρόλο της για τις προθέσεις του κινήματος.
Όλο το μυθιστόρημα επεξηγεί ακριβώς αυτό: ότι το πατριωτικό αίσθημα προϋπήρχε στους Γιαννιώτες. Αυτή είναι και η απάντηση στο ερώτημα που θέτω στον πρόλογο: Τι ήταν αυτό που τους ώθησε να γράψουν την πιο ιστορική σελίδα στη σύγχρονη ιστορία της χώρας; Πώς μια χούφτα απλοί άνθρωποι, χωρικοί, δάσκαλοι, αγρότες, υλοτόμοι, οικοδόμοι, αντιμετώπιζαν μια υπερδύναμη, την ώρα που στην Αθήνα ο λαός ακόμα πανηγύριζε την επιστράτευση και το ΓΕΣ τούς άφηνε εντελώς αβοήθητους; Δεν είχαν απλώς να υπερασπιστούν τον τόπο τους και τις οικογένειές τους, αλλά όλο τους το είναι. Και ποιο ήταν αυτό το είναι, τι είχε διαμορφώσει την ύπαρξή τους; Ήταν ο αγώνας των ίδιων τους των πατεράδων (της Ηπειρωτικής Εταιρείας δηλαδή) για ελευθερία, ήταν οι δικοί τους αγώνες για ειρηνικό εξελληνισμό των εθνικών μειονοτήτων, ήταν οι ιστορίες και οι θρύλοι για τα δάση, τους λύκους, τα ποτάμια, τα βουνά, τη λίμνη των Ιωαννίνων που κουβαλούσαν μέσα τους, ήταν η καθημερινή προσπάθεια για επιβίωση, ήταν η αρμονική συμβίωση με τη φύση και το δίπολο επικυριαρχία-σεβασμός, καρπός της οποίας ήταν τα πέτρινα γεφύρια ή το κυνήγι που περιοριζόταν μόνο στα απαραίτητα, ήταν τα ήθη και τα έθιμα, όπως αυτά των Βλάχων, ήταν η ντοπιολαλιά και οι ιδιωματισμοί της, ήταν δηλαδή όλα αυτά που, πιάνοντας το πνεύμα της εποχής, δίδασκε με τόσο πάθος ο παιδαγωγός Σούρλας, ο οποίος πρέπει να τονίσω πως ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ως «εγγύτερη πατρίδα». Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο, καταλαβαίνει ότι δεν είχαν άλλη επιλογή. Ήταν αυτονόητο ότι θα πέθαιναν μέχρι τελευταίου ανδρός στο Καλπάκι και στην Γκραμπάλα.
Επειδή ήθελα να δώσω τη συνέχεια στους αγώνες για τη λεφτεριά. Ότι ουσιαστικά ένας είναι ο αγώνας, διαρκής στον χρόνο. Η νέα γενιά πήρε τη σκυτάλη απ’ τους γονείς της. Γι’ αυτό κι έχω ένα κεφάλαιο όπου ο πατέρας, ο Γιώργης, ορκίζεται ελευθερωτής στους κόλπους της Ηπειρωτικής Εταιρείας με τον όρκο που του ζητάει να χύσει μέχρι και την τελευταία ρανίδα του αίματός του και αμέσως μετά βάζω τον γιο του, τον Ανδρέα, να οπλίζει το Μάνλιχερ και να ρίχνει την πρώτη σφαίρα στους εισβολείς.
Πάρα πολλά, όπως διαβάζετε στο παράρτημα. Κυρίως όμως τα αρχεία της Ηπειρωτικής Εταιρείας. Εκεί είχα μεγάλα κενά. Γενικά νομίζω ότι είναι μια πτυχή της ιστορίας που, επειδή εξελίχτηκε παράλληλα με τον Μακεδονικό Αγώνα, χωρίς να έχει την ίδια έκταση και τον ίδιο αντίχτυπο στην κοινωνία, έχει μείνει λίγο στη σκιά του. Στη δική του όμως κλίμακα, ο αγώνας αυτός δεν παύει να είναι εξίσου σπουδαίος και ηρωικός.
Όταν ο αγώνας φεύγει από το συνολικό, όπως είναι ο πόλεμος ανάμεσα σε δυο κράτη, και γίνεται ατομικό, όπως είναι η υπεράσπιση του σπιτιού σου από στρατιωτικές, παραστρατιωτικές ή αντάρτικες ομάδες, τότε αυτό που σε οπλίζει και μόνο είναι η αίσθηση του καθήκοντος, της τιμής και της υπόληψης. Ό,τι έχεις ζήσει μέχρι τότε, όπως περιγράφω στο βιβλίο, και σε έχει διαμορφώσει ως χαρακτήρα, έρχεται κάποτε η στιγμή να το μετουσιώσεις σε πράξεις, να αποδείξεις ποιος πραγματικά είσαι κι αν όλα αυτά που έζησες σε έκαναν αυτό που είσαι.
Πάρα πολύ. Αν και δεν έχω μεγαλώσει εκεί, νιώθω μια βαθιά σύνδεση με τον τόπο μου. Όταν έγραφα για αυτά, ήταν σαν να έγραφα για μένα. Μου έβγαινε τόσο φυσικά και αβίαστα, σαν να περιέγραφα ένα κομμάτι του εαυτού μου.
Η ιδέα του έθνους είναι δυναμική, δηλαδή ευμετάβλητη προϊόντος του χρόνου, και η ρευστότητά της καθορίζεται κυρίως από την εποχή της. Υπό αυτή την έννοια δεν θα τους χαρακτήριζα προδότες του έθνους. Και οι δύο παρατάξεις πολεμούσαν για τα χαρακτηριστικά που ήθελε η κάθε μία να προσδώσει στο έθνος. Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει μια αναθεώρηση της ιστορίας, που εμπεριέχει πολλές παγίδες και ξυπνά εμφύλια πάθη σε κάποιους βαθιά νυχτωμένους. Δε θέλω να υποπέσω στην ίδια παγίδα κι εγώ. Αυτό που πρόδωσαν όμως όλοι αυτοί είναι το υπέρτατο ιδανικό για το οποίο πολέμησαν, αυτό της ελευθερίας. Κανείς δεν ήταν ελεύθερος στον Εμφύλιο. Ούτε και τα επόμενα χρόνια. Ο κεντρικός ήρωας παίρνει την πιο κρίσιμη απόφαση για τον ίδιο και την οικογένειά του να μην αφήσει το σπίτι του, γιατί θεωρεί ότι γι’ αυτό πολέμησε, για να ζει ελεύθερος σ’ αυτό. Στο βιβλίο έχω μια φράση που ήδη έχει προσεχτεί από την κριτική, εκεί που ζητάνε στον Ανδρέα να υπογράψει τη δήλωση μετανοίας κι εκείνος απαντά: «Μου λες ότι αν υπογράψω θα είμαι ελεύθερος. Κι εγώ σου λέω ότι πάλι φυλακισμένος θα είμαι».
Εγώ επιστρέφω κάθε χρόνο στην Ήπειρο και στα βουνά της, πηγαίνω ορειβασία στα πυκνά δάση, ανεβαίνω σε κορφές και σε δρακόλιμνες, κάνω μπάνιο στον Βοϊδομάτη. Τα μαγευτικά, όπως πολύ σωστά λέτε, τοπία τονίζουν το μεγαλείο της φύσης και την ταπεινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Καλό είναι με τους ρυθμούς που ζούμε στις μεγάλες πόλεις και την αίσθηση του ανίκητου που αυτή αποπνέει να παίρνουμε τις ανάσες μας και να καταλαβαίνουμε ότι είμαστε φιλοξενούμενοι σ’ αυτόν τον πλανήτη, όπως και όλα τα άλλα είδη που ζουν σ’ αυτόν. Υπάρχουν χωριά που είναι ακόμα φτωχά και άρα παρθένα στην επέλαση του τουρισμού και του καταναλωτισμού. Κι εκεί θα συναντήσετε κατοίκους που θα σας φιλέψουν ό,τι έχουν, λίγη πίτα, κρασί και αυγά με πατάτες τηγανητές. Κι ενώ το καλοκαίρι στην Ελλάδα έχει επικρατήσει το στερεότυπο ήλιος-θάλασσα-νησί, το οποίο υπηρετώ κι εγώ κάθε χρόνο, διαπιστώνω ότι είναι όλο και περισσότεροι αυτοί που αισθάνονται το ίδιο και επιζητούν τα ίδια πράγματα – και κυρίως νέοι. Στο Μεγάλο Πάπιγκο η high season είναι τον Αύγουστο, τα ξενοδοχεία είναι γεμάτα από ορειβάτες. Όπως, άλλο παράδειγμα, το απομονωμένο ορεινό καταφύγιο στον Σμόλικα, σε υψόμετρο 1.750 μ., το διαχειρίζονται δυο αδερφές που δεν είναι πάνω από είκοσι πέντε χρονών και είναι γεμάτο από πιτσιρικαρία. Και όσοι από τους αναγνώστες δεν μπορούν να το κάνουν διά ζώσης, ίσως να το ζήσουν μέσα απ’ το βιβλίο.
Η κλισέ απάντηση σ’ αυτό είναι πως τα αγαπώ όλα και πως όλα είναι παιδιά μου, άρα δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο, αλλά θα προτιμήσω να σας αναφέρω μια φράση που μου έχει πει η ιδιοκτήτρια των Εκδόσεων Ίκαρος, η κυρία Καρύδη, ότι: «Οι καριέρες χτίζονται. Ακόμα και του συγγραφέα». Αυτό που εννοεί είναι πως κάθε βιβλίο σού προσθέτει κάτι. Κι αυτό απαιτεί δουλειά και στοχοπροσήλωση. Απλά θα προσθέσω τη διάσημη φράση του Νίκου Γκάλη, όταν τον ρώτησαν στον προημιτελικό του ’87 αν ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του: «Μέχρι το επόμενο παιχνίδι».
Με δάκρυα στα μάτια. Χωρίς υπερβολή.
Απευθύνετε την ερώτηση σε κάποιον που η οικογένειά του έχει ιστορία τεσσάρων γενιών στην εκπαίδευση. Ο αδερφός μου που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο συνεχίζει ως πέμπτη γενιά. Οπότε καταλαβαίνετε ότι είναι κάτι σαν family business για μένα. Διαθέτω έναν βαθύ σεβασμό στο λειτούργημα του δασκάλου. Και οι δυο παππούδες μου ήταν δάσκαλοι. Κι ας κάνουν μερικοί ό,τι μπορούν για να το απαξιώσουν. Ζούμε μεταβατικές εποχές. Πλέον το σχολείο δεν παίζει τον ίδιο ρόλο στη διαμόρφωση χαρακτήρων όσο μέχρι και πριν από λίγα χρόνια. Τον ρόλο αυτό έχει αναλάβει το ίντερνετ και όποιος δεν το βλέπει, συμπεριλαμβανομένου και του Υπουργείου Παιδείας, εθελοτυφλεί. Όμως πάνω απ’ όλα οι ίδιοι οι δάσκαλοι καλούνται να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και στις προκλήσεις. Δεν ξεχνάω ποτέ πως κάθε φορά που έβγαινα βόλτα με τον παππού μου στον Μώλο, στα Γιάννενα, τον σταματούσαν κάθε πέντε μέτρα είτε για να τον χαιρετήσουν, είτε για να του φιλήσουν το χέρι. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή για έναν δάσκαλο κι αυτό πρέπει να έχει στο μυαλό του κάθε φορά που μπαίνει στην αίθουσα.
Θα σας εξομολογηθώ τη μικρή μου αμαρτία. Λίγο πριν φύγω για διακοπές, αρχές Αυγούστου, μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο για να αγοράσω κάποιο καλό βιβλίο τελευταίας σοδειάς. Ύστερα από άπειρα χρόνια συστηματικής ανάγνωσης και μελέτης της λογοτεχνίας, τόσο της ελληνικής όσο και της ξένης, πέτυχα ξαφνικά, πάνω στον πάγκο, το Dune. Το prequel της θρυλικής σειράς επιστημονικής φαντασίας που είχα διαβάσει όταν ήμουν δεκαέξι. Στεκόταν εκεί αγέρωχο και περήφανο και με καλούσε να μου εξηγήσει πώς προέκυψε ο οίκος των Ατρειδών. Η έφηβη καρδιά μου σκίρτησε. Έπρεπε να το αποκτήσω παρά τις 700 περίπου σελίδες και το ακριβό αντίτιμο. Κοντεύω να το τελειώσω και δεν με έχει απογοητεύσει ούτε σε μια σελίδα του.
Να είμαι ακέραιος χαρακτήρας. Με την έννοια τού να σέβομαι τον συνάνθρωπο, την κοινωνία και τον εαυτό μου.
