Αναρτήθηκε στις:12-02-21 13:34

«Μουσείο Αναμνήσεων και Μαρτυριών» το βιβλίο του Βασίλη Μαλισιόβα


«ΚΑΤΣΕ ΝΑ ΣΟΥ ΜΟΛΟΓΗΣΩ»

του Βασίλη Μαλισιόβα, πρόλογος: Γ. Τράπαλης – σελ. 272,

εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2020




Παραμυθητική είναι η ανάγκη του ακάματου ερευνητή και ιστοριοσυλλέκτη Βασίλη Μαλισιόβα να ανατρέξει στο παρελθόν της ιδιαίτερης πατρίδας του Ηπείρου (ειδικώς των ορεινών και αγροτικών συνοικισμών του νομού Άρτης, με επίκεντρο τη γενέτειρά του Μαρκινιάδα Άρτης) και να διασώσει «ιδέαν τινά» της προπολεμικής (προ του 1940), πολεμικής και έν τινι βαθμώ μεταπολεμικής ζωής των ανθρώπων τους.

Είναι παρηγορία που αγγίζει το βαθύ υπόστρωμα της ψυχής του, σαν μια θεία λειτουργία κατά την οποία ο Χρόνος σαν Μέγας Αρχιερεύς διαβάζει από τα κατάστιχά του τις αγνές ψυχές.

Μια Ανάσταση, στην οποία σμίγουν εν τω αυτώ ζώντες και τεθνεώτες, μια Υπέροχη αλλά και Υπερβατική Ένωση που σαν θαύμα ή σαν μέσα από ρήγμα σεισμού ο φιλίστωρ συγγραφέας επιζητεί.

Ένα ευμέγεθες Σώμα Ανθρώπων (όλοι οι συμμετέχοντες μοιάζουν να συναιρούνται σε ένα και μόνο Σώμα) που κι αν πέρασαν, ή κι αν περνούν ακόμη από τον δρόμο της ζωής, αφήνουν πίσω τους τα βαθιά ίχνη ή τα ευλογημένα τους κατάλοιπα, ταγμένοι σε έναν ανώτερο Σκοπό, υποταγμένοι όπως φαίνεται σε μιαν Υψηλή Ιδέα, που θα μπορούσε να είναι «το συλλογικό καλό», «η επιβίωση, συμβίωση και πρόοδος μιας κοινότητας ή τοπικής κοινωνίας».

Αίμα από το αίμα τους κι ο συγγραφέας, ανοίγει θέση στην πλατιά και ευρύχωρη ψυχή του για να χωρέσουν οι ιστορίες τους, ήτοι οι ψυχές των προπατόρων, συγγενών και συγχωριανών του. Αυτό πρέπει να είναι τελικά το μεδούλι της παρηγορίας για τον νοήμονα και φιλόπονο συγγραφέα: η σωτηρία, εν τέλει, αυτών των ψυχών, μέσα από τον ατόφιο, αυθεντικό και ακριβώς-πιστώς μεταγραφέντα στο χαρτί Λόγο τους. Ο Λόγος τους είναι η Μεγάλη Πύλη που, καθώς ανοίγει, αφήνει να διεισδύσει το φως ως τα έγκατα της ψυχής τους.

Και καθώς ο Βασίλης Μαλισιόβας διασώζει, γαληνεύει εν μακαριότητι, καθώς συγκρατεί, μαγεύεται και αιχμαλωτίζεται θρέφοντας και την δική του ψυχή, καθώς «ανασκάπτει», καταγράφει και ευρίσκει, καθώς αείποτε συγκεντρώνει, ταυτίζεται οργανικά – ψυχικά με όλα τα ευρήματα, τα πράγματα των «παρελθόντων» και προεχόντως τους φορείς και κληρονόμους τους, που μετέχουν στην πλουτοφόρα ανασκαφή. Αυτούς που, αν η Επιστήμη της Τοπικής Ιστορίας βαφτίζει κάπως ουδέτερα «πληροφορητές» και «χρονομάρτυρες», η Συνείδηση του συγγραφέα αδιστάκτως και αισθαντικώς, παραδεχόμενη, καλεί «ήρωες».

Η ανακούφιση για τον συγγραφέα είναι αναμφίβολα πολυεπίπεδη. Ενώνεται κι ο ίδιος με τους ήρωές του. Γίνεται αποδέκτης της Σοφίας τους, του γλωσσικού και άλλου πλούτου τους.

Απαντά, θα έλεγε κανείς, με αυτή την πρωτοπόρο συλλογή στην όποια μομφή θα του προσήψε η σκιά της συνείδησής του «ότι δήθεν τους παρέλειψε».

Ως άλλος Οδυσσεύς, που ωστόσο ποτέ δεν έφυγε από το Θιάκι του, ο συγγραφέας Βασίλης Μαλισιόβας δεν γυρνά απλώς, σαν αδιάφορος τουρίστας, στους γενέθλιους τόπους, ή στο όνομα μιας τυπικής υποχρέωσης, επιστρέφει με την καρδιά ανοιχτή στέρνα, ως/σαν ευεργέτης, κτίζοντας λέξη λέξη ένα μικρό λόγω οικονομίας και κομψότατο Μουσείο Αναμνήσεων και Μαρτυριών.

Με τη στάση του αυτή, είναι βέβαιο πως δίδει ένα διδακτικό παράδειγμα ή πρότυπο ζωής σε όλους μας. Διδάσκει καθέναν οδοιπόρο του κόσμου τούτου να αναρωτηθεί κάποτε για το «πόθεν» της προέλευσής του, τον κεντρίζει να μην πορεύεται μηχανικά και τυφλά προς τα εμπρός αλλά να κινήσει, έστω και για κάποιες στιγμές, προς τα πίσω, ανάδρομα προς το ρεύμα του χρόνου.

Για τον Βασίλη Μαλισιόβα το ταξίδι της λαογραφικής έρευνας, που το αναπτύσσει κυριολεκτικά σώματι και ψυχή, με ολόθερμο ζήλο και ατράνταχτο κι ασίγαστο μεράκι, είναι πηγή πραγματογνωσίας αλλά και αυτογνωσίας, γενικής και ειδικής. Μαθαίνοντας για την Ήπειρο και την Άρτα, μαθαίνει τι ήταν η νεότερη Ελλάδα προ ενός —και περισσότερο—αιώνος. Ποιοι άνθρωποι - μικροί ημίθεοι στα αλήθεια τη σήκωσαν στις πλάτες τους, ποιοι Ήρωες της Κάθε Μέρας πολέμησαν για τα ιερά και τα όσια, υπέρ βωμών και εστιών, ποιοι βιοπαλαιστές – ταγοί του καθημερινού καθήκοντος νότισαν τα χώματά της με τον ιδρώτα, το δάκρυ και το αίμα τους.

Ο Βασίλης Μαλισιόβας στήνει, εν άλλοις λόγοις, μια προτομή, ένα μαρμάρινο μνημείο αθάνατο, δοξάζοντας τον Άγνωστο Αρτινό ή γενικώς Ηπειρώτη, τον πτωχό αγρότη, τον σκληραγωγημένο κτηνοτρόφο, τον «ηλιοψημένο» εργάτη του αγρού, του βουνού, του μύλου, τον Αιωνίως Δουλευτή Άνθρωπο, που αρμέγει το γάλα της Ζωής αχάραγα και εωσότου δύσει ή καλύτερα γείρει —κατά την ποιητική πανδαισία της ηρωίδας Αικατερίνης Κοσμά, που «ταξίδεψε» σε ηλικία 109 ετών[1]— και του ίδιου ο ήλιος … Ούτε μία μέρα (του) δεν πάει χαμένη.

Παρατάσσοντας τη μία μετά την άλλη τις «παλιακές», όπως τις ονομάζει, ιστορίες, που σε αυτή τη συλλογή συγκεντρώνει, οι οποίες μετά πάσης βεβαιότητος μόνον τον πυρήνα της αρχικής έκτασής τους συγκρατούν, ένεκα της εκδοτικής αναγκαιότητας σύμπτυξης και περικοπής τους, ο Βασίλης Μαλισιόβας φωτίζει έναν τρόπο ζωής σχεδόν άγνωστο στους συγκαιρινούς του, και δη στους κατοίκους των αστικών κέντρων, έναν τρόπο ζωής κάποιων αλλοτινών γενεών της νεότερης Ελλάδας, που δίχως άλλο έβαλαν τα θεμέλια της μετάβασης στον σύγχρονο μεταπολεμικό και εν πολλοίς μοντέρνο νεοελληνικό κόσμο.

Αυτές οι γενιές, δηλαδή, που μοιάζουν με γέφυρες ηπειρώτικες (κι όχι ευάλωτες ξυλογέφυρες) που άντεξαν τα φορτία πολλών χρόνων, γέννησαν και ανέθρεψαν εν μέσω απερίγραπτων κακουχιών και δυσκολιών τους παίδες των δεκαετιών του 1920 και 1930 κι αυτές οι τελευταίες με τη σειρά τους τούς νεότερους των δεκαετιών του 1950 και 1960, ώστε, εν τέλει, να σχηματίζεται, εν είδει μιας σκυταλοδρομίας, μια παράδοση γενεών, εν προκειμένω στα τιμημένα ηπειρώτικα χώματα, σαν ένας Μέγας ποταμός αείρροος, που από την πηγή του και βαίνοντας ολοένα προς τα εμπρός κατευθύνεται προς τη θάλασσα. Τη Θάλασσα του Χρόνου.

Σε κάποιο σημείο αυτής της εμπροσθοτενούς πορείας του Δυνάστη Χρόνου, στέκεται και ο Βασίλης Μαλισιόβας, οξυδερκής παρατηρητής και ανήσυχος – φιλοπερίεργος λαογράφος.

Με το βλέμμα του πάντα ζωηρό, ικανό να αναγιγνώσκει και να ερμηνεύει εύστοχα τα γεγονότα του παρόντος, αισθάνεται ως οφειλή να το στρέψει τώρα και προς το παρελθόν, ώστε να απαθανατίσει στο χαρτί εικόνες ζωής άγνωστες (ή στην καλύτερη περίπτωση λησμονημένες, ακόμη και από τους σεβάσμιους καταθέτες που κατά καιρούς συναντά [αυτούς που δεν ντρέπονται να προδώσουν την αλλοτινή πενία τους, που εμείς, παραδόξως, την υποδεχόμαστε ως αναμφισβήτητο θησαυρό]).


Αυτές οι «παλιακές», όπως τις ονομάζει, ιστορίες διασυνδέονται με θαυμαστό τρόπο με τις ιστορίες του παρόντος χρόνου, και αυτή η διασύνδεση αποτελεί μιαν άλλη γέφυρα, έναν τρόπο σύναψης και προπαντός σύγκρισης του παρόντος με το παρελθόν.

Όταν ένας άνθρωπος του καιρού μας ακούει αυτές τις ιστορίες, και ειδικά όταν τις ακούει και με τα αυτιά αλλά και με την ψυχή του, είναι αδύνατον να μην αισθανθεί μείγμα αυθεντικών συναισθημάτων να ανακινείται μέσα του: ανάμεσα σε αυτά η έκπληξη και ο θαυμασμός για τον μεγάλο αγώνα και κόπο των ανθρώπων των εποχών εκείνων, ο πόνος και η συμπάθεια για τη διέλευσή τους μέσα από οδούς συνεχόμενης ταλαιπωρίας και παντοειδούς δοκιμασίας, πρωτίστως, δε, ως κορυφαίο όλων των συναισθημάτων, η συγκίνηση.

Η συγκίνηση όταν ο ακροατής προσπαθεί να φανταστεί και να ανασυνθέσει το μωσαϊκό των δυσκολιών με υλικό κάποιες μόνο ψηφίδες που βγήκαν από τα «γερασμένα χείλη».

Η συγκίνηση όταν ο ακροατής συνειδητοποιεί πως ο λέγων (ή η λέγουσα) υπήρξε κάποτε και αυτός αυτό που είναι τώρα ο ίδιος, προπάντων υπήρξε και αυτός ένα νεαρό παιδί (αγόρι, σημειωτέον, λέγεται στην Ήπειρο το «παιδί»), ένα βλαστάρι της νιότης, που δεν μπόρεσε να την απολαύσει με την ησυχία του, αλλά μόνο να την καταστήσει «εργαλείο» ή όπλο της ακάματης καθημερινής εργασίας, στην οποία ως μέρμηγκας ήταν δοσμένο.

Η συγκίνηση από το γεγονός πως οι πτωχοί «τραπεζίτες» εκείνων των εποχών (αυτοί δηλαδή που καταθέτουν μέρος μόνο από τον ζωικό πλούτο που δεν εγκατέλειψε η μνήμη τους, από την οποία όλο και κάτι εκ του ημίφωτος ξεπηδάει στη ρέουσα αφήγηση) μπορεί να επιβιώνουν ακόμη, σχεδόν έναν αιώνα μετά, μην εγκαταλείποντας τη φυσική τους έδρα, αλλά συγχρόνως καλώς πληροφορημένοι για όλες τις αλλαγές που έχει φέρει στο προσκήνιο ο 21ος αιώνας (που όσο να ’ναι και μαθαίνονται αλλά και τείνουν να φτάσουν ως εκεί ψηλά, στα αθάνατα ηπειρώτικα βουνά).

Συγκινείται ακούγοντάς τους ο συγγραφέας, και πλέον, καθώς έχουμε στήσει κι εμείς ως αναγνώστες αυτί, διά της μεσολάβησής του, συγκινούμεθα κι εμείς.

Είναι το Μεγαλείο της Ύπαρξης που αναμοχλεύει αυτή τη συγκίνηση.

Είναι τα Ρεκόρ, τα Μοναδικά Επιτεύγματα της Αυτοθυσίας τους, για τα οποία δεν φτάνουν τα υπάρχοντα Λόγια.

Είναι οι εκ της Αφηγήσεως πεποιημένοι Ζωγραφικοί Πίνακες της Νεότερης Ιστορίας (τους).

Είναι ο Ωραίος τραγουδιστός Λόγος τους, που χαίρεσαι να τον ακούς, η μουσική της ντοπιολαλιάς τους.

Είναι το Καθρέφτισμα άλλων (προφανώς, πιο αυστηρών) ηθών και (ανδροκρατούμενων) αντιλήψεων, που εκόντες άκοντες έγιναν κι εκείνοι φορείς.

Είναι ο Σεβασμός εμπρός στην Κιβωτό της Σοφίας τους, όπου και άνθρωποι και ζώα και πράγματα παρελαύνουν.

Είναι η επίγνωση του τι ην (δι’ αυτών) η σύγχρονη Ελλάς.

Είναι η συνειδητοποίηση του «σε ποιους οφείλουμε», του ποιοι οι τροφείς και αιμοδότες μας.

Είναι η ανακάλυψη της Γνώσης τους, είναι το παράδειγμα της επινοητικότητάς τους.

Είναι ο Ύμνος των Αρετών τους, που άπασες επιστρατεύονται πάνω από το πεδίο του καθημερινού πρακτικού βίου.

Είναι δίχως άλλο οι δικές τους Ζωές, που, όπως σοφά θα διαπίστωνε για άλλη μία φορά ο Βασίλης Μαλισιόβας (και όχι μόνο για την αρχόντισσα των Ιωαννίνων)[2], γράφουνε η καθεμία ένα ξεχωριστό πολυσέλιδο βιβλίο. Πώς ωραιότατα το λέει σε κάποιο σημείο; «Σαν να προσπάθησα να χωρέσω έναν ωκεανό μέσα σε ένα μπουκάλι.» (περίπου αυτό ήταν το μεταφορικό νόημα).

Είναι η προσαρμογή της ατομικής – προσωπικής μοίρας στο κατά τις ευμετάβλητες περιστάσεις ευρύτερο πλαίσιο της συλλογικής.

Είναι τα ανεξίτηλα —πλέον, της συλλογής εκδοθείσας— βιώματά τους, που καθώς φανερώνονται, πέραν όλων των άλλων, ανασύρουν μέσα μας και παρεμφερή ή ομόλογα βιώματα, μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης ή θάρρους, ανθρώπων δικών μας ή ανθρώπων – συμπατριωτών μας, που πέρασαν και αυτοί από την ίδια φωτιά και σίδηρο των πέτρινων εκείνων δεκαετιών, προπολεμικών, πολεμικών και μεταπολεμικών.

Συγκινούμεθα, όμως, και εμείς και για έναν άλλο ακόμη, ίσως «αθέατο» λόγο: για τον ανυπολόγιστο κόπο του ίδιου του συγγραφέα, που προσπαθεί, όσο είναι εφικτόν, να «εξαφανιστεί» από το κάδρο για να χωρέσει σε αυτό όλος ο χορός των μαρτύρων. Για τις ατελείωτες ώρες που δαπάνησε ταξιδεύοντας ιδίοις αναλώμασιν σε μέρη απόμερα, χωριά έρημα, οικισμούς εγκαταλελειμμένους. Ως επισκέπτης και κοινωνός (ιδίοις όμμασιν) ανθρώπων – φυλάκων τόπων, που του άνοιξαν πρώτα το σπίτι τους κι έπειτα την ψυχή τους. Που του «μολόγησαν» όσα έζησαν, σαν να ήταν όλα αυτά τα βιώματα των δυσκολιών τους τα πολύτιμα μυστικά της ύπαρξής τους, μια θεία κοινωνία με άρτο και κρασί, καλά φυλαγμένη μέσα τους, που του την έδωκαν να την πιει, χωρίς καν να ζητήσουν δόξα ή αναγνώριση.

Κι ας είναι ο Κέρβερος των προσωπικών δεδομένων ή των όποιων πνευματικών δικαιωμάτων μια καχύποπτη οντότητα στις μέρες μας: ο συγγραφέας χώνευσε και τις παρανοήσεις διαφόρων και τις απορίες ετέρων ή τις ενστάσεις ενίων, που τυχόν συνήντησε στον ερευνητικό του αγώνα.

Δεν «ξεφώνισε» πρόσωπα για να καταδείξει ή να περιγελάσει (δήθεν) με την μειωτική της αξίας φτώχεια τους, αντιθέτως: μέσα από τις γραμμές τής εν πολλοίς ανωνυμίας τους ζωγράφισε με άκρα επιμέλεια τη μορφή της Ελλάδος του 1910, 1920, 1930 κ.λπ., εις την οποίαν ζήτησε να αναχθεί. Διότι σε αυτό το Γενικό Μοτίβο κατέτεινε ο Αγώνας του. Οι επιμέρους περιπτώσεις, ωσάν ανώνυμοι λίθοι, συναρμόστηκαν για να αποδώσουν εν συνόλω τη γενική εικόνα των πραγμάτων (ή για τον πιο αυστηρό κριτή, μιαν ιδέα αυτής).

Μπορεί τα ονόματα των μαρτύρων κάποτε να ξεχαστούν, πόσο μάλλον όταν ορισμένα δεν ανήκουν καν στο οικογενειακό δέντρο του συγγραφέα, αυτό όμως που δεν θα σβήσει ποτέ από καμία ζώσα συνείδηση και μνήμη δεκτικού και ευαίσθητου αναγνώστη είναι ο Κόπος και τα Έργα των Ανθρώπων, η άσβεστη Εικόνα μιας άλλης Εποχής, που μολονότι το παλίμψηστο του χρόνου σήμερα κατεδαφίζει, ανοικοδομεί ωστόσο και φωτογραφίζει, με τα ευεργετήματα της προφορικής λαλιάς, μεγίστου εικονοποιού, η συλλογή αυτή του Βασίλη Μαλισιόβα, μεστή ανήκουστων «μολογημάτων».

25 παλιακές Ιστορίες.

Εκ πρώτης όψεως αυτόνομες, κατ’ ουσίαν όμως διαπεπλεγμένες, καθώς συνθέτουν από κοινού τον χωρογεωγραφικό ιστό της όλης αναφοράς.

Είναι απλώς η καθημερινή ζωή εκείνων των χρόνων;

Είναι απλώς ο τρόπος του νοικοκυριού και του βιοπορισμού των τότε ανθρώπων, που δεν μοιάζει διόλου με τους αντίστοιχους των καιρών μας;

Είναι απλώς τα πρότερα στάδια εξέλιξης οστών κάποιων αγροτοκτηνοτροφικών συνοικισμών, που ενδεείς όντες από ανθρώπινη παρουσία στις μέρες μας, μοιάζει να θυμούνται τα «δοξασμένα κι αιματοβαμμένα χρόνια» τους; Και μάλιστα στον παρόντα χρόνο, κατά τον οποίον οι «γόνοι» τους (έγγονοι, δισέγγονοι, τρισέγγονοι κ.λπ.), υποταγμένοι στο ρεύμα του εξαστισμού ή άλλως της αστικοποίησης, τους άφησαν μόνους κι έρημους, χωρίς την πρεσβεία της παρουσίας τους;

Νομίζω ότι αυτές οι 25 Ιστορίες είναι κάτι πιο υψηλό από όλα τα προηγούμενα, που αναμφισβητήτως παρίστανται. Είναι μεν όλα τα προηγούμενα, αλλά δι’ αυτών αυτές οι Ιστορίες είναι η νεότερη ΙΣΤΟΡΙΑ του τόπου μας (κι ίσως και κάτι ακόμη υψηλότερο ως Ιδέα), και ως τέτοια περιέχει εντός της και παρελθόν και παρόν και μέλλον.



Παρελθόν —κι ιδού το ευκόλως εννοούμενον της συλλογής— αν όλη αυτή η καταγεγραμμένη εμπειρία μπορεί να θεωρηθεί «περασμένη ύλη».

Παρόν, —κι ιδού το προδήλως θαυμαστόν της συλλογής— διότι αυτή η ύλη φωτίζεται και αναβιώνει στο «άχρωμο» και «άοσμο», «ακοινώνητο» παρόν.

Αλλά και μέλλον —κι ιδού το εξόχως ενδιαφέρον της συλλογής— διότι η ύλη αυτή, μη θέλοντας να γεράσει, θα ζητήσει να βγάλει νέα δόντια στους καιρούς που έρχονται, υπό τον απευκταίο όρο της παλινδρόμησης ή «οπισθοδρόμησης» σε βιοτικές δοκιμασίες, που ίσως σε κάποιον βαθμό παραβληθούν με εκείνες, των άλλων καιρών και ηθών… Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον, όπως λέγει ο Β. Μαλισιόβας[3], που επισημαίνει την κυκλικότητα του χρόνου και εμμέσως προειδοποιεί τους εφησυχασμένους...

25 Ιστορίες, λοιπόν, διαπεπλεγμένες.

Και ιδού ορισμένες αποδείξεις της μεταξύ τους χρονικής, θεματικής και ψυχικής διαπλοκής:

Όσα «μολογά» ο μπαρμπα-Μήτρο Πάνος (Δημήτριος Πάνου) (ο θρυλικός βαρκαδόρος του Αράχθου [ή Μέγα], φυσικού συνόρου, όπως γράφει ο συγγραφέας, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πριν από την απελευθέρωση του τόπου μας[4]), με δεδομένο ότι περιστρέφονται γύρω από το υγρό στοιχείο, παράγοντος κινδύνου τόσο για τον ίδιον ως δεινό κολυμβητή όσο και για τους συγχωριανούς του, «δένονται» με εκείνα που «μολογά» ένας 90χρονος Αρτινός ορεσίβιος χρονομάρτυρας για την κολύμβηση των «αρσενικών» «στα βρούδια» και στα ποτάμια και στους ανάλογους κινδύνους αλλά και στα ζοφερά δυστυχήματα αυτής της «θερινής μέθεξης»[5].

Και όσα «μολογά» ο ίδιος ο μπαρμπα-Μήτρο Πάνος για την «περιποίησή» του (αυτού μεταξύ άλλων) από τους Ιταλούς κατακτητές[6] «δένονται» με εκείνα που «μολογούν» για τους χρόνους της ιταλικής (αλλά και γερμανικής) Κατοχής άλλοι υπερήλικες χρονομάρτυρες, όπως εκείνος που ομιλεί για τους καραμπινιέρους και τους Γερμανούς «φουνιάδις»[7].

Όσα «μολογά» για τις απαγορεύσεις στην Αλβανία επί Χότζα ο 2ος κατά σειρά χρονομάρτυρας, ο γεννημένος το 1937 στη Βόρειο Ήπειρο, π.χ. όσα λέγει για την κρυφή ραδιοφωνική ακρόαση των ελληνικών σταθμών[8], «δένονται» με εκείνα που «μολογά» μια χειμαρρώδης συνομιλήτρια του συγγραφέα για την επίταξη των ραδιοφώνων αλλά και την τρομώδη χρήση εκείνων που δεν παραδόθηκαν[9].

Όσα «μολογά» ο πνευματικά διαυγής 90χρονος ή η 85χρονη πληροφορήτρια για τον κοινωνικό ρόλο της καμπάνας[10] φέρνουν στον νου εκείνα που αφηγείται η 98χρονη θεία του συγγραφέα Σοφία Σαλαμούρα – Τάτση για το διά κωδωνοκρουσίας πρωινό σχολικό προσκλητήριο[11].

Τα «χλουρά κι όχι ξιρά ξύλα» της αριάς και του πουρναριού, ως πλέον κατάλληλα για να τη δημιουργία του καρβουνοκαμινιού[12], ανακαλούν τα χλωρά ξύλα προορισμένα για τους αρτινούς φούρνους, που επωλούσε από την ηλικία των 15 χρόνων του ο ξυλοφόρος πατήρ του συγγραφέα Χαρίλαος Μαλισιόβας[13].

Το άλεσμα των κόκκων του καφέ και η μετατροπή τους σε σκόνη, ως εργασία[14], είναι αδύνατον να μην ξυπνήσουν τα λόγια της «μυλωνούς της Κατοχής», 98χρονης θείας του συγγραφέα Φωτεινής Σαλαμούρα – Κατσάνου, που ομιλεί για ένα σωρό αλέσματα[15] που αλεστικά ([ξαγάρια, τα λένε]) κάποιες φορές δεν είχαν. Υποκατάστατα του καφέ από τη μία πλευρά, υποκατάστατα του αλευριού από την άλλη πλευρά[16].

(Ο)δοντάγρα στα χέρια του μπαρμπέρη[17], δοντάγρα (ή δοντάγρια) και στα χέρια του πρακτικού οδοντογιατρού (αειμνήστου Χρήστου Γεωργίου Σαλαμούρα, που προσέφερε κοινωνικό έργο ΔΩΡΕΑΝ)[18].

«Κουραμπέτσα» (γουλί) η κουρά της τιμωρίας των γυναικών, και συμφωνούν σε αυτό τόσο μια 85χρονη τραπεζίτισσα όσο και μια ομόφυλή της, που αναπτύσσει το θέμα της γυναικείας κόμμωσης[19].

Χέρια παιδικά γαλάζια από το ξύλο[20], και ξύλο τέτοιο, ήτοι ανηλεής σφαλιάρα (κατακέφαλο – χαστούκι), που οδήγησε την παιδική αξιοπρέπεια και ευθιξία στην απόφαση (συγκεκριμένα, του κου Απόστολου Πανάγου, ετών 90 τη σήμερον ημέρα) να εγκαταλείψει το σχολείο[21].

Κοινές συνιστώσες ζωής και τα παπούτσια των εφήβων που δεν υπήρχαν, και τα ρούχα των ενηλίκων που φοριούνταν τόσο όσο να λιώσουν, και τα εξοντωτικά μεροκάματα στα τραχιά πεδία των αγροτικών εργασιών, και η πείνα «που έβγαζε μάτι», και η ανυπαρξία λαδιού στο σπιτικό φαγητό, και το πρόβλημα της λειψυδρίας, και το πλύσιμο των «σκουτιών» στις βρύσες, στα ρέματα, στα ποτάμια και στις λίμνες κ.λπ., και η ανάγκη συντήρησης των τροφίμων, και η «συσκότιση» της νύχτας, που ήταν η αναγκαία παρένθεση προτού φανεί το ζείδωρον Φως της Αυγής κ.ά.

Αυτή η συναρμογή των επιμέρους σε αυτό το ένα Σώμα της τότε Ζωής καθιστά καθεμία από τις 25 ιστορίες της συλλογής πολύτιμη συνεισφορά. Ιστορίες, που άρχονται πάντα με μιαν τοποθέτηση στο παρόν, με μιαν αφορμή κλεμμένη από τον παρόντα χρόνο, που ακριβώς σαν να εξακοντίζεται κάθε φορά κινηματογραφικά, πάνω από τα εμπόδια τόσων δεκαετιών, για να «πέσει» ως χρονοδείκτης στο «καζάνι της αθωότητας», που ήταν η ζωή στην Ήπειρο π.χ. του 193… ή και μεταγενέστερα (όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το τωρινό παράπονο ενός υψηλόκορμου νέου-στρατιώτη για την γενική απαγόρευση του διοικητή μιας στρατιωτικής μονάδας να ακούνε οι σκοποί από συσκευές mp3)[22]. Μάλιστα, η κορωνοϊοκαραντίνα με όλα τα επακόλουθά της, εν έτει 2020, ουκ ολίγες φορές δίδει τη δυνατότητα στον πολυμήχανο ερευνητή να προβεί σε αναδρομές που από τη μία πλευρά ελεεινολογούν τα αδύναμα «κοτόπουλα» του πληθυσμού των πόλεων και από την άλλη πλευρά εξυψώνουν τα ντούρα «τσακάλια» των τότε ηπειρώτικων κοινοτήτων, που μπροστά σε τίποτα δεν κάνανε πίσω.

Το γενικό μήνυμα του βιβλίου δεν είναι ο —παθολογικός— εξωραϊσμός της δυστυχίας και της ένδειας, αλλά η προβολή της ανθρώπινης αγωνιστικότητας εν μέσω των πιο δυσχερών βιοτικών συνθηκών. Ο συγγραφέας είναι σαν να συμβουλεύει τον άνθρωπο του καιρού του να αναζητήσει μέσα του τα σωτήρια για τις δύσκολες ώρες αποθέματα της υπομονής και της ευστροφίας. Όποιος έχει ασκημένο το μυαλό κι έτοιμη την ψυχή, μπορεί να προσαρμόζεται ακόμη και στα πιο απρόβλεπτα συμβάντα του βίου. Αν πλησιάσει το τότε τη ζωή τού σήμερα, διαπιστώνεται πως αναφορικά με το πλέγμα των ανθρώπινων αναγκών απόλυτη ομοιότητα ή ταύτιση συμβαίνει. Δεν μεταβλήθηκαν οι ανάγκες του ανθρώπου, παραμένουν οι ίδιες σε κάθε εποχή, είτε αυτές έχουν να κάνουν με τη διατροφή, τη στέγαση, την ένδυση, την υπόδηση, τη θέρμανση κ.λπ. Αυτό που μεταβάλλεται είναι το οπλοστάσιο των υλικών μέσων, ενώ μεγάλη απειλή πλέον θεωρείται η εξάντληση των φυσικών πόρων σε όλο τον πλανήτη. Οι Ηπειρώτες πληροφορητές κλείνοντας το μάτι στον άνθρωπο της πόλης είναι σαν να του λένε: Αν μάθεις να ζεις και με τα λίγα ή το… τίποτα, δεν θα σε τρομάζει καμία έλλειψη, καμία επί τα χείρω μεταβολή. Θα νιώθεις βεβαίως βασιλιάς μέσα στο βασίλειο της καλοπέρασής σου, με τα φώτα να καίνε, τα νερά να χύνονται, τα φαγιά να πετιούνται. Κι αν ο μη γένοιτο, όλος αυτός ο Παράδεισος πάψει ξαφνικά να σου χαρίζεται, εσύ θα μπορείς, με ψυχικό κόπο αναμφίβολα, να επιβιώσεις υπό τις νέες (δυσμενέστερες) συνθήκες. Η ίδια η επιβίωση είναι ένας αγώνας, ενδεχομένως ένας πόλεμος, κι αν έχεις γυμναστεί ή προπονηθεί στις δυσκολίες, η ευμάρεια και ο ευκολιμισμός της εποχής σου θα σου επιτρέπει να μη σκέπτεσαι επ’ ουδενί τις μπόρες ή τις πλημμύρες. Να είσαι όμως έτοιμος ακόμη και για αυτές. Λάβε μέσα σου τα μέτρα ακόμη και για τα πιο μεγάλα δεινά. Προνόησε ακόμη και για τις απρόβλεπτες συμφορές. Όλα στη ζωή είναι ένας κύκλος. Και πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν…

Οι χρονομάρτυρες του βιβλίου δεν είναι προγονολάτρες, παρά το γεγονός ότι επαναλαμβάνουν τις συνήθειές τους. Ακόμη κι όταν τούς δικαιώνουν οι επιλογές τους, ακόμη κι όταν οι δικές τους αξίες σώζουν τον κόσμο, παραμένουν σεμνοί και ταπεινοί. Χαϊδεύουν την άγνοια των νεοτέρων, δεν τους ενοχοποιούν, και οι ίδιοι δεν αλαζονεύονται. Έτσι κι αλλιώς, γνωρίζουν ότι τίποτε δεν μένει στον χρόνο ίδιο και ότι όλα μεταβάλλονται. «Όπως πηγαίνει η δουλειά, έτσι θα πάμε όλοι», λέει στη γλώσσα του εύστοχα ένας[23]. Ο άνθρωπος, γνωρίζουν, είναι μια μικρή κι ασήμαντη μονάδα μέσα στο χάος και στη δίνη του κόσμου. Αναγκαστικά, θα ακολουθήσει το ρεύμα της εποχής του, που τη διαμορφώνουν ένα σωρό εξωγενείς και εκτός της βούλησής του υπέρτεροι παράγοντες. Αλλά μοιάζει και να μας νουθετούν: να κρατάμε και τις αντιστάσεις μας, τις εφεδρείες μας, τα μυστικά αποθέματά μας. Ζώντας όπως κι εκείνοι με σοφή οικονομία, με περίσσια γνώση, με αξιοθαύμαστο μέτρο, τείνοντας μάλλον προς την έλλειψη παρά προς την υπερβολή.

Ίσως τελικά και η μακροζωία τους να είναι προϊόν της εγκράτειάς τους. Η σύγχρονη καταναλωτική βουλιμία ενδεχομένως είναι παραγωγός δεινών.

Τελικά, η Υγεία τους είναι η Συνισταμένη των επιμέρους πρακτικών τους, το προϊόν της συνεχούς άσκησης.

Κι όταν κάθε φορά χαιρετούν τον ακάματο ερευνητή, που δεν είναι φειδωλός στην έκφραση απέραντου σεβασμού ενώπιόν τους και η αγάπη του μελαγχολεί στη σκέψη της αναπόδραστης «φυγής» τους, δεν φαίνεται να παραπονούνται για το επελευσόμενο γεγονός του θανάτου τους (…κι ας δύνανται να του μολογήσουν κι εκείνου τα σωρευμένα πάθια τους).

Τον αποχαιρετούν με μιαν ευχή που μοιάζει να είναι το πιο ωραίο ξεπροβόδισμα, ή το πιο ωραίο κέρασμα στον χωρισμό των δρόμων νιότης και γηρατειών: «Να πάρεις τα χρόνια μου, γιόκα μου, κι ακόμα περισσότερα, να τα περάσεις, να τα διπλώσεις».

Αυτή την ωραία ευχή (της Σοφίας και της Φώτως) δίνουμε κι εμείς στον Βασίλη Μαλισιόβα. Που θα ’χει κι αυτός, κάποτε, να μολογήσει πολλά σε όποιον τυχόν θελήσει να τον «ξεκλειδώσει»…

Είθε να φτάσει κι αυτή η ώρα. Γιατί, είπαμε, ο χρόνος κύκλους κάνει.


ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΙΔΗΣ

νεοελληνιστής φιλόλογος – συγγραφέας



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ