Αναρτήθηκε στις:10-02-21 11:02

Συνέντευξη του Γιώργη Έξαρχου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ας ανακαλύψουμε τους ιστορικούς και ας αποφύγουμε τους εφευρέτες και επινοητές (εκ των υστέρων) ιστοριών



O Γιώργης Έξαρχος γεννήθηκε στο Kαλοχώρι Λάρισας το 1952. Eίναι απόφοιτος του εξατάξιου Γυμνασίου Συκουρίου (1970), πτυχιούχος του Oικονομικού Tμήματος της AΣOEE (1975), διδάκτορας οικονομικών επιστημών της Academia de Studii Economice (ASE) Βουκουρεστίου (1980), συνταξιούχος καθηγητής ΑΕΙ (του νυν Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος, 2013). Ασχολείται με τη λογοτεχνία και τη δημιουργική γραφή από τα εφηβικά του χρόνια. Το πρώτο του βιβλίο κυκλοφόρησε το 1985 και μέχρι σήμερα έχει εκδώσει πάνω από εξήντα πέντε βιβλία (ποίηση, παραμύθια, παιδική λογοτεχνία, λαογραφία, εθνολογικές και ιστορικές μελέτες, ανθρωπολογικές έρευνες, οικονομικές πραγματείες, μεταφράσεις κ.ά.). Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες, περιοδικά, καθώς και με το Β’, Γ’ και Δ’ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Έλαβε μέρος ως εισηγητής ή σύνεδρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια εντός και εκτός Ελλάδας. Διετέλεσε επιστημονικός σύμβουλος ή συνεργάτης σε υπουργεία και δίδαξε σε τμήματα ΤΕΙ και ΑΕΙ της χώρας. Σε μετάφραση και στίχους τραγουδιών του παίχτηκε ο Πλούτος του Αριστοφάνη (σκηνοθεσία Ανδρομάχης Μοντζολή, Θέατρο «Τζένη Καρέζη») και σε μετάφρασή του το Έρωτες και θρήνοι γυναικών, από τις τραγωδίες του Ευριπίδη (σκηνοθεσία Πάνου Αγγελόπουλου, Ηρώδειο). Από το 2008 ζει στη Θεσσαλονίκη. Το βιβλίο του Χρονολόγιο της Επανάστασης του 1821 και το άγνωστο επαναστατικό σχέδιο του Ρήγα Βελεστινλή, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Δίαυλος, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.


Από πότε ξεκινά η αγάπη σας για την Ιστορία;


Από τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας, όταν μαθητής του Δημοτικού ων, με έβαζαν οι γέροντες αγράμματοι συγχωριανοί μου και τους διάβαζα τις εφημερίδες Ακρόπολις και Μακεδονία, που έφταναν τότε στο χωριό μου, και μετά ιστορούσαν γεγονότα από τα χρόνια του Αλή πασά και εδώθε, και με… ανέχονταν στη συντροφιά τους ως… ωτακουστή.

Ποια είναι τα πρώτα σας ιστορικά βιβλία;


Ουσιαστικά, ως καθαρά ιστορικό βιβλίο, είναι ο Ρήγας Βελεστινλής, το 1998 (Εκδόσεις Καστανιώτη). Σ’ αυτό έφερα στο φως καινούργια άγνωστα στοιχεία για τη ζωή του βάρδου της ελληνικής ελευθερίας. Όμως, όλες οι «βλαχολογικές μελέτες» μου έχουν πρωτίστως ιστορικό χαρακτήρα, εκκινώντας από το Αυτοί είναι οι Βλάχοι, το 1994 (Εκδόσεις Γαβριηλίδης), που υπήρξε ευπώλητον εκείνη την περίοδο, με απανωτές ανατυπώσεις. Τελευταία έχει εκδοθεί και το Κλέφτες και αρματολοί κατά της Οθωμανοκρατίας (1495-1878). Η διαχρονική παρουσία Ελληνόβλαχων επαναστατών (Εκδόσεις Αντώνης Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2020).

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής του βιβλίου Χρονολόγιο της Επανάστασης του 1821 και το άγνωστο επαναστατικό σχέδιο του Ρήγα Βελεστινλή;


Λόγω του ότι τελευταία γίνεται μεγάλη συζήτηση για τις «ταυτότητες», και οι οπαδοί της «νεωτερικότητας» τις θεωρούν σαν «κατασκευές», κάτι που δεν είναι πειστικό μιας και κρύβεται από αυτή τη θεώρηση η μισή αλήθεια, θέλησα και θέλω να… διαλευκάνω μέσα μου καλά αυτό το «θέμα». Έτσι, έπεσα σε βαθιά νερά μελέτης και αναζήτησης των πρωταρχικών πηγών, και όχι –όπως κυρίαρχα συμβαίνει– σε υιοθέτηση απόψεων και θέσεων ερμηνευτών των δευτερογενών πηγών. Διότι, ως Έλλην, κατ’ αυτούς είμαι προϊόν… κατασκευής! Ως μελετητής, όμως, γνωρίζω από πού και πότε κρατάει το νήμα και το κουβάρι της ιστορικής μου προέλευσης. Οπότε, ο Ρήγας και το 1821, που θα είχαν πρωτιά σε μια τέτοια… κατασκευή, και οι εξεγέρσεις, οι επαναστάσεις και οι θυσίες επί αιώνες τούς διαψεύδουν. Δεν είναι όλα τα έθνη κατασκευές… Και έτσι, για το 1821 (είναι σύμπτωση που γιορτάζουμε και τα 200 χρόνια από την Παλιγγενεσία) ετοιμάζω τέσσερα έργα, απομυθοποιητικού χαρακτήρα, για γεγονότα και πρόσωπα, με δεδηλωμένη την απορία μου για τη σύγκλιση των απόψεων εκείνων που κινούνται σε δεδομένους ιδεολογικούς και πολιτικούς χώρους, και που βασικό τους στοιχείο είναι η έλλειψη του «αποδεικτικού υλικού» των ισχυρισμών τους και η κατά δογματικό τρόπο παραδοχή ανυπόστατων ισχυρισμών, για… ιστορικά γεγονότα. Έτσι προέκυψε η έκδοση του Δίαυλου (εκδότης μου παλαιόθεν) Χρονολόγιο της Επανάστασης του 1821 και το άγνωστο επαναστατικό σχέδιο του Ρήγα Βελεστινλή, που είναι το πρώτο αυτής της σειράς. Έπεται το Μεσολόγγι, η αλήθεια για τη δεύτερη πολιορκία και την Έξοδο, μακριά από «προφεσόρικες» κοινοτοπίες και προπαγανδιστικές οιμωγές. Κάποια από αυτά τα ιστορικά θέματα με έχουν απασχολήσει και στο παρελθόν, από τη δεκαετία του 1980 και 1990, και τα έχω παρουσιάσει με δημοσιεύματά μου στα περιοδικά Ντέφι και Διαβάζω, και στις εφημερίδες Ελευθεροτυπία και Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, αλλά και σε άλλα έντυπα.

Γιατί η Επανάσταση του 1821 θεωρείται ως η πιο σπουδαία εξέγερση του ελληνικού έθνους;


Διότι έθεσε το θέμα της «Παλιγγενεσίας» υπό έναν όρο: «Ελευθερία ή Θάνατος». Και πραγματώθηκε στη βάση της αφοριστικής σύλληψης του Ρήγα: «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά». Η συγκρότηση των λαών σε έθνη δεν είναι θέματα «διπλωματικών χειρισμών», αλλά θέμα «βούλησης ανθρώπων» και «ιστορικής μνήμης».

Στο βιβλίο σας τονίζετε τη συμβολή του Ρήγα στην Επανάσταση. Θα μας πείτε δυο λόγια;


Το γνωρίζετε, ασφαλώς, το γεγονός που αναφέρει ο Φοριέλ για τον νεαρό «φούρναρη» στη Μακεδονία, που ζήτησε να του διαβάσει τον Θούριο του Ρήγα, που τον είχε σε φυλλάδιο κρεμασμένο στον λαιμό του και κρυμμένο στον κόρφο του. Ο Πουκεβίλ, αναφερόμενος στους κλεφταρματολούς της Θεσσαλίας και της Χέρσου Ελλάδος, γράφει πως στα βουνά τραγουδούσαν και χόρευαν επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα. Στη δε Επανάσταση του 1821, οι πρωταγωνιστές της, και αναφέρω π.χ. δυο μέγιστες και μεταξύ τους «συγκρουόμενες» πρωταγωνιστικές μορφές, τον Κολοκοτρώνη και τον Κωλέττη, εξαίρουν τον ρόλο των ιδεών και οραμάτων του Ρήγα στις «επαναστατικές διαδικασίες», καθότι ο ίδιος εμπράκτως απέδειξε το πώς κατακτιέται η ελευθερία και η ανεξαρτησία, με τη θυσία του τον Ιούνιο του 1798, στο Βελιγράδι. Πάντως, τα «επαναστατικά κείμενα» διαπνέονται –σχεδόν όλα– από τις πρωτοπόρες και προοδευτικές ιδέες του Ρήγα, και είναι εμφανές και στα τότε καταρτισθέντα Συντάγματα, τα οποία υπήρξαν παγκοσμίως πρωτοποριακά για την εποχή τους.

Πολλοί λένε ότι η Επανάσταση καθυστέρησε από τον εμφύλιο ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς. Ποια είναι η γνώμη σας;


Απαντώ, όσο πιο σύντομα μπορώ: Η Επανάσταση του 1821 ξεκίνησε έτσι όπως ξεκίνησε, αλλά στη δεκάχρονη πορεία της εξελίχθηκες και ως «διαμάχη»! Στρατιωτικοί εναντίον στρατιωτικών, πολιτικοί εναντίων πολιτικών, στρατιωτικοί εναντίον πολιτικών, πολιτικοί εναντίον στρατιωτικών, και εάν συνυπολογίσετε και λίγο τον ρόλο κάποιων κοτσαμπάσηδων και «ρασοφόρων», τότε έχετε το… πανόραμα της Επανάστασης. Αναζητούμε τα ακριβή γεγονότα από τις αυθεντικές και πρωτογενείς πηγές, και μετά προχωρούμε στις εκτιμήσεις και στις ερμηνείες. Και επιτρέψτε μου να πω ότι ο εμφύλιος (όλοι οι εμφύλιοι της Επανάστασης) δεν ήταν απόρροια μιας απλής σύγκρουσης για την «κατοχή της εξουσίας» από τους στρατιωτικούς ή τους πολιτικούς. Το μείζον θέμα που οδήγησε στις εμφύλιες συγκρούσεις ήταν εάν «αναγεννηθεί» η Ελλάδα ως Οσποδαρία περιέχουσα τον Μοριά και τα νησιά του Αιγαίου, ως φόρου υποτελής στην Υψηλή Πύλη και υπό την κηδεμονία των Άγγλων, ή εάν στην «αναγεννώμενη» Ελλάδα θα συνυπήρχαν και θα συσσωματώνονταν και τα άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα (Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία κ.λπ.) έπειτα από τοπικές επαναστάσεις ή με τη συνδρομή των στρατευμάτων του ήδη απελευθερωμένου «εθνικού ελληνικού χώρου». Φρονώ ότι η γενική αποδοχή της… «μακρυγιαννικής» αφήγησης της Επανάστασης των Ελλήνων κυριάρχησε, κατά τον 20ό αιώνα, και συνεχίζει έως τα σήμερα να μας ταλανίζει με τους πιο αφελείς ισχυρισμούς. Η πολιτική αντίληψη περί Οσποδαρίας φρονώ ότι καθυστέρησε την Επανάσταση, και αυτή ήταν η αιτία της άλωσης του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826. Μην ψάχνουμε αφελείς ερμηνείες για το 1821. Ας μελετήσουμε καλά τα απομνημονεύματα των αγωνιστών, τα κείμενα και τα έγγραφα εκείνης της περιόδου, και θα κατανοήσουμε σε όλες τις διαστάσεις του αυτό το ανυπέρβλητο εγχείρημα, χωρίς να έχουμε ανάγκη τις… πατερίτσες των αποδομιστών και των επαγγελματιών της εθνικοφροσύνης.

Αρκετοί αγωνιστές του 1821 λοιδορήθηκαν για προδοσία. Για ποιο λόγο κατηγορήθηκαν;


Ξέρετε, ο Πύλιος/Πήλιος Γούσης είναι γνωστός σχεδόν σε όλους μας σαν ο προδότης του Σουλίου, αλλά δεν ήταν, ήταν ο παππούς του Μάρκου Μπότσαρη, ο Γεώργιος Μπότσαρης, ο προδότης, ο οποίος όταν συνειδητοποίησε το κακό που έκανε στην πατρίδα του αυτοκτόνησε, ενώ ο Πύλιος/Πήλιος Γούσης ήταν στους αγωνιστές του Μεσολογγίου και πέθανε κατά την ηρωική Έξοδο. Ο Γιωργάκης Νικολάου/Βαρνακιώτης συνεργάστηκε με τον Κιουταχή κατά των πολιορκούμενων Μεσολογγιτών και ο Ανδρέας Κάλβος έγραψε γι’ αυτόν την Ωδή ενάτη, Εις τον προδότην, ποίημα στο οποίο υπάρχουν και οι στίχοι: «Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες,/ προδότα Βαρνακιώτη!/ …», και που τελειώνει: «Και καταφρονημένος/ ο Βαρνακιώτης έγινε,/ Γύρευε από την μοίραν σου/ κρυπτόν ’να σου χαρίση/ τάφον εις όλους». Ο Βαρνακιώτης, λοιπόν, μετά το 1827 ξαναεντάσσεται στις ελληνικές δυνάμεις, επί Καποδίστρια γίνεται και στρατοδίκης και επί Όθωνα παίρνει τον βαθμό του συνταγματάρχη. Οι Γ. Τσόγκας και Ι. Ράγκος έφυγαν το καλοκαίρι του 1825 από το Μεσολόγγι, λιποτάκτησαν, αλλά αργότερα εντάχθηκαν εκ νέου στα ελληνικά στρατεύματα. Δεν θα μπω στο θέμα των διώξεων και τις συκοφαντίες κατά του Καραϊσκάκη, αλλά ευτυχώς με τα έργα του και τον θάνατό του απέδειξε το μέγεθος της στρατιωτικής φυσιογνωμίας του. Και πάω στον Οδυσσέα Αντρούτσο, που ανήκει –για πολλούς λόγους– στους αγαπημένους μου ήρωες. Δεν μπορείς μετά 200 χρόνια, μυθοπλαστικώ τω τρόπω, να στρεβλώνεις την ιστορική αλήθεια και να σοδομείς την ιστορία, βάζοντας το θέμα της «άδικης» δολοφονίας του και της «εκτέλεσής» του χωρίς δίκη (!), όταν… χωρίς δίκη φόνευσε δυο σωτήρες του, οι οποίοι από δύο φορές ο καθένας τον έσωσαν από βέβαιο θάνατο! Και μιλώ για τους Αλέξη Νούτσο και Χρήστο Παλάσκα, γαμπρό από αδελφή του Γεωργίου Σταύρου ο πρώτος και αδελφός της μάνας του Γεωργίου Σταύρου ο δεύτερος, ο δε Γεώργιος Σταύρου ήταν τότε στενός συνεργάτης του Ιωάννη Κωλέττη στην Κυβέρνηση, όταν ο Οδυσσέας φόνευσε «μπαμπέσικα» τους δύο σωτήρες του, και οι σημερινοί να αποδίδουν τους φόνους αυτούς στον Κωλέττη, για να έχει ως ερωμένες τη σύζυγο του ενός και του άλλου! Πρέπει να έχει κανείς νοσηρή φαντασία για τέτοιου είδους… ποιητική αδεία συλλήψεις, ήτοι να εκλαμβάνει για ιστορία τους πομφόλυγες διαφόρων που τάχα έγραψαν σε προηγούμενα έτη ιστορικά βιβλία. Για το ξεπέρασμα τέτοιων αγκυλώσεων και νοοτροπιών, συστήνω εδώ το έργο του πανεπιστημιακού καθηγητή Β. Κρεμμυδά, Ο πολιτικός Ιωάννης Κωλέττης, για να διαπιστώσει ο καθένας το μέγεθος του πολιτικού ανδρός, και όχι τα όσα του αποδίδουν οι επινοητές ιστοριών για φόνους και αμορόζες. Ίσως ξέφυγα από το ερώτημά σας. Επανέρχομαι: Δεν ήταν μόνον τα λεγόμενα «καπάκια» εκείνα τα χρόνια, και η λοιδορία για προδοσία ως η πιο εύκολη και συχνή επιλογή, που αποτελούσαν κυριολεκτικά έκφραση αδυναμίας πολιτικής αντιπαράθεσης. Ήταν και ο φθόνος για τους αξιότερους, γιατί στην Ελλάδα φαίνεται πως ο φθόνος είναι αιώνιο και διαχρονικό σαράκι. Δυστυχώς.

Σημαντικό είναι και το κείμενο του Παναγιώτη Καλεβρά. Αλήθεια, το γνωρίζουν οι ιστορικοί;


Ο Παναγιώτης Καλεβράς, ιερολοχίτης και αγωνιστής του 1821, αναφέρεται στο «επαναστατικό σχέδιο» του Ρήγα σε πέντε βιβλία του, επί είκοσι έτη (1854-1873), και αυτό φαίνεται να το αγνοούν οι επαγγελματίες ιστορικοί. Μάλλον και οι συγχωριανοί του, στο Βογατσικό Καστοριάς, αγνοούν την ύπαρξή του. Εύχομαι να τον ανακαλύψουν.

Ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου στη μάθηση της Ιστορίας; Τι πρέπει να προσέξει ο εκπαιδευτικός για να διδάξει σωστά αυτό το μάθημα;


Αν τα έθνη είναι «κατασκευές», τότε είναι κατανοητό γιατί οι σχολικές ιστορίες λογοκρίνουν και στρεβλώνουν την αλήθεια, για να διαμορφώσουν «κοινή και ενιαία εθνική συνείδηση». Αν όμως τα έθνη είναι αυτό που η Ιφιγένεια αναφέρει για τους Έλληνες στην Αυλίδα (κατά Ευριπίδη στην Ιφιγένεια εν Αυλίδι), τότε δεν έχει ανάγκη κανένα σχολείο να προπαγανδίζει και να ψεύδεται, αλλά να διδάσκει μόνο την ιστορική αλήθεια, για διαμόρφωση ολοκληρωμένων και σκεπτόμενων πολιτών. Αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρξουν χαρισματικοί «δάσκαλοι» (εκπαιδευτικοί) με υψηλό αίσθημα ευθύνης του ρόλου τους, άοκνοι αναζητητές της αλήθειας, συνειδητοί πολίτες, που το στοιχείο της απόδειξης και στην ιστορία είναι κύριο μέλημά τους –όπως ακριβώς συμβαίνει στα μαθηματικά και στις θετικές επιστήμες–, μη αρκούμενοι στα αφελή, πολλάκις, γραφόμενα στα σχολικά εγχειρίδια. Βέβαια, κατά μείζονα λόγο, στα πανεπιστήμια, αυτά πρέπει να είναι κυρίαρχα. Να παύσουν –επιτέλους– οι ιθύνοντες να θεωρούν ως χρήσιμα μόνο τα χρηστικά. Όλβιος όστις της ιστορίας έσχε μάθησιν…

Γιατί οι σημερινοί Έλληνες δεν γνωρίζουν καλά την Ιστορία της χώρας μας;


Γιατί ξέροντας την Ιστορία της χώρας, δεν θα βγάζουν και περισσότερα φράγκα, ήθελα να πω περισσότερα ευρώ… Το χρησιμοθηρικό υπερέχει του ψυχωφελούς.

Σε τι συμβάλλει η Ιστορία;


Φρονώ πως η Ιστορία συμβάλλει τα μέγιστα στη γνώση του κόσμου που μας περιβάλλει και εντός του οποίου ζούμε, ενώ συνάμα βοηθάει στην αυτοσυνειδησία μας ως πολιτών, με δεδομένο ότι δεν είναι καθόλου εύκολη δουλειά η μελέτη του παρελθόντος.

Είμαστε δεκτικοί στην ιστορική αφήγηση, όσο και στην ανάγνωση ιστορικών βιβλίων;


Όλες οι αφηγήσεις κρύβουν κάποιες πτυχές «συμβάντων», και υπό αυτή την έννοια ενσωματώνουν «ιστορικότητα», όμως δεν αποτελούν ιστορική αφήγηση. Το δυστύχημα είναι ότι είναι κυρίαρχο το πνεύμα χρησιμοποίησης της ιστορικής αφήγησης για… μελλοντικούς σχεδιασμούς, και για να επιτευχτεί αυτό καταφεύγουν σε επινοήσεις για το παρελθόν, επινοήσεις που εκλαμβάνουν για «αλήθεια», και κατορθώνουν τις επινοήσεις αυτές να τις επιβάλουν! Άιντε τώρα να ξεχωρίσεις την ήρα από το στάρι! Γι’ αυτό και είναι ιδιαιτέρως αγαπητά τα λεγόμενα «ιστορικά μυθιστορήματα» και λιγότερο τα «ιστορικά αφηγήματα». Φαίνεται πως οι πιο πολλοί αρέσκονται στο να παραμυθιάζονται και λιγότερο στο να γίνουν κοινωνοί και μύστες της ιστορικής αλήθειας.

Ποια ιστορικά βιβλία θα μας προτείνατε να διαβάσουμε;


Λόγω του εορτασμού των 200 χρόνων από την Εθνεγερσία, ανεπιφύλακτα θα έδινα προτεραιότητα στα απομνημονεύματα όλων των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 και των εκδόσεων με έγγραφα, διακηρύξεις, αλληλογραφία κ.λπ. εκείνης της περιόδου. Θεωρώ ότι είναι αδιανόητο να έχουμε τόσες ιστορικές πηγές, νερομάνες αλήθειας, και να ανατρέχουμε σε εμφιαλωμένα «ύδατά τους» με ψήγματα της αλήθειας, και άπειρες και ποικίλες σκοπιμότητες πέρα από την ιστορική αλήθεια. Και θα συνιστούσα ως πρώτο τον Νικόλαο Κασομούλη, με τα Στρατιωτικά ενθυμήματά του (και με ιδιαίτερη και προσεχτική μελέτη των σχολίων των υποσημειώσεων του εκδότη τους, Γιάννη Βλαχογιάννη), με συνέχεια τις Διηγήσεις του Γερο-Κολοκοτρώνη, και πάει λέγοντας στους άλλους απομνημονευματογράφους. Πλάι σε αυτούς, ας ξαναπιάσουμε στα χέρια μας, σε έγκριτες μεταφράσεις τους, τα έργα των Ηρόδοτου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα, Πολύβιου, Αρριανού, Καλλισθένη, Πλούταρχου, και πλειάδας άλλων ιστορικών και χρονογράφων της Ρωμανίας. (Με ενοχλεί το καθιερωμένο «Βυζάντιο» αντί Ρωμανία, όπως ονομαζόταν η –περίπου– χιλιόχρονη αυτοκρατορία, γιατί πάνω σε αυτή τη στρέβλωση στηρίζουν οι νεότεροι ιστορικοί έωλες στρεβλώσεις και απίθανες επινοήσεις τους.) Και, τέλος, τα διαμάντια του νεοελληνικού Διαφωτισμού, στα χρόνια της Οθωμανοκρατίας, δεν γίνεται να τα αγνοούμε και ούτε αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των «ειδικών» και των φιλομαθών φιλολόγων. Για να μας γίνουν οικείοι ο Κοραής και ο Ρήγας, και οι άλλοι, τα μηνύματα των οποίων τα έχουμε τόση ανάγκη σήμερα… Ας ανακαλύψουμε τους ιστορικούς και ας αποφύγουμε τους εφευρέτες και επινοητές (εκ των υστέρων) ιστοριών.


diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ