Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Ο Φρανκ Γκολντάμερ γεννήθηκε το 1975 στη Δρέσδη, όπου και ζει με τα δίδυμα παιδιά του. Είναι επαγγελματίας ζωγράφος και αγαπά τη συγγραφή – γράφει από την ηλικία των είκοσι ετών. Έγινε γνωστός με την αστυνομική σειρά του με ήρωα τον επιθεωρητή Μαξ Χέλερ, ο οποίος πρωταγωνιστεί και στο μυθιστόρημα Το τέρας (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου, Εκδόσεις Κλειδάριθμος 2019), που μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Οι πόλεμοι φέρνουν συχνά στην επιφάνεια φριχτούς εγκληματίες, που χρησιμοποιούν τις συνθήκες για να καλύψουν τις πράξεις τους. Είμαι βέβαιος ότι πολλές δολοφονίες που συνέβησαν στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ. Όμως ακόμα και στην κορύφωση των μαχών, το γραφειοκρατικό σύστημα του ναζιστικού κράτους λειτουργούσε. Μια μέρα μετά τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, το ταχυδρομείο συνέχισε να παραδίδει τα γράμματα και η αστυνομία συνέχιζε να ερευνά υποθέσεις παραβατικές και φόνους αναζητώντας τους ενόχους, ακόμα κι αν το ανθρώπινο δυναμικό της ήταν μειωμένο.
Δεν είναι δική του επιλογή, του ανατίθεται να αναλάβει επικεφαλής της έρευνας. Όμως είναι παθιασμένος με τη δουλειά του κι έχει ορκιστεί να βρει και να στείλει στη δικαιοσύνη τον δράστη, δεν μπορεί να δεχτεί ότι ο ένοχος θα αποφύγει τις συνέπειες του νόμου και, καθώς έρχεται σε επαφή με τις συνθήκες θανάτου μιας γυναίκας, τα γεγονότα τον επηρεάζουν τόσο βαθιά, ώστε χάνει τον ύπνο του.
Σε περιόδους πολέμων συχνά δημιουργούνται θρύλοι, είναι μια μείξη φαντασίας, ευσεβών πόθων και φόβου. Πολλοί άνθρωποι είχαν πιστέψει στο «υπερόπλο» που υποτίθεται ότι διέθεταν οι ναζί κι άλλοι πάλι έβλεπαν τον Χίτλερ στα όνειρά τους. Υπήρχαν φήμες για κάποιο σκοτεινό πλάσμα που περιφερόταν στους ζοφερούς δρόμους αναζητώντας θύματα. Κάποιοι αποκαλούσαν αυτό το πλάσμα «Το Μαύρο Φάντασμα», άλλοι πάλι το έλεγαν «Το τέρας». Όταν άκουγες ήχους από κάτι που κινούνταν στο σπίτι τη νύχτα ή όταν η πόρτα σου έτριζε απειλητικά, ήταν εύκολο να φαντάζεσαι τέτοια πράγματα.
Ο Χίτλερ είχε δουλέψει για πολλά χρόνια με την ψυχολογία του γερμανικού λαού, προετοιμάζοντας τις μάζες για τον πόλεμο. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι κάτοικοι της Δρέσδης και των άλλων γερμανικών πόλεων υπέμεναν τις κακουχίες χωρίς διαμαρτυρία. Στην πραγματικότητα, αν και υπήρχε δελτίο στα τρόφιμα πάντα έβρισκες κάτι, οι άνθρωποι δεν πείνασαν και για μερικά προϊόντα όπως ο καφές ή το μέλι βρέθηκαν ντόπια υποκατάστατα. Για όσους ζούσαν στη Δρέσδη, ο πόλεμος ήταν κάτι που συνέβαινε κάπου μακριά κι αφορούσε εκείνους που μάχονταν, άκουγαν γι’ αυτόν στο ραδιόφωνο και διάβαζαν τα νέα στις εφημερίδες, όμως τουλάχιστον στο ξεκίνημα δεν τους επηρέασε άμεσα. Γι’ αυτό και η καταστροφή της Δρέσδης σόκαρε πολλούς. Όπως συνέβη σε πολλές γερμανικές πόλεις, οι άνθρωποι άρχισαν να υποφέρουν πραγματικά μετά το τέλος του πολέμου.
Νομίζω ότι οι συμπολίτες μου βλέπουν τον εαυτό τους στις ιστορίες μου να απεικονίζεται μ’ έναν έντιμο και θετικό τρόπο. Τις συνιστούν κιόλας σε ανθρώπους που δεν κατάγονται από τη Δρέσδη. Κι αυτό το θεωρώ κολακευτικό, διότι οι άνθρωποι εδώ μπορούν εύκολα να προσβληθούν, αν κάτι δεν τους αρέσει. Έχω την εντύπωση ότι η οικογένειά μου και οι φίλοι μου είναι αρκετά περήφανοι για μένα, ιδιαίτερα οι γονείς μου.
Η ζωή μου συνδέεται βαθιά με την πόλη μου, οι περισσότερες από τις αναμνήσεις της παιδικής και της εφηβικής μου ηλικίας σχετίζονται με γεγονότα που συνέβησαν εδώ. Για να με εμπνεύσει κάποιο μέρος πρέπει να έχει άγριες πλευρές, αντιφάσεις, ασυμφωνίες, σκοτεινές πτυχές δίπλα στην ομορφιά του. Η Δρέσδη μού τα προσφέρει όλα.
Δυστυχώς, είμαι από κείνους που δεν μπορούν να χαρούν για πολύ με τις επιτυχίες του παρελθόντος. Έχω πάντα την αγωνία για το επόμενο βιβλίο, αναρωτιέμαι αν θα αρέσει στους αναγνώστες μου, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι εκπληκτικό αυτό που νιώθεις όταν γνωρίζεις ότι το βιβλίο σου έφτασε σε τόσους ανθρώπους, και μάλιστα έξω από τη χώρα σου. Υπάρχουν στιγμές που πραγματικά συγκινούμαι.
Τις περισσότερες φορές, φτιάχνω μια υπόθεση κι έπειτα σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να είχε συμβεί. Ερευνώ το τεχνικό και ιστορικό υπόβαθρο χρησιμοποιώντας υλικό από αυτόπτες μάρτυρες, αστυνομικούς και υπεύθυνους αρχείων. Κι ακόμα, υπάρχουν τα πραγματικά εγκλήματα για τα οποία μαθαίνω και τα οποία μου προσφέρουν πολλές ιδέες.
Είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι. Ο τόνος και ο ρυθμός τους έχουν τεράστια διαφορά. Η λογοτεχνία μού προσφέρει την εκτίμηση που δεν μπορεί να μου δώσει η καθημερινή μου εργασία. Από την άλλη μεριά, η δουλειά της συγγραφής μπορεί να συγκριθεί με μια χειρωνακτική εργασία – και στις δυο περιπτώσεις αυτά που μετρούν είναι η πειθαρχία, η εργατικότητα και η επιμονή, η δημιουργικότητα και στις δυο περιπτώσεις παίζει μικρό ρόλο.
Πάρα πολύ σημαντικό – μπορώ να το συγκρίνω με την αναπνοή και τον ύπνο μου, αν δεν μπορούσα να γράψω δεν ξέρω τι θα έκανα.
Για να πω την αλήθεια δεν διαβάζω αστυνομικά βιβλία, όμως υπάρχει μια σειρά που αγαπώ: «Balthasar Matzbach» του Gisbert Haefs. O Matzbach είναι ένας παχουλός δανδής, πάρα πολύ έξυπνος, στωικός και εύγλωττος. Οι υποθέσεις αυτών των βιβλίων είναι αληθινά ευφυείς και διασκεδαστικές.
Οφείλω να ομολογήσω ότι δεν έχω έρθει ποτέ στην Ελλάδα. Έχω βέβαια τη δικαιολογία ότι δεν ταξιδεύω σχεδόν καθόλου, όμως ενδιαφέρομαι πραγματικά για την ελληνική αρχαιότητα και την ελληνική μυθολογία, η οποία νομίζω έχει έξοχα αποδοθεί στο έργο Mythos του Stephen Fry. H επαφή μου με τους Έλληνες περιορίζεται προς το παρόν στα δυο θαυμάσια ελληνικά εστιατόρια της Δρέσδης, όπου τρώω τακτικά, μάλιστα έμαθα πρόσφατα από τους ιδιοκτήτες τους ότι τα ελληνικά σχολεία τα κατάφεραν πολύ καλύτερα από τα γερμανικά στην οργάνωση μαθημάτων κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.
