Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Ο Δημήτρης Γκιώνης γεννήθηκε το 1939 στη Δημητσάνα της Αρκαδίας. Δημοσιογράφος από το 1964 με εμμονή στα πολιτιστικά, ως συντάκτης και υπεύθυνος καλλιτεχνικών σελίδων. Στη Δημοκρατική Αλλαγή (1964-1967), Γαλλία-Καναδά (1967-1973) λόγω χούντας, συνεργάτης σε ελληνόφωνα έντυπα. Εκδότης με τον Φώντα Λάδη του περιοδικού Τετράδιο (1974-1976), στην Αυγή (1974-1975), στην Ελευθεροτυπία (1975-2011). Στο ρεπορτάζ της τηλεοπτικής εκπομπής «Παρασκήνιο» (1976-1983). Συνεργάτης στην Εφημερίδα των Συντακτών από την έκδοσή της (2012). Το 1994 κυκλοφόρησε το αφήγημά του Τώρα θα δεις… (27 εκδόσεις, μεταφρασμένο στα γαλλικά). Ακολούθησαν τα αφηγήματα: Το περίπτερο (13 εκδόσεις, 1996), Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο (Συνεντεύξεις με τον Βασίλη Βασιλικό, 1996), Έτσι κι αλλιώς (1999), Και μετά τι έγινε; (2004), Χωρίς προστάτη (2007), το χιουμοριστικό Εμένα μου λες; (2008) – όλα απ’ τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Ένας κι ένας… 46+1 άνθρωποι της τέχνης από κοντά (2014) από τις Εκδόσεις Άγκυρα. Στην περίοδο του Τετράδιου έβγαλε το βιβλίο-έρευνα Οι μεγάλες αποδράσεις (1976). Μέλος της ΕΣΗΕΑ και στο Δ.Σ. του Μορφωτικού της Ιδρύματος.
Και οι «τέσσερις λόγοι» (που θα μπορούσε να είναι περισσότεροι, αλλά τόσοι περιλαμβάνονται στο βιβλίο) με έχουν απασχολήσει και στα γραφτά μου στην εφημερίδα –παλιότερα στην Ελευθεροτυπία και στη συνέχεια στην Εφημερίδα των Συντακτών– ως προέκταση της δημοσιογραφικής μου δουλειάς, όπως άλλωστε έχει συμβεί και με προηγούμενα βιβλία μου. Οπότε αποφάσισα να αξιοποιήσω διαφορετικά αυτά τα θέματα. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση: Η σχέση μου, στον πρώτο «λόγο», με το έργο του Νίκου Καζαντζάκη – πώς το αντιμετώπιζα ως έφηβος, την περίοδο που στις αναγνωστικές μου επιλογές μετρούσαν οι διώξεις πνευματικών ανθρώπων –και τέτοια περίπτωση ήταν ο Καζαντζάκης– και στη συνέχεια ως καλλιτεχνικός συντάκτης. Ο δεύτερος «λόγος» αφορά τα βιώματα μιας μητέρας – μιας πολύτεκνης Ελληνίδας μητέρας κάποιας άλλης, όχι και τόσο μακρινής εποχής, σε σχέση με τις σημερινές. Ο τρίτος «λόγος» αναφέρεται στον έρωτα, όπως εκφραζόταν πριν από 40-60 χρόνια, μέσα (και) από χειρόγραφες επιστολές – τότε που δεν υπήρχαν τα σημερινά ηλεκτρονικά μέσα και τα ήθη βρίσκονταν σε πρωτόγονη κατάσταση. Ο τέταρτος «λόγος» είναι η σχέση μ’ έναν γάτο ως μέλος μιας οικογένειας, και όχι ως χρηστικό κατοικίδιο. Και να διευκρινίσω ότι στα κείμενα κυριαρχεί η εικόνα και όχι η άποψη, και βέβαια το χιούμορ που παραμένει σταθερό μου καταφύγιο.
Το πρώτο βιβλίο του Καζαντζάκη που διάβασα, όντας έφηβος, ήταν ο Καπετάν Μιχάλης – και ήταν σα να έτρωγα από εκείνο το γλυκό ψωμί που έφτιαχνε η μάνα μου και το πρόσφερε ζεστό όταν ήμασταν «καλά παιδιά», όπως είχα γράψει σε μνήμες του καιρού εκείνου. Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’50, με τον πόλεμο που είχε εξαπολύσει κατά του Καζαντζάκη ένα μέρος της Πολιτείας, του Τύπου και η Εκκλησία, με την απειλή της απαγόρευσης και του αφορισμού του συγγραφέα. Με αποτέλεσμα να τρέχει ο κόσμος να προμηθευτεί τα βιβλία του. Κάτι –απαγόρευση και αφορισμός– που ωστόσο δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί ο Καζαντζάκης είχε πολέμιους, αλλά είχε και ισχυρούς υποστηριχτές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Αν με επηρέασε; Ως έφηβο θα έλεγα ναι, γιατί ο πόλεμος κατά του Καζαντζάκη βοηθούσε, όπως προείπα, τις επιλογές μου: Κυνηγάνε τον τάδε συγγραφέα ή απαγόρευαν κάποιο κινηματογραφικό, θεατρικό έργο ή τραγούδι; Για να δούμε γιατί… Η κυριότερη κατηγορία για κάποιον τότε: «Είναι κομουνιστής!» – κατηγορία που είχε εκτοξευτεί και κατά του Καζαντζάκη… Τελικά καλό τού έκαναν. Ως γραφιά, όχι, δεν με επηρέασε, γιατί πάνω απ’ όλα είμαι δημοσιογράφος, έτσι θεωρώ τον εαυτό μου. Οτιδήποτε άλλο είναι προέκταση της δημοσιογραφικής μου δουλειάς. Κι ας προσθέσω, σε σχέση με τον Καζαντζάκη, ότι το κείμενο του βιβλίου στηρίζεται κυρίως σε δικά μου στοιχεία.
Η πρώτη ότι ήταν κομουνιστής – που δεν ήταν. Και δεν το λέω εγώ, αλλά έγκυροι μελετητές του έργου και του βίου του. Η δεύτερη ότι ήταν άθεος – που επίσης δεν ήταν, όπως καταφαίνεται από το έργο του, απ’ τις ευχαριστίες του στους ιερωμένους για τη… διαφήμιση που του έκαναν, στους οποίους ευχόταν «να είναι τόσο θρησκευόμενοι» όσο κι αυτός, και από το γεγονός ότι πάνω από τον τάφο του δεσπόζει ένας μεγάλος σταυρός.
Όντως, από τους πιο γνωστούς πολέμιους του Καζαντζάκη ήταν ο –και– ακαδημαϊκός Σπύρος Μελάς, που τον καιρό εκείνο κυριαρχούσε ως δημοσιογράφος – χρονογράφος, βιογραφίες ηρώων του 1821, θεατρικός συγγραφέας, εκδότης λογοτεχνικού περιοδικού, τα πάντα. Ήταν μεταξύ εκείνων που πρωτοστάτησαν στο να στερηθεί το Νόμπελ ο Καζαντζάκης και, ως συνεργάτης της εφημερίδας Εστία, συντάκτης πρωτοσέλιδου βιτριολικού άρθρου-κριτικής κατά του Καπετάν Μιχάλη, που μολονότι ήταν με ψευδώνυμο, δεν διαψεύστηκε ποτέ ότι το ’γραψε αυτός. Και είναι κρίμα, γιατί ο Μελάς ήταν καλός συγγραφέας.
Εκτιμώ ότι είναι αντιπροσωπευτική εικόνα μιας πολύτεκνης μάνας, εντελώς διαφορετικής από εκείνες των ημερών μας. Όσο για το χάδι και την τρυφερότητα, φαίνεται ότι σπάνιζε, καθώς η αυστηρότητα ήταν ο μοναδικός τρόπος να τα βγάλει πέρα με τόσα παιδιά – δέκα εν προκειμένω. Ειδικότερα το ξύλο – και όχι μόνο από τη μάνα, αλλά και από όποιον άλλο μεγαλύτερο και ισχυρότερο, εθεωρείτο και… διατροφικό στοιχείο, καθώς μπροστά από τη λέξη ξύλο έπεφτε η λέξη τρώω: «τρώω ξύλο»! Να προσθέσω, πάντως, ότι το ξύλο δεν μου άφησε κάποιο ψυχολογικό τραύμα – θα μου άφηνε, υποθέτω, αν ήμουν ο μόνος που τις άρπαζε. Άλλωστε, πού και πού έριχνα κι εγώ – εννοείται σε κάποιον μικρότερο και πιο αδύνατο!
Άγνωστες καταστάσεις του –κοντινού σχετικά– χτες, όχι του σήμερα. Τότε που η αγάπη ήταν και χειρόγραφη, που είχαμε τις παρθενίες, τα εγκλήματα για «λόγους τιμής», τον θεσμό της προίκας και, κυρίως, τη νοοτροπία ότι η γυναίκα είναι παρακατιανό είδος (παρακατιανό ρόλο παίζει και στα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη). Πράγματα δηλαδή άγνωστα και απίστευτα, αν τα συγκρίνουμε με τη σημερινή εποχή.
Η ιστορία με τον γάτο επιτρέπει να τη συγκρίνουμε επίσης με τη σημερινή εποχή. Χρηστική ήταν στα χωριά η σχέση ανθρώπων με τα κατοικίδια: ο σκύλος να φυλάει το σπίτι και τα άλλα ζωντανά (πρόβατα, γίδια), η γάτα να τρώει τα ποντίκια, και τα δυο να σιτίζονται με αποφάγια – και πάντα έξω από το σπίτι. Καμιά σχέση δηλαδή με τους σημερινούς σκύλους και τις γάτες της καλής διατροφής, της περιποίησης, των ειδικών γιατρών – της λατρευτικής εν πάση περιπτώσει σχέσης μεταξύ ιδιοκτήτη και ζώου, της οδύνης όταν αρρωσταίνει ή χάνεται.
Δεν θα ήθελα να επαναλάβω αυτό που λένε λίγο-πολύ οι παλιοί για «τα χρόνια τα δικά μας». Η κάθε εποχή έχει τα συν και τα πλην της. Σίγουρα οι άνθρωποι παλιότερα ήταν πιο κοντά, υπήρχε η γειτονιά, δεν υπήρχε η ερημιά της πολυκατοικίας, να μην ξέρεις ποιος είναι δίπλα σου. Δεν υπήρχαν οι ληστείες ντάλα μεσημέρι και οι κάθε είδους ανασφάλειες. Υπήρχαν όμως πόλεμοι, αδικία, δυσκολίες – καμιά από τις ευκολίες διαβίωσης που προσφέρει η εξέλιξη. Σήμερα να είσαι εδώ και σε λίγες ώρες στην άλλη άκρη του κόσμου. Γίνεται κάτι στο άλλο ημισφαίριο και την άλλη στιγμή το μαθαίνεις. Ευτυχώς υπάρχει η τέχνη και οι άνθρωποί της, που ομορφαίνουν με τα έργα τους τη ζωή. Και μια από αυτές τις τέχνες είναι και η λογοτεχνία, που επιτρέπει να πλουτίζεις τις γνώσεις σου, να συνδέεις τα βιώματά σου με κάποια έργα, να ταξιδεύεις. Προσωπικά οφείλω πολλά στη λογοτεχνία – εννοώ πολύ περισσότερα από αυτά που εισέπραξα από τα σχολικά μου θρανία.
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν κανόνες γραφής. Εκείνο όμως που πιστεύω είναι, πριν γράψεις, να έχεις διαβάσει. Εκτός αν είσαι ιδιοφυΐα, οπότε αλλάζει το πράγμα. Προσωπικά, όταν γράφω κάτι, ακόμα κι ένα απλό ρεπορτάζ ή σχόλιο, φροντίζω να ικανοποιεί πρώτα εμένα, χωρίς να σημαίνει ότι έτσι ξοφλάω. Γιατί με μια νεότερη ανάγνωση, όλο και θα βρω κάτι που δεν θα μου αρέσει – στη διατύπωση κυρίως.
Είχα την καλή τύχη να μπω στη δημοσιογραφία σε μια εποχή που ο κόσμος μάς υπολόγιζε (εννοώ τον έντυπο δημοσιογραφικό λόγο), που συνυπήρξα με «θηρία» της δουλειάς μας, που συναντήθηκα με πρόσωπα και έζησα καταστάσεις που δεν είχα διανοηθεί. Μου είναι συνεπώς δύσκολο να πω τι θυμάμαι περισσότερο, επειδή δεν είναι ένα, αλλά πολλά. Αν τώρα πρέπει να σταθώ καλά και σώνει σε κάποια πρόσωπα, θα αναφερόμουν κατ’ αρχάς στη συγγραφέα Έλλη Αλεξίου, που υπήρξε ένα είδος θηλυκού «γκουρού» για μένα, καθώς και σ’ έναν ανώνυμο φίλο δάσκαλο, ο οποίος με βοήθησε σε δύσκολες στιγμές και πίστεψε σ’ εμένα περισσότερο απ’ ό,τι πίστευα εγώ στον εαυτό μου. Να προσθέσω και δυο πρόσωπα που γνώρισα ως δημοσιογράφος: τη Μελίνα Μερκούρη και τον Μίκη Θεοδωράκη, κυρίως σε σχέση με τον δεύτερο, για το ταξίδι που κάναμε το 1981 στην Κούβα, για σειρά συναυλιών με το Κάντο Χενεράλ και τη συνύπαρξή μας ένα βράδυ –λόγω Θεοδωράκη, βέβαια– με τον Φιντέλ Κάστρο. Και να σταματούσα τότε τη δημοσιογραφία, δεν θα με πείραζε…
Χαίρομαι την κατηγορία των ρομαντικών αυτών αναγνωστών, που φοβάμαι όμως ότι όλο κι εκλείπει. Είναι η τηλεόραση, αυτός ο μόνιμος αφέντης-δυνάστης του σπιτιού, που κουμαντάρει τη ζωή μας – αυτό άλλωστε που θέλουν και οι επιχειρηματίες αγοραστές της. Πάει ο παραδοσιακός εκδότης-δημοσιογράφος και ο δημοσιογράφος που γράφει ό,τι θα ήθελε – εκτός αν πραγματικά τα πιστεύει ή ανήκει στην κατηγορία των βολεψίων όλων των καταστάσεων, όπως έλεγε ο Γιάννης Σκαρίμπας. Σπανίζει πλέον και ο αναγνώστης που συγχαίρει τον δημοσιογράφο για κάτι που έγραψε (αναφέρομαι πάντα στον έντυπο δημοσιογραφικό λόγο), χωρίς όμως να θυμάται τι. Και πώς να θυμάται ο άνθρωπος με τα τόσα που βομβαρδίζεται καθημερινά; Να προσθέσω και τη δυνατότητα που έχει οποιοσδήποτε να σερβίρει μέσω διαδικτύου οτιδήποτε.
Το μόνο που έχω καταφέρει είναι να γράφω ένα κείμενο στον υπολογιστή και να το στέλνω στην εφημερίδα, διαφορετικά θα ήταν αδύνατον να συνεργαστώ.
Νουθεσίες λεκτικές από τους γονείς μου δεν έχω. Διατηρώ όμως, ως παρακαταθήκη, τη συμπεριφορά τους – κυρίως: να είμαι τίμιος και να μην είμαι άδικος.
