Αναρτήθηκε στις:20-05-20 12:28

Συνέντευξη του Μαουρίτσιο ντε Τζοβάννι στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Όταν βλέπουμε έναν αστυνομικό πολλοί νιώθουμε μια κάποια δυσφορία ενώ θα έπρεπε να νιώσουμε ανακούφιση αφού συναντάμε έναν υπερασπιστή του κράτους δικαίου


Ο Μαουρίτσιο ντε Τζοβάννι γεννήθηκε το 1958 στη Νάπολη, όπου ζει και εργάζεται. Το 2005 με το διήγημα «I vivi e i morti», με πρωταγωνιστή τον αστυνόμο Ριτσιάρντι, κερδίζει το βραβείο Tiro Rapido για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων. Η καταδίκη του αίματος, που μας έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί, είναι το δεύτερο βιβλίο του με ήρωα τον αστυνόμο Ριτσιάρντι και μεταφράστηκε με εξαιρετική επιτυχία σε 10 χώρες. Προηγήθηκε η Αίσθηση του πόνου (μτφρ. Φωτεινή Ζερβού, Εκδόσεις Πατάκη, 2017) και ακολούθησαν άλλα δέκα. Ο αστυνόμος Ριτσιάρντι, ένας μοναχικός ήρωας σημαδεμένος από μια «ουλή στην καρδιά», έχει μια κρυμμένη και μοναδική ικανότητα, που τον εκτινάσσει στην επαγγελματική ιεραρχία: βλέπει τις τελευταίες στιγμές της ζωής των θυμάτων που είχαν βίαιο θάνατο.


Από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, υπάρχει μια ατμόσφαιρα εποχής και ένα άρωμα μυστηρίου. Έχει στοιχεία νουάρ το μυθιστόρημά σας Η καταδίκη του αίματος;


Όλα τα μυθιστορήματά μου που έχουν πρωταγωνιστή τον αστυνόμο Λουίτζι Αλφρέντο Ριτσιάρντι (στην Ιταλία είναι μέχρι σήμερα δώδεκα) έχουν ως χρονικό πλαίσιο τη δεκαετία του 1930, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, και είναι νουάρ. Νομίζω ότι το «μαύρο» μυθιστόρημα αντιπροσωπεύει τον καλύτερο τρόπο διερεύνησης της κοινωνίας. Σε αντίθεση με το κλασικό θρίλερ, το οποίο έχει στο κέντρο ένα αίνιγμα για λύση, το νουάρ είναι ένα κοινωνικό μυθιστόρημα. Δεν με ενδιαφέρει –και ελπίζω ούτε τους αναγνώστες μου– να βρούμε τον ένοχο. Ο στόχος, ή τουλάχιστον η προσπάθεια των βιβλίων μου, είναι να κατανοήσουμε τον λόγο για κάθε έγκλημα. Και το νουάρ είναι ο καλύτερος τρόπος για να εισέλθουμε στην ψυχολογία του θύτη, ο οποίος είναι συχνά καλύτερος άνθρωπος από το θύμα.

Νάπολη της δεκαετίας του 1930. Μέσα από τις περιγραφές σας εμφανίζεται μια πόλη που ζει φτωχικά και που οι κάτοικοι αγωνίζονται για να τα βγάλουν πέρα. Υπήρχε τόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς;


Από αυτή την άποψη, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει: εξακολουθεί να υπάρχει μια τεράστια ανισότητα μεταξύ πλουσίων και φτωχών στην πόλη μου. Περίπου το 1% των Ναπολιτάνων κατέχει το 98% των τραπεζικών καταθέσεων.

Αυτός είναι ο λόγος για τη μεγάλη εγκληματικότητα στην περιοχή;


Υπάρχουν δύο λόγοι πίσω από το έγκλημα: η πείνα και η αγάπη. Η ανάγκη από τη μία πλευρά και η επιθυμία για κατοχή από την άλλη. Ακριβώς η κοινωνική ανισότητα για την οποία μιλούσαμε πριν αυξάνει τον αριθμό των εγκλημάτων κατά της περιουσίας, αλλά και κατά των ανθρώπων. Πάντα φανταζόμουν την πόλη μου ως ένα τεράστιο δοχείο βρασμού: τα στρώματα κάτω από την καυτή επιφάνεια τείνουν να ανέβουν. Κι αυτός είναι ο λόγος για τις κοινωνικές εντάσεις: εκείνοι που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια προσπαθούν να δουν το φως και, για να τα καταφέρουν, καταλήγουν να κατακλύζουν τα ανώτερα στρώματα, που ξαφνικά βρίσκονται πιο χαμηλά και με τη σειρά τους προσπαθούν να ανέβουν.

Πώς αντιδρούσε σε αυτή την κατάσταση η τότε κυβέρνηση της Ιταλίας;


Το καθεστώς τότε έτεινε να υποτιμήσει τις κοινωνικές εντάσεις. Η λέξη «velina», δηλαδή «λεπτό χαρτί», στον κόσμο των επικοινωνιών δεν σημαίνει «ημίγυμνη χορεύτρια» [σημ. της μεταφράστριας: όπως νομίζουν όλοι οι Ιταλοί σήμερα, από μια δημοφιλή εκπομπή της ιταλικής τηλεόρασης], αλλά «σύντομη δημόσια ανακοίνωση», που περίεχε συγκεκριμένες οδηγίες για τον Τύπο: δεν επιτρεπόταν η παρουσίαση των εγκληματικών δράσεων για την αποφυγή της μίμησής τους, όπως λεγόταν. Ο φασισμός ήθελε να περάσει στη χώρα μια εικόνα ευημερίας και σταθερότητας. Συχνά ακούγαμε από τους παππούδες μας ότι την εποχή του Μουσολίνι θα μπορούσες να αφήσεις τις πόρτες ανοιχτές και δεν υπήρχε κίνδυνος να υποστείς κλοπή. Στην πραγματικότητα, οι κλοπές γίνονταν είτε είχες το σπίτι αμπαρωμένο είτε όχι: απλώς δεν επιτρεπόταν να μιλήσουν για αυτό στα μέσα μαζικής επικοινωνίας.

Ο αστυνόμος Ριτσιάρντι προσπαθεί να διερευνήσει τα εγκλήματα. Γιατί οι συγγενείς των θυμάτων αρνούνται να συνεργαστούν μαζί του;


Λόγω της πατροπαράδοτης δυσπιστίας απέναντι στην αστυνομία, φαινόμενο πέρα για πέρα ιταλικό: Όταν βλέπουμε έναν αστυνομικό, πολλοί νιώθουμε μια κάποια δυσφορία, ενώ θα έπρεπε να νιώσουμε ανακούφιση, αφού συναντάμε έναν υπερασπιστή του κράτους δικαίου.

Με συγκλόνισε η μορφή της ωραίας Φιλομένα. Επειδή δεν ενδίδει στον παράνομο έρωτα, την εκδικούνται. Δεν υπάρχει τιμωρία για τον ένοχο;


Δεν μπορώ να απαντήσω αναλυτικά, διότι θ’ αποκαλύψω πώς τελειώνει το βιβλίο. Μπορώ όμως να πω ότι στην περίπτωση αυτή η κοινωνία πληρώνει για το γεγονός ότι δεν μπόρεσε να υπερασπίσει ένα άτομο, που είχε μόνο ένα χαρακτηριστικό για το οποίο εισέπραττε το μίσος των πολλών: την ομορφιά.

Οι ήρωές σας είναι εγκλωβισμένοι στη φτώχεια και στην εκμετάλλευση από τους τοκογλύφους. Αλήθεια, πώς αντιμετώπιζε, ή τιμωρούσε, η Πολιτεία τέτοιες καταστάσεις;


Δεν νομίζω ότι υπήρχαν συγκεκριμένα μέτρα κατά της τοκογλυφίας εκείνη την εποχή. Αντίθετα, πιστεύω ότι μόνο το τελευταίο διάστημα το κράτος έλαβε μέτρα εναντίον των τοκογλυφικών επιτοκίων, επιτέλους και κατά των τραπεζών.

Η Καρμέλα Καλίζε είναι χαρτορίχτρα και τοκογλύφος. Ποιος είναι ο λόγος της δολοφονίας της;


Χαρτορίχτρα και τοκογλύφος – ως εκ τούτου, ένα αρνητικό άτομο. Έπαιζε με τα όνειρα των ανθρώπων, τόσο προσποιούμενη ότι μπορεί να μαντέψει το μέλλον τους και είναι σε θέση να το επηρεάσει, όσο και δανείζοντας χρήματα, που φαινόταν να εκπληρώνουν τις ευχές, αλλά που οδήγησαν στην καταστροφή εκείνων που τα δανείζονταν. Αλλά δεν είναι αυτός ο λόγος που η Καρμέλα πεθαίνει. Αυτή τη φορά, όπως συμβαίνει συχνά, τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται.

Πολλές φορές μού θυμίσατε με τις περιγραφές σας σκηνές από τις ταινίες του Φελίνι. Σας έχει επηρεάσει ως συγγραφέα ο ιταλικός νεορεαλισμός στον κινηματογράφο;


Θα έλεγα ότι η πόλη μου, με την οποία είμαι ερωτευμένος, με επηρέασε. Είναι σαν μια χυδαία μητέρα, μερικές φορές φοβερά υπερβολική: μπορεί να ντρέπεσαι γι’ αυτήν, αλλά είναι η μητέρα σου, πάντα θα είναι και δεν θα την άλλαζες με τίποτα στον κόσμο.

Οι ύποπτοι είναι πολλοί κι ο αστυνόμος Ριτσιάρντι έχει το χάρισμα να διαλευκαίνει και τις πιο δύσκολες καταστάσεις. Στην πραγματικότητα, ένας αστυνομικός έχει πάντοτε επιτυχίες όταν διερευνά μια αστυνομική υπόθεση;


Προφανώς, όχι. Οι αστυνόμοι τώρα, σε σύγκριση με τον πρωταγωνιστή μου, βοηθούνται από το Τμήμα Σήμανσης. Αλλά η ακρίβεια των ευρημάτων καταλήγει μερικές φορές εις βάρος της έρευνας. Και γι’ αυτόν τον λόγο τοποθέτησα τις ιστορίες μου στη δεκαετία του 1930: είναι η τελευταία εποχή στην οποία το κίνητρο ήταν το μόνο πράγμα που καθοδηγούσε τις έρευνες.

Πώς νιώθετε όταν ένα έργο σας μεταφράζεται σε άλλες γλώσσες;


Ευτυχισμένος. Και μάλιστα σε μερικές περιπτώσεις με διασκεδάζει κιόλας: μεταφράστηκα στα ιαπωνικά, αλλά όταν είδα τα βιβλία αναρωτιόμουν αν ήταν πράγματι δικά μου! Προφανώς, δεν αναγνώρισα ούτε καν το όνομά μου.

Ποιους άλλους Ιταλούς συγγραφείς που γράφουν αστυνομικά μυθιστορήματα θα μας προτείνατε να διαβάσουμε;


Οι συνάδελφοί μου, πολύ καλύτεροι από μένα, είναι πολλοί. Θυμάμαι τους Carofiglio, Carrisi, Morchio, De Cataldo, Lucarelli, Pulixi. Αλλά ανέφερα τα πρώτα έξι από τα εκατό ονόματα που θα μου έρχονταν στον νου. Προφανώς, ο μεγαλύτερος, πάντα: ο Andrea Camilleri.

Έχετε επισκεφτεί την Ελλάδα;


Όχι ακόμα. Αλλά σχεδιάζω να το κάνω σύντομα. Από την άλλη πλευρά, η γυναίκα μου σας έχει επισκεφτεί πολλές φορές στις διακοπές – τελευταία φορά στη Σαντορίνη τον περασμένο Ιούλιο. Μου είπε θαυμάσια λόγια, όπως και για την Κρήτη, τη Ρόδο, την Αθήνα, για να αναφέρω μόνο τους πιο πρόσφατους προορισμούς της.

Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;


Χωρίς την Ελλάδα, η Ευρώπη δεν θα είχε καν το όνομά της. Ως άνθρωπος και αναγνώστης, ακόμα περισσότερο ως συγγραφέας, πιστεύω ότι έχω ένα τεράστιο χρέος προς το έθνος σας, το οποίο είναι η πραγματική πατρίδα του πολιτισμού.

Μετάφραση από τα ιταλικά: Αλέξανδρος Κ. Χήρας


diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ