Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

H συγγραφέας Rosella Postorino γεννήθηκε στην Καλαβρία το 1978 και μεγάλωσε στην επαρχία της Ιμπέρια. Σήμερα ζει και εργάζεται στη Ρώμη. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα La stanza di sopra (2007, 2018), L’estate che perdemmo Dio (2009) και Il corpo docile (2013), το θεατρικό Tu (non) sei il tuo lavoro (στη συλλογή Working for Paradise, 2009) και Il mare in salita (2011). Το πολυβραβευμένο μυθιστόρημά της Στο τραπέζι του λύκου (μτφρ. Στέλλα Πεκιαρίδη, Ελληνικά Γράμματα 2019), έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί.
«Λύκος» ήταν η προσφώνηση που είχε διαλέξει ο ίδιος ο Χίτλερ για τον εαυτό του.
Επειδή ήταν παρανοϊκός. Δεν εμπιστευόταν κανέναν, ούτε καν τους συμμάχους και τους «φίλους» του. Δεν φοβόταν τόσο μήπως τον δηλητηριάσει ο μάγειράς του, φοβόταν μήπως οι ίδιες οι τροφές –φρούτα, λαχανικά και άλλα προϊόντα– ήταν δηλητηριασμένες. Επομένως δεν ήταν ζήτημα εμπιστοσύνης στον μάγειρά του, φοβόταν γενικά, οπότε δημιούργησε ένα περίπλοκο σύστημα για να προστατέψει τον εαυτό του.
Ναι, διότι κάθε μέρα έβαζαν σε κίνδυνο τη ζωή τους. Ήξεραν ότι κάθε μπουκιά ίσως ήταν η τελευταία. Και κανείς δεν θέλει να πεθάνει. Όλοι θέλουν να ζήσουν. Έτσι, περνούσαν μια ολόκληρη ώρα μετά το γεύμα κλαίγοντας. Στο βιβλίο μου φαντάστηκα ότι με τον καιρό συνήθισαν την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν και τον φόβο που ένιωθαν. Οι άνθρωποι πάντα προσαρμόζονται κι έχουν την ικανότητα να βιώνουν μια τραγωδία με «κανονικότητα» – κι αυτό είναι εντυπωσιακό.
Οι δοκιμαστές φαγητού ήταν πράγματι σαν αιχμάλωτοι, σκλάβοι, πειραματόζωα. Δεν αντιμετωπίζονταν σαν ανθρώπινα όντα, ήταν κάτι πολύ λιγότερο. Η ζωή τους μπορούσε να θυσιαστεί για να σωθεί η ζωή του Χίτλερ. Άρα πώς θα μπορούσαν να νιώθουν αντιμετωπίζοντας καθημερινά τον θάνατο; Δεν επέλεξαν ποτέ να κάνουν αυτή την παράλογη δουλειά! Η ηρωίδα μου η Ρόζα δεν ψήφισε τον Χίτλερ και δεν πιστεύει σ’ εκείνον, επομένως δεν πίστευε ότι η δουλειά της την τιμούσε. Νομίζω ότι οι δοκιμάστριες φαγητού ένιωθαν θύματα. Όμως το γεγονός ότι δούλευαν για τον Χίτλερ τις έκανε συνενόχους, κι αυτό ακριβώς μ’ ενδιέφερε στη διάρκεια της συγγραφής. Αυτή είναι η καρδιά του βιβλίου.
Στη διάρκεια του πολέμου δεν ήταν εύκολο να βρεθούν το κρέας και τα λαχανικά, ιδιαίτερα στις πόλεις. Γι’ αυτό άλλωστε όσοι μπορούσαν να πάνε στην επαρχία το έκαναν. Η ηρωίδα μου η Ρόζα μετακομίζει στο σπίτι των πεθερικών της στην ανατολική πλευρά της Πρωσίας για να είναι πιο ασφαλής και για να βρίσκει πιο εύκολα τροφή. Όμως μία εβδομάδα μετά την άφιξή της, τα Ες Ες την παίρνουν για δοκιμάστρια φαγητού.
Κάνει δεσμό μαζί του. Νιώθει ένοχη, γιατί δεν προδίδει μόνο τον άντρα της αλλά και τα πεθερικά της, που τη φροντίζουν. Προδίδει όμως και τις συναδέλφους της, τις άλλες δοκιμάστριες φαγητού (κοιμάται με τον άντρα που διαχειρίζεται το μέρος όπου αναγκάζονται να βάλουν τη ζωή τους σε κίνδυνο), τη μνήμη του πατέρα της, που ήταν αντίθετος με το ναζιστικό καθεστώς. Παρ’ όλα αυτά, την ίδια στιγμή η σχέση της με τον υπολοχαγό των Ες Ες είναι μια μορφή εξέγερσης, αντίστασης, αφού αρχίζει ξανά να νιώθει επιθυμία και επιθυμητή, και μέσα από αυτή την επιθυμία σταματάει να είναι μόνο πειραματόζωο κι αρχίζει να νιώθει ξανά άνθρωπος. Το Τρίτο Ράιχ δεν θα επέτρεπε ποτέ μια τέτοια σχέση, όμως ο έρωτας είναι πάντοτε ανατρεπτικός.
Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Θεωρώ γενικότερα ότι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση είναι δυσκολότερη από την τριτοπρόσωπη, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση έκρινα ότι ήταν απαραίτητη. Ήθελα οι αναγνώστες να νιώσουν ότι βρίσκονται στη θέση της ηρωίδας, ήθελα να νιώσουν ό,τι νιώθει, να υποφέρουν όπως εκείνη, να πεινάσουν, να τρομάξουν, να νιώσουν επιθυμία, μοναξιά και απόγνωση, αλλά και να συνεχίσουν να ζουν, όπως η Ρόζα. Ήθελα οι αναγνώστες να βρεθούν σε δύσκολη θέση νιώθοντας συμπάθεια για μια γυναίκα που δούλεψε για τον Χίτλερ. Ήταν πρόκληση για μένα. Το ερώτημα ήταν το εξής: Τι θα είχα κάνει εγώ, αν είχα βρεθεί στη θέση που βρέθηκε η Ρόζα; Έπρεπε λοιπόν να προσπαθήσω να σκεφτώ σαν Γερμανίδα 26 ετών το 1943, παρόλο που εγώ είμαι Ιταλίδα, γεννήθηκα το 1978 και δεν έχω ζήσει ούτε δικτατορία ούτε πόλεμο.
Θα ήθελα πολύ να συναντήσω τη Μάργκοτ Βολκ, να συγκεντρώσω όσο περισσότερες πληροφορίες μπορούσα για τη δουλειά της ως δοκιμάστρια φαγητού του Χίτλερ, κυρίως όμως για να τη ρωτήσω γιατί δεν μίλησε νωρίτερα γι’ αυτό. Το κράτησε μυστικό σε όλη της τη ζωή και νομίζω ότι το έκανε γιατί ντρεπόταν. Αυτό όμως είναι η προσωπική μου γνώμη, δεν ξέρω αν ισχύει. Για τον λόγο αυτό η Ρόζα δεν είναι η Μάργκοτ Βολκ. Η Μάργκοτ Βολκ ήταν η αφορμή για τη γέννηση της δικής μου ηρωίδας.
Η αφήγηση της ιστορίας του ναζιστικού καθεστώτος από μια συνηθισμένη γυναίκα που δεν είναι ηρωίδα μάς βοηθάει να κατανοήσουμε ότι, μερικές φορές, η μη επιλογή είναι το ίδιο πράγμα με την επιλογή. Αυτή η γυναίκα δούλεψε για τον Χίτλερ, δηλαδή δούλεψε υπέρ του κακού, εντάχθηκε σ’ ένα σύστημα όπου διαπράχθηκαν φρικτά εγκλήματα, το έκανε όμως για να επιβιώσει. Η ιστορία της αφορά όλους τους ανθρώπους, σε κάθε ιστορική περίοδο.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και κυρίως το Ολοκαύτωμα θ’ αποτελεί πάντα θέμα για βιβλία και ταινίες, επειδή δεν θα καταφέρουμε ν’ αποδεχτούμε ποτέ τις φρικαλεότητες εκείνης της εποχής. Θεωρώ ότι τα τελευταία χρόνια οι αναγνώστες συσχετίζουν εκείνη την περίοδο με τη σημερινή εποχή – η παγκόσμια οικονομική κρίση που προκάλεσε σοβαρά πολιτικά προβλήματα, η έξαρση του εθνικισμού στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες… Επίσης, έχει χτιστεί η εικόνα ενός εχθρού για πολιτικούς σκοπούς. Είναι πάντοτε δύσκολο να αποκωδικοποιούμε το παρόν και, ανατρέχοντας στο παρελθόν, μπορούμε να το κατανοήσουμε καλύτερα.
Αν το βραβείο είναι τόσο σπουδαίο όσο το βραβείο Campiello, με το οποίο τιμήθηκα τον περασμένο Σεπτέμβριο, ναι, συμβάλλει. Βοηθάει το βιβλίο να διαβαστεί από πολλούς ανθρώπους και δίνει πολλές ευκαιρίες στον συγγραφέα να συναντήσει τους αναγνώστες του.
Χαίρομαι πολύ! Ο πολιτισμός της Δύσης γεννήθηκε στην Ελλάδα, η λογοτεχνία της Δύσης γεννήθηκε με τα αρχαία ελληνικά έπη, επομένως είναι υπέροχο που το βιβλίο μου μεταφράστηκε στα ελληνικά.
Απόλαυσα πραγματικά το Motherhood της Καναδής Σίλα Χέτι, το Ordesa του Ισπανού Μανουέλ Βίλας, το Normal People της Ιρλανδής Σάλι Ρούνι και το American Marriage της Αμερικανίδας Ταϊάρι Τζόουνς.
Μπορείτε να διαβάσετε το βιβλίο μου αν σας αρέσουν τα ιστορικά μυθιστορήματα, μπορείτε όμως να το διαβάσετε κι αν σας αρέσουν οι ιστορίες που μιλούν για τον διχασμό του ανθρώπου, τις αντιφάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις, την εξουσία, τον έρωτα, τη φιλία και το ένστικτο επιβίωσης, που είναι η σωτηρία και, την ίδια στιγμή, η καταδίκη μας.
