Αναρτήθηκε στις:28-04-16 12:00

Συνέντευξη του Ανδρέα - Μάριου Σουσουρή στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη





Η συγγραφή όπως την αντιλαμβάνομαι είναι ένστικτο, εσωτερική ανάγκη, εργασιακή πρόκληση

Ο Ανδρέας - Μάριος Σουσουρής, γεννήθηκε στον Βόλο. Σπούδασε σκηνοθεσία και δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και ασχολείται με τη συγγραφή σεναρίων για ταινίες μικρού μήκους αλλά και διηγημάτων. Η συλλογή "Διαβάτες της σκιάς" αποτελεί την πρώτη του ολοκληρωμένη πρόταση στον χώρο του ελληνικού βιβλίου, ακολουθώντας τα βήματα των αγαπημένων του αναγνωσμάτων από τη δεξαμενή της κλασικής λογοτεχνίας και του μακάβριου.

ΕΡ. Από πότε ξεκινήσατε να γράφετε διηγήματα;
ΑΠ. Η αρχική επαφή μου με το γράψιμο έγινε λίγο μετά τα είκοσι. Ήταν η περίοδος που τα φτωχής επιμορφωτικής αξίας σχολικά μου χρόνια είχαν περάσει ανεπιστρεπτί και η επίγνωση για το «τι θέλω να κάνω στη ζωή μου» αποτελούσε ακόμη αυτοπαρωδικό ανέκδοτο. Μάλλον δε θα πρωτοτυπήσω, αλλά η επαφή μου με το γράψιμο προέκυψε ως μια στιγμιαία τυχαιότητα, αυθόρμητα – φαντάζομαι και ως απόρροια της καθημερινής μου συνέπειας στην ανάγνωση λογοτεχνίας. Ευτυχώς… με την πάροδο του χρόνου έχει αποδειχθεί η ανθεκτικότερη των προσωπικών μου ενασχολήσεων.

ΕΡ. Τι είναι αυτό που σας κάνει να γράφετε και να εμπνέεστε; Μήπως η γραφή είναι ένα ασίγαστο πάθος;
ΑΠ. Η συγγραφή, όπως την αντιλαμβάνομαι, είναι ένστικτο, εσωτερική ανάγκη, εργασιακή πρόκληση και μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που το «πρέπει» λειτουργεί ως προνόμιο. Ανεξάρτητα από την όποια ποσότητα ταλέντου ή αποφασιστικότητα για δουλειά διατηρεί κανείς με τη συγγραφική διαδικασία, από τη στιγμή που ο «δαίμονας» αρπάξει τα ηνία του κεφαλιού σου, είσαι αυτόματα καταδικασμένος να συνυπάρξεις μαζί του μέχρι το τέλος. Προσωπικά δεν έχω παράπονο με αυτό. Είναι μια συνύπαρξη που από ένα σημείο και έπειτα δεν είσαι διατεθειμένος να διαπραγματευτείς για τίποτα και με κανέναν.

ΕΡ. Πριν από λίγους μήνες εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Ιστορίες του χαράματος», από τις εκδόσεις Στοχαστής. Ποιος ήταν ο λόγος που την γράψατε;
ΑΠ. Θεωρώ το διήγημα ένα μόνιμο στοίχημα οικονομίας του λόγου, γόνιμης σποράς για πειραματισμούς στο συγγραφικό ύφος και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να δουλέψει κανείς το ταλέντο του και να το εξελίξει. Υπήρξα τυχερός που το γνώρισα από μικρή ηλικία κατά τις μοναχικές αναγνωστικές νύχτες μου, και καταπιάνομαι μαζί του σταθερά, από επιλογή, κι όπως θα ήθελα να πιστεύω, με ολοένα και ωριμότερη αντίληψη της νοηματικής δύναμης που μπορεί να μεταδώσει μια σύντομη, περιεκτική και ειλικρινής σε προθέσεις ιστορία. Θεωρώ ότι οι «Ιστορίες του χαράματος» αποτελούν τον ορισμό του ψυχαγωγικού πειραματισμού στη «μικρή φόρμα» – τουλάχιστον για τον συγγραφέα – και ως αυτό ακριβώς γεννήθηκαν, πολλαπλασιάστηκαν και κατέληξαν να συγκεντρωθούν ενοποιημένες σε ένα βιβλίο – ή, καλώς εχόντων των πραγμάτων, και σε περισσότερα του ενός.

ΕΡ. Όλοι οι ήρωές σας μοιάζουν σαν τα πρόσωπα που ζουν δίπλα μας. Μήπως η εμπειρία βοηθά στο πλάσιμο των χαρακτήρων κατά τη γραφή;
ΑΠ. Προφανώς έχετε δίκιο. Παρατήρηση του κοινωνικού περίγυρου, αυτοπαρωδικές τάσεις, μνήμες, πρόσωπα απεγκλωβισμένα από τη ρουτίνα του συνηθισμένου, και μια μόνιμη κριτική διάθεση απέναντι στο κάθε τι στραβό ή συναρπαστικό εισπράττω από γύρω μου, όλα φιλτραρισμένα από τις υποκειμενικές μου πεποιθήσεις. Λίγο-πολύ, οι γνήσιοι λογοτεχνικοί ήρωες είναι εύκολα ορατοί και διακριτοί σε ένα έμπειρο αναγνωστικό μάτι και ποιος καλύτερος τρόπος να πλησιάσεις σε κάτι τέτοιο, αν όχι με το να αντλείς υλικό από την πραγματική ζωή.

ΕΡ. Η οικονομική κρίση επηρέασε και το αναγνωστικό κοινό. Συνεχίζει να διαβάζει ο μέσος αναγνώστης;
ΑΠ. Ως προς αυτό θα δηλώσω μάλλον αναρμόδιος. Από συζητήσεις και σχετικές πηγές, στη χώρα διαβάζει ένα ποσοστό ανθρώπων που μετά βίας αγγίζει το δέκα τις εκατό. Έχω την αίσθηση ότι η οικονομική κρίση αυτό το ποσοστό δεν το έχει αλλοιώσει, τουλάχιστον όχι με αρνητικό πρόσημο. Το σημαντικό ερώτημα κατά τη δική μου κρίση, θα έπρεπε να είναι το τί διαβάζει κατά πλειοψηφία ο μέσος αναγνώστης και όχι το πόσο. Ώστε ίσως κάποτε να περάσουμε και στο ερώτημα του πώς θα μπορούσε αυτό το μάλλον πολύ συγκεκριμένο και περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, να αποκτήσει περισσότερους συμμάχους και συναγωνιστές.

ΕΡ. Είναι η γραφή μια μορφή τέχνης που θα μπορέσει να δημιουργήσει πυρήνες αντίστασης για να ξυπνήσει ο αναγνώστης και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με άλλη ματιά;
ΑΠ. Θα ήθελα πολύ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση με αισιόδοξη και «επαναστατική» διάθεση… Ομολογώ πως δυσκολεύομαι. Πυρήνες αντίστασης βιβλιόφιλων ανθρώπων που αγαπούν το «καλό βιβλίο» υπήρχαν, θα υπάρχουν και πολύ καλώς υπάρχουν. Το ξύπνημα του αναγνωστικού κοινού σε ένα μαζικότερο και κατά προτίμηση αλληλέγγυο επίπεδο βελτίωσης της καθημερινότητας και της ποιότητας της ζωής του, δυστυχώς ή ευτυχώς δεν εξαρτάται μόνο από τη γραφή ή την οποιαδήποτε άλλη μορφή τέχνης. Θα αποφύγω τις προσωπικές αναλύσεις και τεκμηριώσεις των διάφορων παθογενειών του τόπου στον οποίο ζούμε, οι οποίες και πρωτίστως αφορούν τις καταταλαιπωρημένες έννοιες του συντηρητισμού, της ανταγωνιστικής νοοτροπίας, και κυρίως, της κατά πλειοψηφία πολύ κακής σχέσης που διατηρεί ο μέσος άνθρωπος με τις έννοιες της αυτογνωσίας και της αυτοκριτικής. Οι τέχνες μπορούν κάλλιστα να λειτουργήσουν ως η πνευματική τροφή ενός ευρύτερου λαϊκού φάσματος, αρκεί το λαϊκό αυτό φάσμα να πατά σε σταθερά θεμέλια παιδείας ήδη από τα νηπιακά και σχολικά του χρόνια. Προσωπικά δεν τρέφω ψευδαισθήσεις ότι μπορώ να κάνω κάποιου είδους διαφορά με τη γραφή μου, και σίγουρα όχι πάντως σε μαζικό επίπεδο. Όχι φυσικά ότι δε θα εισέπραττα ειλικρινή «ηθική» ικανοποίηση αν το κατάφερνα έστω και με έναν και μοναδικό αναγνώστη.

ΕΡ. Μένετε στην επαρχία. Νομίζετε ότι το έργο των συγγραφέων που μένουν στην περιφέρεια δεν έχει ευρύτερη προβολή και αποδοχή από ότι αν έμεναν στα μεγάλα αστικά κέντρα;
ΑΠ. Είμαι μάλλον από τους περίεργους εκείνους τύπους που η επαφή τους με το εμπορικό, προωθητικό σκέλος ενός βιβλίου δεν συμβαδίζει παρά ελάχιστα με τον χαρακτήρα και τις προτεραιότητές μου. Με ενδιαφέρει η γνώμη του αναγνώστη, θα ήταν χαρά μου οι γνώμες αυτές να ήταν πολλές, αλλά πρακτικά κρίνοντας, αυτό δεν εξαρτάται από μένα. Η δουλειά του συγγραφέα τελειώνει με την παράδοση της τελικής επιμέλειας του κειμένου του και την παραλαβή του εκτυπωμένου βιβλίου του. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να συμβαίνει, ενδεχομένως σε κάποια άλλη χώρα, σε κάποιον άλλον, ουτοπικό γαλαξία. Μιας και είμαι γέννημα θρέμμα επαρχιώτης, δε μπορώ να γνωρίζω αν, λόγου χάρη, το δικό μου περιορισμένο προς το παρόν έργο, θα τύγχανε ευρύτερης προβολής αν ζούσα στην πρωτεύουσα. Έχω την αίσθηση ότι η προβολή και η προώθηση είναι πρωτίστως ζήτημα διάθεσης και δυνατοτήτων του εκδοτικού οίκου, αλλά και τού πόσο αντέχει, επιθυμεί και κόπτεται να ασχοληθεί ο ίδιος ο συγγραφέας. Σε έναν κόσμο μαγικού ρεαλισμού πάντως, αργά ή γρήγορα η ήρα θα ξεχωρίσει απ’ το στάρι. Και το κριτήριο αυτού του διαχωρισμού, προφανώς δεν μετράται με τις πωλήσεις ή τις «κατάλληλες γνωριμίες σ’ έναν μικρόκοσμο καμωμένου από συγγενείς και φίλους».

ΕΡ. Σήμερα βλέπουμε πολλούς νέους συγγραφείς να εκδίδουν μυθιστορήματα και ποιήματα. Όλες αυτές οι εκδόσεις βοηθούν να αναδειχτούν νέοι συγγραφείς και να ακουστούν νέες ιδέες;
ΑΠ. Ως συνέχεια του προηγούμενου ερωτήματος, θα απαντήσω όσο πιο περιεκτικά μπορώ. Η ποσότητα του υλικού είναι κατά τη γνώμη μου επιθυμητή, το δικαίωμα του κάθε ανθρώπου που αγαπά το γράψιμο και νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί και ν’ ακουστεί παραέξω το ίδιο αναφαίρετο. Από κει και έπειτα, οι προθέσεις ποικίλουν, οι ψευδαισθήσεις και οι διαβαθμίσεις στη σημαντικότητα και την ουσία του περιεχομένου το ίδιο, η πολυσυλλεκτικότητα σε είδη και ύφη στέκει εξίσου σημαντική, τα ταλέντα είναι οπωσδήποτε υπαρκτά. Ακόμη κι αν κάποιος διαφωνούσε με την ποσοτική έκρηξη των εκδόσεων, το φαινόμενο της αυτοέκδοσης στις διάφορες μορφές του στις μέρες μας, έρχεται καλώς ή κακώς να τον θέσει στο περιθώριο.

ΕΡ. Τι άλλο γράφετε, την περίοδο αυτή; Και με τι άλλο ασχολείστε;
ΑΠ. Ολοκληρώνω τον βασικό κορμό του δεύτερου τόμου των «Ιστοριών του χαράματος», ο οποίος και τους επόμενους μήνες θα υποβληθεί στις απαραίτητες επιμέλειες ώστε να πάρει έπειτα τον δρόμο του – εκδοτικού οίκου θέλοντος και επιτρέποντος, φυσικά – στο να γίνει βιβλίο. Επίσης, ευελπιστώ μια πρώτη μου, πιο στοχευμένη απόπειρα στο είδος της νουβέλας, να ξεφύγει από τους τωρινούς συγγραφικούς υφάλους της και να ολοκληρωθεί κάπου μέσα στη χρονιά. Αν και ο δικός της δρόμος προς το να γίνει βιβλίο – αν τελικά υπάρξει ευτυχές φινάλε στη δύσβατη κατασκευή του – θα αργήσει αρκετά περισσότερο.

ΕΡ. Είστε από τους ανθρώπους που τους αρέσει να ονειρεύονται και να κάνουν σχέδια για το μέλλον;
ΑΠ. Με όσο υλικό αυτογνωσίας είμαι σε θέση να διαθέτω, θα με χαρακτήριζα έναν πρακτικό και ορθολογιστή άνθρωπο, με ιδιαίτερη όμως αγάπη για τη φαντασία και τη μυθοπλασία – είτε πρόκειται για τη λογοτεχνική πρόζα ή για την κινηματογραφική διαδικασία, με την οποία άλλωστε ήρθα και σε σπουδαστική επαφή για μερικά όμορφα χρόνια. Αυτή η μάλλον ελεγχόμενη αντίφαση του χαρακτήρα μου, διατηρεί τα υπαρκτά όνειρα και τους στόχους μου προσαρμοσμένα αποκλειστικά στο πολύ κοντινό μέλλον. Όσο περνούν τα χρόνια, όλο και λιγότερο σκέφτομαι μακροπρόθεσμα, όλο και περισσότερο επιδιώκω να ζω για το παρόν, προσπαθώντας να αντλώ την ισορροπία μου ξοδεύοντας την καθημερινότητά μου με τους δικούς μου κανόνες και τα λίγα, πλην αγαπημένα ενδιαφέροντα που με ευχαριστούν ουσιαστικά.

ΕΡ. Ασχολείστε με το διαδίκτυο; Ποια είναι η γνώμη σας για τα ηλεκτρονικά περιοδικά;
ΑΠ. Ανήκω στη γενιά που έζησε το διαδίκτυο από τη γέννησή του, ως και την τωρινή, ωριμότερη, μετεφηβική του ηλικία. Ασχολούμαι στο βαθμό που με αφορά, με εξυπηρετεί και με ψυχαγωγεί. Νομίζω ότι δε θα πρωτοτυπήσω υποστηρίζοντας ότι η παρουσία και η ανάπτυξη των ηλεκτρονικών περιοδικών στις μέρες μας είναι μάλλον φυσιολογική και κατά κανόνα χρήσιμη, αφού καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο πληροφοριών και θεματικής εξειδίκευσης, όντας προσβάσιμα σχεδόν στον καθένα. Αν και ομολογώ ότι η αίσθηση τού να κρατάς στα χέρια σου ένα βιβλίο ή ένα έντυπο περιοδικό, τουλάχιστον για τις λιγότερο σύγχρονες γενιές, θα είναι πάντα αξεπέραστη και με έναν ρομαντικό τρόπο, σημείο μόνιμης νοσταλγικής αναφοράς.

ΕΡ. Τι θα απευθύνατε στους αναγνώστες μας;
ΑΠ. Ένα από τα μικρά κείμενα του πρώτου τόμου των Ιστοριών του χαράματος, το οποίο και με εκφράζει επαρκώς: «Στο στόμα του βάλτου». Από την άκρη της προβλήτας, πέταξε τα ενήλικα ρούχα του και βούτηξε στο στόμα του βάλτου. Ένιωσε το φορτίο του να βυθίζεται, τη σάρκα του να γλιστράει σε βρύα. Ξέπλυνε τα λέπια του με τα νούφαρα κι ένιωσε το δέρμα του να τσιτώνει. Αναδύθηκε από τη μήτρα στην επιφάνεια κι ολόγυρα απλώθηκε η λίμνη. Είδε το έφηβο πρόσωπο, να τον κοιτάζει απ’ το νερό μες στα μάτια. Όταν σκαρφάλωσε ξανά στην προβλήτα, είδε τα στεγνά γυμνασιακά του ρούχα να τον προκαλούν σε μια νέα ζωή.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ