Πρωτιά της ΕΚΟ στη δημοσίευση Περιβαλλοντικών Δηλώσεων Προϊόντων (EPDs) για τα λιπαντικά της
Ιωάννινα: Οδηγούσε αυτοκίνητο ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια οδήγησης
Συνεδριάζει το Δημοτικό Συμβούλιο Αρταίων την Δευτέρα 20 Απριλίου
«Όραμα Δημιουργίας»: Πόρισμα–καταπέλτης για τον Συνεταιρισμό Αθαμανίου από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης
Υπερυπολογιστής της NASA προβλέπει πότε θα έρθει το «Τέλος του Κόσμου» - Είναι νωρίτερα από ότι περιμέναμε
Παρεμβάσεις Γ. Στύλιου στον Υπουργό Υγείας για το Νοσοκομείο Άρτας

Η Κυριακή Μπεϊόγλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία και εργάστηκε για αρκετά χρόνια στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Επί επτά χρόνια ήταν η ιδιοκτήτρια του Bookstore café «Συλλαβή» στο Παγκράτι. Από το 2016 αρθρογραφεί σχεδόν καθημερινά στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ενώ στο φύλλο του Σαββατοκύριακου δημοσιεύονται συνεντεύξεις της με μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών. «Η προίκα της Ευανθίας» είναι το πρώτο της βιβλίο.
Είναι παράξενος, τυχαίος ή και όχι, ο τρόπος με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με τα πράγματα που θα μας καθορίσουν στη ζωή μας. Σε μένα ας πούμε τα πρώτα βιβλία ήρθαν δανεικά, από τον δάσκαλο που έμενε απέναντι από το πατρικό μου στην Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Ο δάσκαλος λοιπόν, όταν ήμουν περίπου 8 χρονών, με έβλεπε να βαριέμαι τα καλοκαίρια και άρχισε να μου δανείζει βιβλία όπως το «Χωρίς οικογένεια» του Μαλό, ή τον «Όλιβερ Τουίστ» του Ντίκενς. Έτσι, ξαφνικά ένα παιδί που ήταν στην Νέα Μηχανιώνα διακτινίστηκε σε τόπους μακρινούς και σε άλλους πολιτισμούς. Αυτή η αίσθηση είναι που μ’ έκανε να αγαπήσω τα βιβλία και το ίδιο ταξίδι κάνω ακόμα μαζί τους και όπως λέει κι ο μέγας Μπόρχες ακόμα φαντάζομαι τον παράδεισο ως ένα είδος βιβλιοθήκης.
Τα πρώτα γραψίματα ήταν χρονογραφήματα όταν σπούδαζα στην σχολή δημοσιογραφίας. Θυμάμαι που μου έλεγε ο αείμνηστος Λυκούργος Κομίνης: εσύ θα γράφεις όταν μεγαλώσεις… Ε, μεγάλωσα (νομίζω) και άρχισα να γράφω.
Ναι, πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε μια δεύτερη εμπλουτισμένη και πολύ όμορφη έκδοση «της προίκας». Οι λόγοι που γράφουμε ένα βιβλίο είναι συχνά ανεξήγητοι. Λέω, όταν με ρωτούν, πως είναι ένα δικό μου κεράκι προς τους προγόνους μου που η καταγωγή τους είναι από την Κωνσταντινούπολη-εκεί διαδραματίζεται ένα μεγάλο μέρος της πλοκής-αλλά καθώς περνάει ο καιρός αλλάζει μέσα μου η ίδια η καταγωγή του βιβλίου. Ακόμα δεν έχω διελευκάνει τους λόγους….
Κάθε λαός που έχει ταλαιπωρηθεί και έχει δοκιμαστεί σκληρά από ιστορικές και πολιτικές συνθήκες έχει ιστορίες ανθρώπων που θα ζήλευε και ο πιο ευφάνταστος συγγραφικός νους. Έχω ακούσει απίθανες ιστορίες από πολλούς ανθρώπους που με έχουν αφήσει άφωνη.
Η οικογένεια Μάνογλου είναι μια οικογένεια με τόπο αφετηρίας την Πόλη. Η Πόλη είναι για αυτούς το σύμβολο μιας ιστορίας που πρέπει να υπερασπιστεί πάση θυσία. Και έτσι με το πέρασμα των χρόνων, στην προσπάθεια αυτή, δοκιμάζονται οι χαρακτήρες, η δύναμη και η αδυναμία των ανθρώπων.
Κανείς δεν πορεύεται μόνος στη ζωή. Οι άνθρωποι γύρω μας μας καθορίζουν. Είναι τυχεροί όσοι έχουν δίπλα τους ανθρώπους να τους αγαπούν, να τους υποστηρίζουν στα δύσκολα, να τους ενθαρρύνουν. Έτσι και η Ευανθία απέκτησε τους ανθρώπους-δέντρα δίπλα της που την στήριξαν στην περιπέτεια της. Πολλές φορές έγιναν πρωταγωνιστές στην ιστορία της.
Ναι. Και το λέω κάθετα. Πρόσφατα επισκέφτηκα το «Ζωγράφειο» το ελληνικό σχολείο στην Κωνσταντινούπολη. Δεν μπορώ να σας μεταφέρω εδώ την συγκίνηση που ένιωσα όταν είδα παιδιά από όλοι την Ελλάδα να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις με μεγάλο ενθουσιασμό. Ωστόσο δεν είναι υποχρέωση των νέων να θυμούνται κάτι που ελάχιστα γνώρισαν. Είναι υποχρέωση του κράτους να τους το θυμίζει και να δημιουργεί εκείνο το πολιτισμικό πλαίσιο που θα τους το μεταφέρει.
Α, αν το ήξερα αυτό θα ήταν λαχνός εκατομμυρίων. Νομίζω πως ο καθένας μας θα έπρεπε να γράφει με τον τρόπο που σκέφτεται. Αυτό μπορεί να αρέσει σε λίγους ή σε πολλούς. Άλλωστε δεν γράφουμε ένα βιβλίο για να έχουμε επιτυχία, γράφουμε ένα βιβλίο για να επικοινωνήσουμε. Πάντως νομίζω πως το να είσαι ο εαυτός σου μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά είναι ένα μεγάλο και δύσκολο πράγμα, είναι ένα συστατικό της μοναδικότητας που μπορεί να φέρει την ουσιαστική και όχι την εφήμερη επιτυχία.
Όχι, δεν διαβάζει. Αλλά αυτό δεν είναι ζήτημα της οικονομικής κρίσης. Νομίζω πως δεν ξέρει ο σύγχρονος άνθρωπος πως μπορεί να λειτουργήσει μέσα του το βιβλίο. Το έχει ξεχάσει. Η ανάγνωση του βιβλίου έχει ξεθωριάσει μπροστά στην ημι-ανάγνωση των social media. Βέβαια όσοι είχαν την καλή συνήθεια να διαβάζουν δεν σταμάτησαν, απλά λιγόστεψαν.
Σίγουρα είναι. Ιστορικά και μόνο αν το δείτε ο κόσμος έχει αλλάξει, έχει αποκτήσει ελευθερία και δικαιώματα, γιατί κάποιοι φωτισμένοι συγγραφείς έδειξαν τον τρόπο. Θυμάμαι ο Φρόυντ είχε πει κάποτε: Τι πρόοδος! Τον Μεσαίωνα θα με καίγανε στην πυρά. Τώρα, καίνε στην πυρά τα βιβλία μου. Πάντως νομίζω πως αυτοί που διαβάζουν έχουν τον κόσμο κι αυτοί που βλέπουν τηλεόραση είναι όλη μέρα στο διαδίκτυο τον χάνουν.
ΑΠ. Η δουλειά μου είναι η δημοσιογραφία. Αρθρογραφώ στην Εφημερίδα των Συντακτών. Θα μου πείτε και εκεί γράφεις. Ναι. Συνήθως κάνω και συνεντεύξεις. Γι αυτό άργησα τόσο πολύ την δική μας. Είναι άβολο, έχω συνηθίσει να κάνω τις ερωτήσεις…
Μεγαλώνοντας μου αρκεί το παρόν. Το αγαπάω το παρόν μου, νομίζω πως μόνο αυτό πρέπει να σχεδιάζουμε. Να το κάνουμε καθημερινά όμορφο, ενδιαφέρον. Να χαιρόμαστε τους ανθρώπους που είναι δίπλα μας σε αυτόν τον πολύτιμο ενεστώτα χρόνο.
Ασχολούμαι με το διαδίκτυο όσο μπορώ λιγότερο. Δεν μπορώ πάντα. Είναι κάποιες φορές που σε ρουφάει στον δικό του κόσμο. Ένα matrix που είναι δύσκολο να αποδράσεις. Υπάρχουν κάποια καλά ηλεκτρονικά περιοδικά που έχουν ανοίξει τον χώρο που κινούνται, τον έχουν εμπλουτίσει. Υπάρχουν όμως και κάποια άλλα που αναρωτιέμαι για τους λόγους ύπαρξης τους.
Τι άλλο από αυτό που γράφω καθημερινά στα άρθρα μου: να διαβάζουν καλά βιβλία, να χαίρονται την κάθε στιγμή, να αντέχουν τις «συννεφιασμένες μέρες», να κακομαθαίνουν τον εαυτό τους και τους άλλους όταν μπορούν με μεγάλες δόσεις αγάπης. Α ναι και να κατανοούν… αυτό λέω και στον εαυτό μου κάθε μέρα σχεδόν. «Αφιέρωσε χρόνο για να ακούσεις αυτό που λέγεται χωρίς λόγια, να υπακούσεις το νόμο που είναι πολύ αδιόρατος για να γραφεί, να λατρέψεις το ασήμαντο και να αγκαλιάσεις το άμορφο», που λέει κι ο Λάο Τσε και προσπαθώ να μην το ξεχνάω.
