Αναρτήθηκε στις:29-11-18 10:52

Συνέντευξη της Βασιλικής Ηλιοπούλου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ακολουθούμε τους κανόνες που μας επιτρέπουν να είμαστε αρεστοί και αποδεκτοί, να ανήκουμε στην ομάδα


Η Βασιλική Ηλιοπούλου γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1948. Σπούδασε κινηματογράφο. Από το 1972 γράφει και σκηνοθετεί για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Έχει σκηνοθετήσει δύο ταινίες μεγάλου μήκους (Το πέρασμα, 1990, Με μια κραυγή, 1995), καθώς και μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ. Έχει επιμεληθεί επίσης εκπομπές για το Β’ και το Γ’ Πρόγραμμα της Κρατικής Ραδιοφωνίας. Μέχρι σήμερα, έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία της: Η Λιούμπα και άλλα αρώματα (Εστία, 2000), Η καρδιά του λαγού (Πόλις, 2005), Σμιθ (Πόλις, 2009 – Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος) και Η άσκηση του Ροτ (Πατάκης, 2013). Η κυκλοφορία του τελευταίου της βιβλίου, της συλλογής διηγημάτων Το τέρας στο μετρό, από τις Εκδόσεις Πατάκη, στάθηκε η αφορμή για τη συζήτησή μας.


Ερ. Πώς ξεκίνησε η ιδέα της συγγραφής των ιστοριών που απαρτίζουν τη συλλογή Το τέρας στο μετρό: Μικρές και μικρότερες ιστορίες με τέρατα;
Απ. Δεν ήταν ιδέα. Ήταν ανάγκη. Είχα την ανάγκη να σχολιάσω αυτό που έβλεπα κι αυτό που ένιωθα. Έβλεπα –και βλέπω– φοβισμένους ανθρώπους να βιαιοπραγούν με κάθε τρόπο. Ένιωθα –και νιώθω συχνά, και με προβληματίζει, το ψάχνω και δεν έχω τελειώσει ακόμα μ’ αυτό– την επιθυμία για εκδίκηση και αυτοδικία. Ήταν ανάγκη, λοιπόν, και μάλιστα επείγουσα. Έπρεπε να εκφραστεί με σύντομες ιστορίες και με τρόπο απλό και σαφή.

Ερ. Επειδή μιλάτε για «τέρατα», θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί προτιμούμε να μιλάμε μόνο για την ομορφιά και να αποφεύγουμε την ασχήμια.
Απ. Η ομορφιά έχει να κάνει με τη συμμετρία, τους κανόνες της φύσης, την αρμονία και τη λαχτάρα μας να είμαστε μέρος αυτής της αρμονίας. Γι’ αυτό και κάθε ενασχόληση με την ομορφιά μάς προκαλεί ευδαιμονία. Όμως η ομορφιά είναι και ένα κοινωνικό και πολιτιστικό φαινόμενο και ορίζεται από τους κανόνες που θέτει η εκάστοτε κοινωνία. Ακολουθούμε τους κανόνες που μας επιτρέπουν να είμαστε αρεστοί και αποδεκτοί, να ανήκουμε στην ομάδα. Να μην είμαστε άσχημοι. Να μην είμαστε άκοσμοι. Να κρύβουμε επιμελώς οτιδήποτε πηγάζει από το ορμέμφυτο, μοιάζει τερατώδες και μας απομονώνει. Η ενασχόληση με την ασχήμια μάς θυμίζει αυτό που θέλουμε να ξεχάσουμε. Η ασχήμια, και κατ’ επέκταση και η αναπηρία, θέτει ανθρώπους και ζώα εκτός ομάδας. Ακόμα κι όταν δεν αρνιόμαστε τη φροντίδα σ’ αυτά τα πλάσματα, επιδιώκουμε να βρίσκονται όσο γίνεται μακρύτερα από το οπτικό μας πεδίο.

Ερ. Η κοπέλα της πρώτης ιστορίας, «Το τέρας στο μετρό», είναι μια περίπτωση από τους ανθρώπους που ζουν στην ένδεια και στην απέραντη μοναξιά. Τι είναι αυτό που την κάνει να μιλά και να συμφιλιώνεται με τους εφιάλτες της;
Απ. Να μην ξεχνάμε πως στα παιδιά ο φανταστικός και ο πραγματικός κόσμος συνυπάρχουν. Γι’ αυτό επιτρέψτε μου να αμφιβάλλω για το αν τα παιδιά ζουν ποτέ στην απέραντη μοναξιά. Τώρα για το κορίτσι της ιστορίας, χωρίς να θέλω να αναλύσω τη συμπεριφορά της, υποθέτω πως «ζει» μαζί με έναν φίλο δυνατό, πιστό και κυρίως πρόθυμο να αναλάβει τις δουλειές που δεν μπορεί ή δεν της επιτρέπεται να κάνει η ίδια. Ο εφιάλτης της δεν είναι το τέρας, αλλά ο άνθρωπος που την τρομάζει και την ταπεινώνει. Και μ’ αυτόν ούτε μιλά, ούτε συμφιλιώνεται.

Ερ. Η Σταυρούλα έχει τα οικονομικά προβλήματά της, αλλά νομίζει ότι πρέπει να μπει και μια τάξη στην Αθήνα. Να φύγουν οι βλάχοι και να πάνε στα χωριά τους. Γιατί συνηθίζουμε να ρίχνουμε στους άλλους την ευθύνη για τα προβλήματά μας και να τους κατηγοριοποιούμε;
Απ. Γιατί μάθαμε να είμαστε ευθυνόφοβοι, όπως μάθαμε και να τα περιμένουμε όλα από τους άλλους. Πάντα θα ρίχνουμε την ευθύνη σε εκείνους που είτε δεν μπορούν είτε δεν ενδιαφέρονται να υπερασπίσουν τον εαυτό τους, και πάντα θα περιμένουμε τους σωτήρες να μας σώσουν – τους οποίους είμαστε έτοιμοι να ρίξουμε στην πυρά με το πρώτο λάθος. Όσον αφορά τους «βλάχους», οι πρώην επαρχιώτες είναι πιο σκληροί με τους επαρχιώτες, όπως συμβαίνει και με τους μετανάστες δεύτερης γενιάς, απέναντι στους καινούργιους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

Ερ. Η Λουίζα και ο Μηνάς. Η Λουίζα παλεύει με την ιδέα της αυτοκτονίας. Για ποιον λόγο; Πότε αποφασίζει κάποιος να βάλει τέλος στη ζωή του;
Απ. Έχει ενδιαφέρον αυτό που λέτε για τη Λουίζα. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ έτσι. Είναι που οι ήρωες συνήθως αυτονομούνται. Όταν έγραφα την ιστορία, σκεφτόμουνα αυτό το ζευγάρι των ηλικιωμένων που ζει σ’ ένα μικρό «νησί», ένα διαμέρισμα στη μέση ενός κόσμου μη αναγνωρίσιμου πια και απειλητικού. Και ξαφνικά γίνονται μάρτυρες ενός εξαιρετικού γεγονότος, και ο παρ’ ολίγον αυτόχειρας γίνεται για λίγο ο ήρωάς τους. Εκείνος που τολμά να το πάει μέχρι το τέλος. Να μην ξεχάσουμε και την τρομακτική (κυριολεκτικά) γοητεία που ασκεί πάντα ένα ζωντανό δραματικό γεγονός. Το οποίο βέβαια απαιτούμε να ολοκληρωθεί. Ανεξάρτητα αν έχει αίσιο τέλος ή όχι. Αρκεί να μη μείνει «στον αέρα». Ρωτάτε πότε αποφασίζει κανείς να πεθάνει; Νομίζω πως είναι απλό: Όταν αυτό από μόνο του αργεί να συμβεί.

Ερ. Στις ιστορίες που γράφετε, έχετε χώσει το μαχαίρι βαθιά μέχρι το κόκαλο. Πρέπει πάντοτε ο συγγραφέας να γράφει τα γεγονότα της κοινωνίας, χωρίς να κινδυνεύει να γίνει γραφικός;
Απ. Τα μόνα «πρέπει» που μπορώ να σκεφτώ για κάποιον που γράφει, είναι: να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, να γράφει όταν δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και να γράφει για πράγματα που γνωρίζει καλά. Ή που δεν γνωρίζει και λαχταρά να μάθει, γράφοντας.

Ερ. Οι ήρωες των διηγημάτων αντιστέκονται με τον τρόπο τους στη σκληρότητα της κοινωνίας. Υπάρχει κάποια ελπίδα να τα καταφέρουν να ανατρέψουν την κατάστασή τους προς το καλύτερο;
Απ. Οι ήρωές μου είναι μέρος της κοινωνίας. Είναι η κοινωνία. Είναι στη φύση μας και να ελπίζουμε και να προσπαθούμε. Η ιστορία μας είναι φτιαγμένη από ανατροπές.

Ερ. Διαβάζοντας το βιβλίο σταματούσα μερικές φορές και χάιδευα τις σελίδες του, ίσως γιατί μου δώσατε την ακριβή εικόνα της Αθήνας. Ενδιαφέρουν όμως τον αναγνώστη αυτές οι σημαντικές ιστορίες αυτών των ανώνυμων συνανθρώπων μας;
Απ. Ευχαριστώ για την ανταπόκρισή σας – τι καλύτερο να περιμένει κανείς; Σχετικά μ’ αυτό που ρωτάτε, μόνο ως αναγνώστης μπορώ να απαντήσω. Προσωπικά, μ’ ενδιαφέρουν οι ιστορίες των ανθρώπων που έχουν να κάνουν με τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής. Που μιλούν για την ανθρώπινη περιπέτεια. Τώρα, αν οι άνθρωποι αυτοί τυχαίνει να είναι και επώνυμοι, αυτό αποτελεί απλώς μια επιπλέον παράμετρο στη μελέτη της συμπεριφοράς τους.

Ερ. «Το τέρας στο μετρό». Αληθινά, σε αυτή τη χαώδη κατάσταση της πόλης της Αθήνας, ελπίζετε να αλλάξει τίποτε προς το καλύτερο;
Απ. Παρότι ασχολούμαι με τέρατα, ή ίσως ακριβώς γι’ αυτό, είμαι αισιόδοξος άνθρωπος. Κι έπειτα, μια πόλη δεν αλλάζει από μόνη της. Εμείς την αλλάζουμε. Παίρνοντας πάντα υπόψη τις νέες συνθήκες. Κι εκτός αυτού, το χάος δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Μπορεί απλώς να είναι μια αρχή.

Ερ. Από τη μια έχουμε την ευμάρεια της κοινωνίας και από την άλλη μειώσεις, στερήσεις, φτώχεια καταραμένη. Δεν έχουν τέλος τα πάθη, τα βάσανα και οι στεναγμοί των ανθρώπων;
Απ. Νομίζω πως τα πάθη, τα βάσανα και οι στεναγμοί των ανθρώπων δεν τελειώνουν με το τέλος μιας οικονομικής κρίσης, ή μιας άδικης κατανομής του πλούτου. Οπωσδήποτε, όμως, μετά από μια τέτοια ευτυχή έκβαση, η ποιότητα της καθημερινότητας βελτιώνεται – κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό.

Ερ. Πέρα από τη συγγραφή, έχετε ασχοληθεί και με τον κινηματογράφο. Τι σας έχει προσφέρει αυτό το ωραίο ταξίδι στον κόσμο της Τέχνης;
Απ. Ο κινηματογράφος μού πρόσφερε τη χαρά της συλλογικής προσπάθειας. Το γράψιμο την πολυτέλεια να επεμβαίνω και να αλλάζω, να βελτιώνω το αποτέλεσμα μέχρι και λίγο πριν από τη δημοσίευση. Το γράψιμο έχει επίσης το καλό να μη μεσολαβούν πολλοί και ανεξέλεγκτοι συχνά παράγοντες ανάμεσα στην πρόθεση και το αποτέλεσμα. Πάντως, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, ανοίγει κανείς την ψυχή του και το ρίσκο είναι το ίδιο. Όμως αυτό είναι η ομορφιά. Δεν είμαι από αυτούς που «παιδεύονται» γράφοντας ή σκηνοθετώντας. Το αντίθετο.

Ερ. Ποια κινηματογραφική ταινία θα μας προτείνατε να δούμε, που να ταιριάζει με τη σημερινή οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα;
Απ. Δεν παρακολουθώ πια συστηματικά τις ταινίες που γίνονται. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ταινίες που να ταιριάζουν με τη σημερινή οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα, και ως εκ τούτου δεν μπορώ να προτείνω. Συμπτωματικά όμως, είδα μόλις χτες το βράδυ μια ταινία που είχε βγει τον χειμώνα και που μου άρεσε πάρα πολύ. Ίσως επειδή θέτει τα ίδια ερωτήματα που θέτω κι εγώ στον εαυτό μου τα τελευταία χρόνια και που έχουν να κάνουν με την εκδίκηση, την αυτοδικία, την ενοχή και την αθωότητα. Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι. Εξαιρετική!

Ερ. Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Απ. Το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι: Να προσπαθούν να μπαίνουν στη θέση του Άλλου. Έτσι, σαν άσκηση, σαν παιχνίδι. Το δεύτερο: Να δείχνουν στοργή, κατανόηση και επιείκεια στον πιο παλιό και πιστό τους σύντροφο: τον εαυτό τους.

diastixo.gr
img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ