«Υπόθεσις 69» από τη θεατρική ομάδα της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Άρτας
Έναρξη διαβούλευσης για τη νέα ΚΑΠ 2028-2034 στο πλαίσιο του ΕΠΕΣ
Αιτήσεις συμμετοχής στο Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Άρτας για το σχολικό έτος 2026-2027
«Freedom Inside 2026»: Το στρατηγικό πλάνο της Freedom Holding Corp. για ένα ενιαίο ψηφιακό οικοσύστημα υπηρεσιών
Πολιτική επικαιρότητα στην Ελλάδα – Μεταρρυθμίσεις και κυβερνητικοί στόχοι
Η Πειραιώς και η Accenture ιδρύουν AI Hub στην Ελλάδα αξιοποιώντας τεχνολογίες της Anthropic

Αναλυτικά, σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα βρίσκεται στην τρίτη θέση με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές για σύνταξη (κύρια και επικουρική), καθώς εργοδότες και εργαζόμενοι καταβάλλουν 26% του μισθού, έναντι 18,2% που ισχύει κατά μέσον όρο στις χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Μόνο η Τσεχία με 28% και η Γαλλία με 27,8% βρίσκονται πάνω από τη χώρα μας, στην οποία μάλιστα από το 2020 ξεκίνησε μια νέα φάση μείωσης των εισφορών.
Ως αποτέλεσμα αυτού, αλλά και των ιδιαίτερα χαμηλών μισθών, το ποσοστό αναπλήρωσης των συντάξεων για άτομα που ασφαλίστηκαν στα 22 και αποχωρούν με 40 χρόνια βρίσκεται στην Ελλάδα στο 80,8% των μισθών, όταν ο μέσος όρος των χωρών του ΟΟΣΑ είναι 50,4%.
Οταν η σύγκριση γίνεται με τα καθαρά ποσοστά αναπλήρωσης, δηλαδή μετά τους φόρους ή άλλες κρατήσεις (ασθένειας), τότε σύμφωνα με την έκθεση παρατηρείται οι ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτήθηκαν με χαμηλούς μισθούς να έχουν αναπλήρωση σχεδόν στο 100% και οι υψηλόμισθοι λίγο πάνω από το 75%. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, ξεπερνάει το 100%, καθώς ο νόμος Κατρούγκαλου (4387/2016) και μετά τις διορθώσεις του νόμου Βρούτση (4670/2020) ευνοεί έως τα 30 έτη ασφάλισης τους χαμηλόμισθους, λόγω των υψηλών ποσοστών αναπλήρωσης και της εθνικής σύνταξης.
Ετσι, ο λόγος του εισοδήματος των συνταξιούχων (μέση σύνταξη κύρια και επικουρική), όπως φαίνεται από την έκθεση, βρίσκεται στο 96% του μέσου μισθού των εργαζομένων, αποκαλύπτοντας παράλληλα ότι η δεκαετία της ύφεσης και της οικονομικής κρίσης με την εσωτερική υποτίμηση είχε μεγαλύτερη επίπτωση στους εργαζομένους, αφού ο δείκτης αυτός το 2010 ήταν στο 70%.
Ως προς τις συνταξιοδοτικές δαπάνες, η Ελλάδα εξακολουθεί να ξοδεύει πολλά και συγκεκριμένα το 15,7% του ΑΕΠ σε συντάξεις, έναντι 8,9% του ΑΕΠ που είναι ο μέσος όρος των συνταξιοδοτικών δαπανών στον ΟΟΣΑ και 8,5% στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το υψηλό αυτό ποσοστό θα συνεχιστεί έως το 2035 (13,7% έναντι 9,8% στον ΟΟΣΑ και 9,4% σε Ε.Ε.), ενώ θα πέσει στο 12% του ΑΕΠ, λόγω της ωρίμανσης όλων των προηγούμενων συνταξιοδοτικών παρεμβάσεων, το 2060, όταν στην Ευρωπαϊκή Ενωση θα βρίσκεται στο 13,9% του ΑΕΠ και στον ΟΟΣΑ στο 10,3%.
Στο μεταξύ, οι εξελίξεις στο δημογραφικό αναμένεται να επιδεινώσουν την κατάσταση, καθώς και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το σύνολο των συστημάτων.
Η γήρανση του πληθυσμού, μία από τις κύριες αιτίες που κρύβονται πίσω από τις αλλαγές στις συνταξιοδοτικές πολιτικές των χωρών-μελών του ΟΟΣΑ, αναμένεται να ενεργοποιήσει εκ νέου τη συντριπτική τους πλειονότητα. Σύμφωνα με την έκθεση Pensions at a Glance 2023, στην Ελλάδα, και παρά τις μεταρρυθμίσεις που προηγήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, η μέση ηλικία συνταξιοδότησης βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Διαμορφώνεται για τις γυναίκες στα 59,7 έτη και για τους άνδρες στα 63,2 έτη. Ετσι, ο Οργανισμός αναφέρει ότι θα πρέπει το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης να αυξηθεί στα 66 χρόνια, για όσους όμως μπήκαν στην αγορά εργασίας το 2022 και θα συνταξιοδοτηθούν με 40 έτη ασφάλισης από το 2062 και μετά. Αντιθέτως, δεν κάνει ρητή πρόβλεψη για όσους δικαιούνται τα επόμενα χρόνια πλήρη σύνταξη στην Ελλάδα με βάση το γενικό όριο των 67 ετών. Αναφέρει όμως ότι θα αυξηθεί σε όσες χώρες έχουν κάποιου είδους σύνδεση των ορίων συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, όπως η χώρα μας. Παράλληλα, και λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, ενώ το 2022 για κάθε 100 εργαζομένους ηλικίας από 20 έως 64 ετών αντιστοιχούσαν σχεδόν 40 ηλικιωμένοι (39,3) άνω των 65 ετών (δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων), το 2052, όχι και πολύ μακριά, ο αριθμός αυτός εκτινάσσεται στο «τρομακτικό» 70,7. Στην Ευρώπη των «27», ο σχετικός δείκτης είναι σήμερα (στοιχεία 2022) στο 34,9 και θα αυξηθεί το 2052 στο 58,2, ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ κατά μέσον όρο είναι 31,3 και 53,8, αντιστοίχως.
