Αναρτήθηκε στις:22-08-18 11:49

Ιστορία μακρά σε μικρό τόπο


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος


«Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι πως μας παραδόθηκε σε μας, χωρίς διακοπή». Έτσι αντιδιαστέλλει το μικρό της ποσότητας της χώρας μας από τη μεγάλη και περιεκτική ιστορία, ανάμεικτη από πνεύμα κι ύλη, με αρετές, με ηθική, με αρχές, με αξίες, με ιδέες, με απόψεις, με εκδοχές, με παραδοχές, με ουσία και τύπους.

Το ίδιο περιεχόμενο περιλαμβάνεται στους στίχους του Διονύσιου Σολωμού: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη/των Ελλήνων τα ιερά/και σαν πρώτα ανδρειωμένη,/ χαίρε ω χαίρε λευτεριά!». Και ο στρατηγός Ιωάννης Μακρυγιάννης στο ίδιο μοτίβο στ’ Απομνημονεύματά του, γράφει: «Κι αν είμαστε ολίγοι μπροστά στο πλήθος του Μπραΐμη, παρηγορούμαστε μ’ έναν τρόπο, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους». «Λίγοι, αλλά λέοντες», κατά μια λαϊκή παροιμία, η οποία ενορχηστρώνει το όλο θέμα.

Γνωστές κι αγαπημένες φράσεις, τόσο που θαρρείς πως τις έχει κάνει δικές του καθένας μας που μιλά την Ελληνική γλώσσα, ασπάζεται την Ελληνική Παιδεία και νιώθει τον σφυγμό της. Ρήσεις που φανερώνουν την ένταση και την ισχύ του πνεύματος, που αποπειράται να αποτυπώσει ποιοι είμαστε, ποια συνείδηση έχουμε για την εθνική κοινότητα στην οποία ανήκουμε και ως μέλη της οποίας αυτό-προσδιοριζόμαστε.

Εμείς λοιπόν πάντα είμαστε ολίγοι, μπροστά στ’ απροσμέτρητα πλήθη – το αντικείμενο κάποτε των άλλων… Ένα μικρό σύνολο ανθρώπων, που έχουν συνείδηση ότι διαφέρουν από άλλα ανάλογα σύνολα, δηλαδή εμείς οι Έλληνες που είμαστε, μετά την έκπτωση των Εβραίων, ο νέος περιούσιος λαός Του Κυρίου, οι οποίοι «μπήκαμε στο αυλάκι», ακόμη από την αρχαία, παγανιστική εποχή, καθώς από τότε στην ιδιότητα αυτέ προοριζόταν ο λαός μας, με τους προδρόμους τα φωτεινά πνεύματα της Ελληνικής φιλοσοφίας και προπαντός του Σωκράτη, που προείπαν αλήθειες.

Με ισχυρούς δεσμούς, κοινωνικούς κι αίματος, αναδείχτηκαν τα κοινά μας χαρακτηριστικά. Μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών κέντρων, τη συλλογική ευθύνη μας έναντι της θείας δίκης, ως απογόνων των αρχαίων Ελλήνων, όπως γράφει ο Bruno Snell στο έργο του: «Η ανακάλυψη του πνεύματος».

«Όμαιμον, ομόγλωσσον, κοινά ιδρύματα Θεών, και θυσίες, ήθη ομότροπα», κατά τον πανθομολογούμενο ως πατέρα της Ιστορίας, Ηρόδοτο. Πανελλήνια Ιερά και Πανελλήνιοι Αγώνες. «Την παιδείαν την ημετέραν κτώμενοι», κατά τον πιο μεγάλο ρήτορα της Ελληνικής αρχαιότητας.

Κατά τον ποιητή Οράτιο, «υπήρξαμε Ρωμαίοι πολίτες, ως κατακτημένοι υπό των Ρωμαίων με τα όπλα και στη συνέχεια τους υποτάξαμε διά του πνεύματος κι εισήγαμε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο». Αργότερα βαπτιστήκαμε πολίτες της Νέας Ρώμης, Ρωμιοί, σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο. Εξισωθήκαμε δηλαδή με πολίτες του κόσμου, διά την σπάνια αίγλη μας.

Αλλά με γλώσσα και πολιτισμό κυρίαρχο, που ανέδειξαν την Ελληνική Οικουμένη. Ειδικότερα η γλώσσα μας μετατράπηκε σε πρόσφορο όχημα του Ευαγγελίου, καθώς τότε όλοι μιλούσαν την κοινή Ελληνική, ήταν δηλαδή Ελληνόφωνοι κι επίσης έγραφαν Ελληνικά, Ελληνογράμματοι και Χριστιανοί στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Μετά την Άλωση, το Γένος μας κατέληξε υπόδουλο στους Τούρκους επί τετρακόσια χρόνια περίπου και κατόρθωσε σταδιακά να αναστηθεί και να απολυτρωθεί από τον βάρβαρο Ανατολίτη κατακτητή. Όταν οι κατακτητές ήθελαν να τουρκέψει κάποιος δικός μας, δεν του ζητούσαν ν’ αλλάξει πατρίδα, αλλά να αρνηθεί την πίστη του. Χριστιανοί κι Έλληνες ήταν ταυτόσημες έννοιες, που συνέκλιναν στην Επανάσταση, της οποίας ο πυρήνας υπήρξε Ελληνικός, αποφασισμένος «νυν υπέρ πάντων αγών», έτοιμος για κάθε θυσία κι αυτοθυσία.

Κι όσο αφορά τον Κερκυραίο πρώτο Κυβερνήτη μας, τον Ιωάννη Καποδίστρια, σχετικά με το θέμα μας: «Το Ελληνικό Έθνος σύγκειται, εκ των ανθρώπων, οίτινες από αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, δεν έπαυσαν ομολογούντες την Ορθόδοξη πίστη τους. Αν ο Ελληνικός λαός διατηρεί ακόμη την ιδιαιτερότητά του, το οφείλουμε στην Ορθοδοξία και στη γλώσσα μας».

«Ένα «εμείς» αντίστοιχο απ’ το «εμείς» των Γάλλων, των Άγγλων, των Ρώσων, των Αμερικανών, των Ρώσων, των Γερμανών, των Ιταλών, μα και διαφορετικό, καθώς πολλοί λαοί απέκτησαν συνείδηση της εθνικής τους ζωής, ταυτότητας μόλις τους τελευταίους δυο τρεις αιώνες, ενώ συχνά προηγήθηκε η συγκρότηση του κράτους κι ακολούθησε η ανάπτυξη της εθνικής τους συνείδησης», κατά τον Ιωάννη Συκουτρή.

Τίποτε δεν αποκλείει τη συνεργασία και τη συμπόρευση με όλους τους άλλους κι ωστόσο η συνείδηση αυτού του «εμείς» ταυτόχρονα εντάσσει τα μέλη σε μια κοινότητα, σε μια ομοεθνία, αλλά κι αποκλείει την ένταξή τους σε μια άλλη ομοεθνία. Η ελευθερία μας, βγαλμένη από το πιο σεβαστό «είναι» μας κι είναι συνυφασμένη με την ύπαρξή μας.

Γίνεται λόγος για ελευθερία που είναι συρραμμένη με το πετσί μας και δεμένη με κόμπους, με την ανάσα μας κι η οποία ελευθερία έχει μόνον ως ισότοπό της το θάνατο, «ελευθερία ή θάνατος». Κι απαντέχει να την προσμένει κανείς με τον ίδιο πόνο και την ίδια λαχτάρα, ακόμη και τετρακόσια κι οχτακόσια χρόνια.

Κι ωστόσο ο σεβασμός του αφάνταστου δώρου της ζωής, το μοίρασμα της ζωής, μέσα στην κοινότητα, δημιουργεί αξίες, παραδόσεις, που οικοδομούν την έννοια του αγαθού. Συγχρόνως καημός και πάθος, πρόκειται για ένα μέτρο κι άπιαστη δημιουργία. Ανέκαθεν σε όλες τις εποχές ξεφυτρώνει αγώνας, παλικαριά ανθρωπιά, αλτρουισμός, φιλότιμο, δικαιοσύνη και γενικά κοινωνικές αρετές, αρμονικής συμβίωσης.

Κι έτσι, το να μετέχει κανείς ενεργά στην εθνική ζωή, ισοδυναμεί με μια ανθρώπινη ευδαιμονία, αυτή την οποία μπορεί να βιώσει μέσα στην κοινότητα, όπου μπορεί να αποκαλεί τον γείτονα αδερφό, και να θυσιάζεται για το παιδί του διπλανού, τόσο για τη διάσωση, όσο για τη διαφύλαξη και περιφρούρηση της ζωής, του τόσο αυθόρμητα, σε στοργή και τρυφερότητα, σαν να ήταν το δικό του παιδί, Να το αγκαλιάζει δηλαδή σε κάθε στιγμή, με άφθαστη, αγνή κι ανυπόκριτη αγάπη και ζεστασιά.

Απ’ τη μια μεριά, λοιπόν είναι ο μικρός τόπος μας, σε πληθυσμό κι έκταση κι απ’ την άλλη μεριά τοποθετείται η μεγάλη μας ιστορία, σχηματίζοντας τεράστια, επιτήδεια αντίθεση, κάνοντας αισθητή παρουσίαση και μάλιστα χωρίς να επέλθει ποτέ διακοπή ενός απαράμιλλου θριάμβου, ιδίως στο πνευματικό κι ιδεολογικό επίπεδο, με βεληνεκές πελώριων διαστάσεων.

Βέβαια, τα βαθιά ποτάμια, ξεπερνούν σε ποσότητα νερού τα ρηχά, έστω κι αν οι μένανδροί του εκτείνονται σε μεγαλύτερη έκταση. Κι αν τα πρώτα κατεβάζουν νερά από ανώτερα επίπεδα, δυνατά κι ορμητικά, ανοίγοντας δρόμο μακρύ στο διάβα τους, όλο και παίρνουν μαζί τους μικρούς ρύακες, παραποτάμους μ’ εποχιακές κατεβασιές. Τέτοιο βαθύ ποτάμι είναι κι η μακρά ιστορία μας, με πολύ περιεχόμενο, ενώ ο χείμαρρος που πέφτει πάνω σε πέτρες με πάταγο κι αφρούς στερείται δύναμης.

Κι όμως, το ίδιο ποτάμι είναι που συνεχίζει την πορεία του, ωστόσο προσφέρει τα νερά του κι αυτό κι εκείνο σε υδραυλικές εφαρμογές και τελικά στην αποδοχή, στον εναγκαλισμό της θάλασσας. Έτσι και τα έθνη με τη μακρά παράδοση, όπως η Ελλάδα και την ορμητική παρέμβαση, κάθε που οι ιστορικές συγκυρίες το απαιτούν, εντάσσουν κι αφομοιώνουν πληθυσμούς που ανταμώνουν στο διάβα τους, ανταλλάσσουν στοιχεία πολιτισμού και κάνουν το ωραίο δικό τους, με τρόπο δημιουργικό.

Διακριτή κοινότητα, αξίες χωρίς διακοπή, αλλά οικοδομώντας πάντα πάνω σε δεοντολογία, ιεράρχηση κι αρχές. Και όσο μετέχει κανείς συνειδητά στη ζωή της κοινότητας, συμβάλλοντας, συντελώντας κατά κύριο λόγο ή στηρίζοντας μεθοδευμένα, ιδεολογικά τα κοινά καθώς και στις παραδόσεις του οικείου λαού, τόσο ενδυναμώνει μέσα του την εθνική συνείδηση, ομοψυχία και συνοχή.

Και τότε όλοι μαζί, κρατημένοι από τον ανεμοδαρμένο βράχο της ελληνικότητάς μας, θα μπορέσουμε να καταθέσουμε την πνευματική μας μαρτυρία με σύνεση, αλλά και θάρρος. Να υπηρετήσουμε κιόλας τον άνθρωπο στην αγωνία της, χωρίς ερείσματα ψυχής του.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ