Αναρτήθηκε στις:06-06-18 11:48

Γαλαξιδιώτικα ιστιοφόρα


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος


Συνοικισμός από λίγα σπίτια είναι το Γαλαξίδι, κτισμένος στη βόρεια άκρη του Κορινθιακού κόλπου. Αποτελεί ένα απ’ τα πιο σπουδαία, ναυτιλιακά και ναυπηγικά κέντρα της Ελλάδας, κατά τον 19ο αιώνα.

Τα Γαλαξιδιώτικα ιστιοφόρα από το 1774, όταν με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, δόθηκε η άδεια στα ελληνικά πλοία - οπωσδήποτε και στα Γαλαξιδιώτκα - να ταξιδεύουν με ανάρτηση της ρωσικής σημαίας, μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, οπότε θα επικρατήσει ο ατμός, εκτοπίζοντας το πανί, και θα γράψουν λαμπρές σελίδες στην ιστορία της ελληνικής εμπορικής ή διακομιστικής ναυτιλίας και ναυσιπλοΐας.

Μόνη διακοπή, τα χρόνια του αγώνα, όταν θα ανατραπούν σε πολεμικά σκάφη, για να αντιμετωπίσουν τα εχθρικά-τουρκικά στα πελάγη. Μόνον που τώρα, θα ρίχνουν άγκυρα σε ξένα λιμάνια, καθώς οι Τούρκοι μετατρέπουν το Γαλαξίδι σε σχεδόν έρημο τόπο, χωρίς καμία οικονομική ή άλλη ζωντάνια.

Τα φημισμένα Γαλαξιδιώτικα ιστιοφόρα, τα «έκτιζαν» και τα επάνδρωναν οι ίδιοι, οι Γαλαξιδιώτες. Το 1860 στο Γαλαξίδι λειτουργούσαν επτά ναυπηγεία, απανθισμένα με τεράστια κέρδη. Επιπλέον ρίχνονταν στη θάλασσα, κάθε χρονιά, δέκα πέντε με είκοσι καράβια, ντόπιας ναυπήγησης.

Αυτά τα νεότευκτα πλοία είχαν συνολική χωρητικότητα 400 μέχρι 1000 τόνους. Τουλάχιστον, οι περισσότεροι ναυπηγοί τους, δεν είχαν θεωρητική κατάρτιση, ούτε είχαν φοιτήσει σε σχολές και μάλιστα πανεπιστημιακές.

Ήταν αυτοδίδακτοι και πρακτικοί, αλλά δεξιοτέχνες. Αναδείχθηκαν όμως ιδιοφυείς και πρωτοστάτησαν σε συντεχνίες. Στα 1875 ο Μάστρο Κωνσταντής ο Παπαπέτρος, που από καπετάνιος έγινε ναυπηγός, ρίχνει στο νερό το μπάρκο «Αίολος», που ο ίδιος σχεδίασε.

Για το καράβι αυτό θα γράψει με καμάρι, ο Γαλαξιδιώτης ναυτικός και ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου. «Όπου κι αν πήγε, του ξεσηκώσανε το σχέδιο». Τόσο θαυμασμό προκαλούσε παντού το σχέδιό του(!), το οποίο μάλιστα είναι έργο εμπειροτέχνη, που εκλύει σοφία.

Στο Μπουζάιρες, σαν το ‘βγαλε ο καπετάνιος του, ο Ζαγοράς στη δεξαμενή, για να το καθαρίσει, το κράτησαν οι αρχιμάστοροι του ταρσανά, δυο μέρες παραπάνω, για να γίνεται αντικείμενο θαυμασμού και λεπτομερούς παρατήρησης, ώστε να μαθαίνουν. Απ’ την άλλη μεριά, έβλεπαν για πρώτη φορά, εκεί κάτω ελληνική παντιέρα.

Μεταξύ των ετών 1870-1896, πάνα από 150 Γαλαξιδιώτικα ιστιοφόρα διέσχιζαν τον Ατλαντικό, ενώ ακόμη περισσότερα ταξίδευαν στη Μεσόγειο, το Αιγαίο, το Ιόνιο, την Αδριατική, την Αζοφική, το Κρητικό, τη Μαύρη Θάλασσα.

Το καύχημα κάθε Γαλαξιδιώτη καπετάνιου ήταν το καράβι του, για το οποίο γίνεται ειδικότερα παραπάνω. Οι ίδιοι θεωρούσαν τα καράβια τους, τα ομορφότερα του κόσμου. Παράγγελναν τα καράβια τους, όπως έλεγαν, στους πιο φημισμένους ζωγράφους των μεγαλύτερων λιμανιών της Βενετίας, του Λιβόρνου, της Γένοβας, της Μασσαλίας, της Μάλτας… Ακόμη και σε λαϊκούς ζωγράφους, ζητώντας τους να αποδώσουν τα σχέδια, όσο γίνεται πιο πιστά, σύμφωνα με τα Γαλαξιδιώτικα.

Κι οι έμπειροι εκείνοι ζωγράφοι σχεδίων για πλοία, αποτύπωναν πάνω στο χαρτί, κάθε μέρος του πλοίου που πρέπει να είναι διακριτό, όπως όνομα, σημαία, αριθμός, τύπος εξαρτήματος… Το πορτραίτο του καραβιού τους κρεμούσαν κοντά στο εικονοστάσι, που απαραίτητα βρισκόταν, δίπλα απ’ το εικόνισμα του Χριστού μας και αυτό του Αγίου Νικολάου, για να λαμβάνεται η ευλογία των Αγίων και του Παντοκράτορα, στο διηνεκές κι ανελλιπώς.

Οι Γαλαξιδιώτες με υπερηφάνεια, έδειχναν επιδεικτικά τα πορτραίτο σε κάθε επισκέπτη του σπιτιού τους και καμάρωναν προπαντός το καράβι τους, το οποίο συνέδεαν με το Θείο, από την σπάνια λατρεία τους και στα δύο.

Κι ενέπνευσαν την ιδέα της ίδρυσης ναυτικού μουσείου, στον Γαλαξιδιώτη ιατρό, δήμαρχου και κατ’ επανάληψη πρόεδρου της τοπικής κοινότητας, με αυτά τα πορτραίτα των πλοίων, ως πρώτη ύλη, για την υλοποίηση.

Έτσι, με αυτούς τους πίνακες σχηματίζεται στα 1928 ο πρώτος πυρήνας της συλλογής του περίφημου, σημερινού Ναυτικού Μουσείου. Ο Ευθύμιος Βλάμης, ως γιατρός, επισκεπτόταν συχνά τα σπίτια των ναυτικών Γαλαξιδιωτών κι έτσι εμπλούτιζε τις εμπειρίες του. Στις επισκέψεις του αυτές παρατήρησε πως στα περισσότερα από αυτά υπήρχαν περισσότερα από αυτά αναρτημένα τα πορτραίτα των πλοίων.

Έτσι ναυπηγήθηκε μέσα του, η σφοδρή επιθυμία για τη δημιουργία ενός σπουδαίου Ναυτικού Μουσείου. Με προσωπικό κόπο, άρχισε να πείθει τους Γαλαξιδιώτες να προσφέρουν στην Κοινότητα τα οικογενειακά τους κειμήλια.

Συγκέντρωσε έτσι πορτραίτα πλοίων, πίνακες, σχέδια κι εξαρτήματα καραβιών, χάρτες, ναυτιλιακά όργανα, έγγραφα, ημερολόγια πλοίων, τα οποία σήμερα κοσμούν το Ναυτικό Μουσείο του Γαλαξιδίου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των Γαλαξιδιωτικών καραβιών ήταν πως τα κάτω άκρατων ιστών τους, ήταν βαμμένα άσπρα, για να αναγνωρίζονται από μακριά.

Γι’ αυτό και τα ονόμαζαν «άσπρα τουρκέτα» ή «άσπρες κολόνες». Στην Πλώρη, το μπροστινό τμήμα του καραβιού, υπήρχε το ακρόπρωρο, συνήθως η «φιγούρα» ή «γοργόνα», όπως την αποκαλούσαν, καθώς παρουσιαζόταν, ως η «ψυχή» του καραβιού. Δηλαδή το πλοίο ήταν προσωποποιημένο κι υπείχε θέση δισυπόστατου ανθρώπου.

Με άλλα λόγια, για τους Γαλαξιδιώτες, πρόκειται για ζωντανή ύπαρξη, μέλος της οικογένειάς τους. Το καθένα είχε το πρόσωπό του, ήταν διαφορετικό από τα άλλα, θαρρείς και ήταν μοναδικό μέσα στην πλάση.

Γι’ αυτό, αν κάποιο πλοίο έφευγε ξαφνικά απ’ αυτήν την πραγματικότητα, ο καραβοκύρης φρόντιζε να βάψει ολόμαυρη την «γοργόνα». Τότε μάλιστα η αγάπη του προς αυτό, παίρνει διαστάσεις λατρείας και μετατρέπεται σε έντονη νοσταλγία.

Με το τέλος του χειμώνα, τα Γαλαξιδιώτικα ιστιοφόρα ανοίγονταν στα πελάγη και κοντά στον Δεκέμβριο, έπιαναν ξανά λιμάνι, στην αγαπημένη τους πατρίδα για να ξεχειμωνιάσουν και πάλι κατά την άνοιξη να διαγράψουν τον ίδιο κύκλο.

Ο Γαλαξιδιώτης ζωγράφος Σπυρίδωνας Βασιλάτου περιγράφει χαρακτηριστικά και διεξοδικά την επάνοδο των πλοίων: «Ένα - ένα έχουν αρχίσει να φτάνουν στο λιμάνι. Ανήμερα της Αγιοκατερίνης της Φουρτουνιάρας, με την απόλυση της εκκλησιάς, δεκαεννιά καράβια, μπρίκια, σκούνες και λοβέρ, το ένα πίσω από το άλλο μπουκάρουν από το Κεντρί. Πρώτος ο Άγιος Γεώργιος του καπετάν Μαιότη… Από κοντά η Ευαγγελίστρια του Πετρατζά, ο Δούναβις των Λεβαντίνων κι ο Άγιος Νικόλαος του Καθάριου που έρχεται γραμμή από τη Μοσούλη… Ως το βράδυ, θα έρθουν κι άλλα και κάθε μέρα θα μαζεύονται περισσότερα… Θα ξεχειμωνιάσουν όλα εδώ και θα και θα ξαναφύγουν κοντά τις αποκριές».

Η ακμή στη θάλασσα συνέβαλλε με τη σειρά της και στην αναπτέρωση της ευημερίας στην πολιτεία. Το Γαλαξίδι γεμίζει με αρχοντικά, σχολεία, μεγαλοπρεπή δημόσια οικοδομήματα. Ο οικοδομικός οργασμός έκτισε και τρεις καλαίσθητες εκκλησίες, ο Άγιος Ιωάννης, η Αγία Παρασκευή κι ο Άγιος Νικόλαος με διαλεχτό και πανέμορφο τέμπλο, με σκαλιστό, μεγάλο ξύλο καρυδιάς, έτσι ώστε να φαίνεται μοναδικό στο είδος του.

Αυτό το πανάκριβο ξύλο, πολύ σπάνιο στην αγορά, το έφεραν οι Γαλαξιδιώτες ναυτικοί από μακρινά κι εξωτικά μέρη και το κατεργάζονταν ντόπιοι εξαιρετικοί τεχνίτες. Το όλο κόστος τους επιβάρυνε, ως ευλαβική προσφορά προς τον προστάτη του Άγιο Νικόλαο. Το Γαλαξίδι είναι μια ζηλευτή και χαριτωμένη, μικρή πολιτεία, όπως και παραπάνω τονίστηκε χάρη μεγαλύτερης κατανόησης κι έμφασης. Πρόκειται για μια πολιτεία, που σήμερα αν και στερείται τα πλούτη του παρελθόντος, εντούτοις δεν έχασε την αίγλη της, αλλά διατηρεί την παλαιά αρχοντιά της.

Όποιος επισκέπτεται στις μέρες μας το Ναυτικό Μουσείο του Γαλαξιδιού, βλέπει να ζωντανεύει μπροστά του, μέσα από τους 140 πίνακες των Γαλαξιδιωτικών ιστιοφόρων, ένα κομμάτι αναμνήσεων απ’ την ιστορία αυτού του τόπου.

Διάφορα είδη πλοίων, μπάρκα, νάβες, μπρίκια, μπαρκομπέσια, σκούνες, λοβέρ… πορτραίτα πλοίων, τα περισσότερα, που στόλιζαν τα πρόσχαρα κι αρχοντικά σαλόνια, σε άλλα χρόνια που πρόκοβαν οι καραβοκύρηδες. Τώρα δυστυχώς, εξελίχτηκαν σε μουσειακό είδος και κοσμούν πια τους τοίχους του μουσείου.

Πιο πέρα από το Ναυτικό Μουσείο, που διατηρεί στη μνήμη μας ή εμπλουτίζει τις γνώσεις μας, υπάρχει το νεκροταφείο πλοίων, που δεν περιορίζεται μόνον στο αναπαραστατικό επίπεδο, αλλά εκτείνεται στο πραγματικό.

Όλα τα εκθέματα μας ταξιδεύουν με ασφάλεια στην διάσταση του χρόνου που φέρνει πρόσημο του χθες, αλλά ποιος ξέρει, μπορεί να μας δείχνουν και τον δρόμο του αύριο, ακριβώς ή παραπλήσια, μέσα στην κυκλική πορεία των ανθρώπινων.

Οπωσδήποτε, αυτά μας θυμίζουν την ευλογία του Κυρίου που αποκομίσαμε, για ένα πλούσιο παράλιο διαμελισμό και μιας απέραντης θάλασσας, που βρέχει ολόγυρα την πατρίδα μας, με πολυάριθμα ακρωτήρια, χερσονήσους, διώρυγες, κόλπους, λιμάνια, νησιά κλπ.




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ