Αναρτήθηκε στις:08-05-18 11:15

Θαύμα Αγίου Χαραλάμπους πολιούχου Πρεβέζης


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος


Προστάτη στον γάμο μου (10-2-1980) όρισα τον Άγιο Χαράλαμπο, τον οποίο ευλαβούμαι και το εν λόγω Μυστήριο τελέστηκε την ημέρα της γιορτής του, κατά Κυριακή. Απ’ αυτό το τελευταίο γεγονός ορμώμενος, στην καθημερινή μου προσευχή τον επικαλούμαι, ως πρεσβευτή του ελέους του Κυρίου για όλα τα μέλη της υπό ευρεία έννοια οικογένειάς μου.

Πολλά μπουρίνια ξεσπούν στη ζωή, ξαφνικά κι αναπάντεχα και δέρνουν αλύπητα την ψυχή και το σώμα μου, από 32 ετών -31 συναπτά χρόνια μέχρι σήμερα – με βαριά αναπηρία παραπληγίας, βεβαιωμένου λοιπόν πάνω στην ύπαρξή μου, που μοιάζει με κλονισμένα δένδρα, που ανήμπορα προσπαθούν να σταθούν ολόρθα στη λύσσα ανώτερων φυσικών δυνάμεων.

Και ριζώνουν αυτά, παρόλο που το χώμα της ηθικής και υλικής αντίστασης είναι φτενό, κι όμως αποτολμώ να μπήξω το ανάστημά μου πολύ βαθιά στη γη, ώστε να είναι στέρεη στο τράνταγμα. Σχεδόν δηλαδή είναι ελλιπής και μάλλον ανύπαρκτη η ιατροφαρμακευτική μου κάλυψη και μόνον προσμένω το έλεος που απορρέει από την αμέριστη αγάπη του Επουράνιου Πνευματικού μου Πατέρα, σε μια αποτελεσματική, εμπεριστατωμένη κι ολική θεραπεία μου, με βάση την υπομονή, ταπεινοφροσύνη, πραότητα, ανεξικακία, υποταγή, υποχωρητικότητα κι υπακοή, όπως Αυτός Ξέρει.

Η νοσταλγία μου περιορίζεται και έγκειται αποκλειστικά στον καιρό της πνευματικής συγκομιδής, που ο ήλιος ζυγίζεται στο μεσουράνημα και πέφτει καυτός στο στερέωμα και με την εκτυφλωτική του λάμψη ξεδιαλύνει ακόμη και τα σκιερά, τα οποία προετοίμασε για τη δημοσιότητα αυτή «η δακτυλόβρεχτη ήριδα» της άνοιξης.

Η καταβολή συντονισμένων προσπαθειών ανάνηψης, φανερώνουν τον ρυθμό της αγωνιστικότητάς μου, που παρουσιάζει αφάνταστη ζέση και παλμό, σε μια τολμηρή στροφή μου, που κρίνει την αποφασιστική μου ανάληψη σοβαρής απόπειρας αύξησης της αυτοπεποίθησής μου, παράλληλα με τον πρώτιστο διδακτικό μου στόχο προς τους άλλους, με την επίκληση της βοήθειας του Θεού, για την ευόδωση των δύο παραπάνω στόχων, όπως η ευδόκιμη φοίτησή μου επί οκτωετίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και συγκεκριμένα στο Ιστορικό και ΦΠΨ, με κατάκτηση αντίστοιχα των πτυχίων Ιστορίας και Ψυχολογίας.

Επιθυμία μου την οποία διοχετεύω στον Άγιο Χαράλαμπο, για να την διαβιβάσει με τη σειρά του στον Κύριο, μεσιτεύοντας κιόλας σ’ Αυτόν, παρόλο τις σφοδρές αντιξοότητές μου, να αναδεικνύομαι ψηλόκορμος, θαλερός, χάρμα οφθαλμών, σαν τα δέντρα που αντιστέκονται στις καταιγίδες με βαθιά ριζώματα και σθεναρά κλωνάρια.

Πολλές θύελλες χτυπούν και την Αναστασία από παιδούλα ακόμη. Χωρίς τη σκιά του πατέρα και το μητρικό χάδι μεγάλωσε από τα εννέα της χρόνια, παρά μόνον με τον αδερφό της, τον Γιώργη. Και το μωρό τους αδερφάκι, την Όλγα που η ίδια την ανάστησε

Με τη φτώχια να σφίγγει πάντα ανελέητα την καρδούλα τους να συγυρίζει αυτή από τα νηπιακά της χρόνια, το πατρικό τους σπιτάκι, να οργώνει ο αδερφός το χωραφάκι τους, με τον ψαρό, το άλογο του πατέρα που χρησιμοποιούνταν ως μέσο επικοινωνίας και μεταφορικό της συγκομιδής και καυσόξυλων της οικογένειας.

Με τέτοια εισοδηματικά έσοδα, καταφέρνουν να φυτοβιούν και να τα βγάζουν πέρα με δυσκολία, δηλαδή να κουτσοπερνούν. Αποκούμπι τους έχουν και την κυρά-Μαρία, την καλή γειτόνισσα - συνετή, εύστροφη κι έμπιστη γυναίκα - που παραστέκεται με ενδιαφέρον κι επιμέλεια στα τρία ορφανά, όσο μπορεί με φιλέματα κι όσο βέβαια της επέτρεπαν τα πενιχρά οικονομικά, αλλά απλόχερα έδινε και συμβουλές αγάπης και παρηγοριάς που στοίχιζαν μόνον ηθικά.

Όμως, τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος - σκιάχτρο θανάτου - απειλεί ακόμη κι αυτή τη ζωή τους. Ο Γιώργης είναι ήδη στο αλβανικό μέτωπο και τον ψαρό τον επιτάξανε για να κουβαλάει κανόνια και πολεμοφόδια και τρόφιμα στα απόκρημνα βουνά της Πίνδου.

Και στα μετόπισθεν πια, στο σπιτικό απέμεινε μόνον η μικρή Αναστασία κι η μικρότερη Όλγα. Και το χειρότερο: Έχουν περάσει αρκετοί μήνες που είναι καθηλωμένη στο κρεβάτι, σχεδόν εντελώς κατάκοιτη. Ανάπηρη, με πόνους ανυπόφορους και φρικτούς στα πόδια και πιο πολύ επικεντρωμένους στα γόνατα. Όλα αυτά είναι τόσο οξυμένα που την ακινητοποιούν.

Αφότου της πήραν το άλογο για επίταξη, αναγκάστηκε να σκάβει με το τσαπί, αν και πρόκειται για άμαθη κοπελίτσα, με αποτέλεσμα να βγάλουν ρόζους τα χέρια της και να πληγιάσουν και να φλεγμαίνουν οι αρθρώσεις. Δεν μπορεί πλέον να σηκωθεί από το κρεβάτι, ούτε με βοήθεια και πολύ περισσότερο αδυνατεί να κρατήσει ένα ποτήρι νερό, λόγω του βάρους του των 150 γραμμαρίων και το τρεμούλιασμα στα χέρια της.

Και κλαίει για το χάλι της και διαρκώς προσεύχεται νοερά κι επίμονα η Αναστασία, από το κρεβάτι του πόνου, πάντα ασχολούνταν το μυαλό της με τον Χριστό και τους Αγίους, χωρίς καθόλου να βαρυγκωμάει και να παραπονείται, ούτε για τον Θεό, ούτε για κανένα, καθώς η αγάπη για το πλάσμα Του είναι ασύγκριτη κι άφθαστη κι οι βουλές Του ανεξιχνίαστες.

Όμως πονάει αβάστακτα, τόσο στο σακατεμένο σώμα της, όσο και για τη μικρούλα Όλγα, που τη βλέπει σ’ αυτήν την ανήμπορη κατάσταση και να μαραζώνει. Ας είναι καλά η κυρά Μαρία, τα νοιάζεται τα κακόμοιρα παιδιά σαν να είναι μάνα. Κυριολεκτικά ισχύει αυτή η μεταφορά της κυρίας Μαρίας, γιατί αναπληρώνει το μακρύ χέρι του Θεού, καθώς η ανεξάντλητη αγάπη της ήταν Θεόσταλτη.

Η τροχιά του χρόνου σημάδεψε και την ημέρα 10 Φεβρουαρίου, άλλη μια μέρα με δάκρυα στα γαλανά μάτια τη ς Αναστασίας που χαράζουν αυλάκια στο πρόσωπό της. Ξημέρωσε πάλι με ανυπόφορους πόνους κυρίως στα πόδια, η παραμικρή απόπειρα κίνησης ήταν κι ένας σφάχτης, όμως η μόνη γλυκιά απόδραση και καταφυγή από τις δοκιμασίες που χειμάζεται κάποιος είναι η επίμονη προσευχή στην ησυχία του κρεβατιού του πόνου.

Μια αχτίδα φωτός του ήλιου, μπήκε μέσα από το παράθυρο, βρήκε κι έλουσε τα κατάξανθα μαλλιά της, αφού μαλακά τα χάιδεψε, σε ένα πρώιμο φωτεινό μήνυμα, οιωνός, πρόγευση καλοσύνης και Θείας συμπάθειας.

Λοιπόν, στο ίδιο μοτίβο κύλισε η μέρα μέχρι το μεσημέρι, δηλαδή με συγκίνηση, στενοχώρια, απαισιόδοξες σκέψεις και ένθερμη και διακαής προσευχή. Τότε ακούστηκε θόρυβος από βήματα στο διάδρομο κι η Αναστασία υπέθεσε ότι είναι η κυρά-Μαρία που την περιποιούνταν έξω απ’ την κάμαρά της κι η Αναστασία δεν θέλει να δείχνει κλαμένη και σκουπίζει τα μάτια της, περιμένοντας να δει να μπαίνει η καλή γειτόνισσα.

Μπροστά της όμως ψηλός και στητός, με μαύρο ράσο κι ολόλευκη μακριά γενειάδα. Την κοιτάζει με ιλαρό, στοργικό βλέμμα και της μεταδίδει τη γαλήνη της ψυχής του. Της απευθύνει λόγια συμπόνιας και κατανόησης, λέγοντας: Τι έχεις κόρη μου, γιατί κλαίς; Και έχει η φωνή του τόση απαλοσύνη κι αγάπη, που η Αναστασία αυθόρμητα αποκρίνεται: Και τι δεν έχω. Παππούλη: Ορφάνια, φτώχια, μοναξιά, αφόρητους πόνους… πολλαπλούς πόνους… αδυναμία! Δεν τολμώ να αγγίξω τα γόνατα από τους οξείς πόνους και το πρήξιμο. Τα πόδια μου διαρρέονται από ξαφνικό ρίγος και δεν με βαστούν όρθια. Και παραμένω κλινήρης κι ανήμπορη να σηκωθώ από το κρεβάτι.

Κι ο ιερωμένος συνέχισε: Τάξε, κόρη μου στον Άγιο Χαράλαμπο, που είναι προστάτης μας, συνοδεύοντας έτσι την παράκλησή σου και θα δεις ότι σίγουρα θα σε βοηθήσει. Απ’ τη στενοχώρια σου που προκαλούν οι απαισιόδοξες κι αρνητικές σκέψεις. Προσπάθησε να μην κατακλύζουν το νου σου, δυσάρεστες σκέψεις.

Και σηκώνει το σεβάσμιο χέρι του κι ευλογεί την Αναστασία. Και κατόπιν, όπως διακριτικά εμφανίστηκε στο κατώφλι της, έτσι κι απομακρύνεται αφήνοντας άφθονη χαρά στην ανήμπορη κόρη. Ήταν τόση που έμεινε ανεξήγητη κι άφηνε άφωνη κι έκπληκτη την νεαρή. Της συνέστησε να μη

Με σπάνιο θαυμασμό, η ορφανή νέα και στεντόρεια φωνή, μαντεύει σωστά κι αποκαλύπτει: Ο άγιος Χαράλαμπος! Αυτός ήταν! καθώς ένιωσε την παρουσία του αγίου πολιούχου της κωμόπολής τους. Κι αμέσως μετά την εν λόγω συνομιλία, επήλθαν τα θεραπευτικά αποτελέσματα.

Και δοκίμασε να κρεμάσει τα πόδια της από το κρεβάτι.. Και πραγματικά μπόρεσε! Και στη συνέχεια δοκίμασε να πατήσει κάτω, βάζοντας δύναμη στα πόδια της. Και να τα κατάφερε και το εγχείρημα στέφθηκε από επιτυχία, χωρίς ούτε τον παραμικρό πόνο κι εύκολα στάθηκε όρθια, χωρίς δυσκολία. Δεν πονούσε καθόλου η Αναστασία, μετά την αποτελεσματική επέμβαση. Δεν μπορεί όμως να πιστέψει και να κατανοήσει, γιατί η Θεία Χάρη μέσω του Αγίου Χαραλάμπους, διάλεξε την αμαρτωλότητα κι αναξιότητά της; Πραγματικά είναι ανεξιχνίαστη κι άδηλη η οδός του Κυρίου! Κάνει το Σταυρό της και προχωράει διστακτικά προς την εξώθυρα, περίχαρα χωρίς να αισθάνεται απολύτως καμιά ενόχληση. Αλλά υποβάλλει τα πόδια της σε κάθε κακουχία για να δοκιμάσει κάθε ενδεχόμενο και να εξακριβώσει και να απορρίψει κάθε σκοτεινή περίπτωση, με το να είναι αποστομωτική στις απαντήσεις σε καθέναν αντιλέγοντα κακόπιστο.

Πάλι διακριτικά κι ανεπαίσθητα από τα περίεργα μάτια, δοκιμάζει να τρέξει και το καταφέρνει άνετα. Και για εκτονώσει την άφατη χαρά της, κλαίγοντας αγκαλιάζει την αδερφούλα της, την Όλγα, που ήταν αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού, λέγοντας, με περίσσια τρυφερότητα: Όλγα μου, ο Άγιος Χαράλαμπος με έκανε καλά! Δες τα πόδια μου. Δεν πονάνε. Μπορώ πολύ ευχερώς να περπατώ και τρέχω ακόμη!. Συγχρόνως κάνοντας μια επίδειξη των επιδόσεών της, εκθειάζοντας το θείο έργο και τη μεσιτεία του Αγίου Χαραλάμπους, αντιπαραβάλλοντας την αμαρτωλότητα, αναγιότητατα κι ολιγοπιστία της. Παρόλα αυτά επικράτησε το Θείο Θέλημα με την απερίσπαστη αγάπη.

Και παίρνει στα χέρια της η Αναστασία ένα μπουκάλι λάδι, απ’ αυτό το λιγοστό που είχε στην κουζίνα της για καθημερινή χρήση, αν και η ποσότητα του αποθηκευμένου ήταν ελάχιστη. Η τιμή που απέδιδε στον Άγιο η Αναστασία συνιστούσε μια προτεραιότητα, η οποία μόλις και μετά βίας συγκρίνονταν με την ανάγκη της βιολογικής

Η επόμενη ενέργειά της ήταν να πάει γρήγορα και βιαστική για τον περικαλλή και μεγαλοπρεπή Ιερό Ναό του αγίου Χαραλάμπους για ν’ ανάψει τα κανδήλια του, ώστε με αυτόν τον δικό της τρόπο, ο οποίος ταίριαζε στις φτωχικές δυνατότητές της, ώστε να καταθέσει την ειλικρινή ευγνωμοσύνη της, συνοδεύοντας με λίγα λόγια ευχαριστήριας προσευχής.

Αυτή εξέφραζε έναν διακαή πόθο, ικανό να διδάξει άλλους συγχρόνως, όσους δηλαδή βρίσκονταν σε παρόμοιες περιπτώσεις περιμένοντας με αγωνία, την ευλογημένη στιγμή της πραγματοποίησης, με την υποδεέστερη ανάγκη και τόσο σημαντική προτεραιότητα της πνευματικής υποχρέωσης προς τον Άγιο και τη Θεία Πρόνοια.

Και της χάρισε ο Πανάγιος Θεός την πολυπόθητη υγεία της, αλλά και την μακροημέρευση στην επίγεια ζωή της, παράλληλα με την πιο πολύτιμη αιωνιότητα της ψυχής της στον Παράδεισο. Συγχρόνως μάλιστα την ευλόγησε να΄γίνει πρεσβυτέρα μιας πολύτεκνης οικογένειας. Αξιώθηκε από τον Ύψιστο να δει εγγόνια και δισέγγονα, στα οποία ομολογούσε το ως άνω γεγονός της ίασης.

Αυτή η ομολογία της έκανε περήφανο τον Θεό, που αφορούσε κι ολοένα έπαιρνε τεράστιες διαστάσεις που απλωνόταν και σε όλους τους γνωστούς της, από τότε και μέχρι το τέλος της μακροήμερης και πολύμοχθης ζωής της.

Η Αναστασία, συχνά έλεγε, μετά το θαύμα του αγίου Χαραλάμπους: «Όσους κόμπους κόκαλα κι αν έχω, τόσα είχα πρώτα και καρφιά-πόνους, τώρα έχουν αποκατασταθεί και τα πρωτογενή και τα δευτερογενή συμπτώματα της ακινησίας, όπως η αχρωματοψία, η πτώση βλεφάρων, η ωχρά κηλίδα, ο ερεθισμός στα μάτια, η επιπεφυκίτιδα, πόνους στη μέση, μειωμένες αισθήσεις κ.λ.π. Ανελλιπώς, κάθε μέρα, πάντα μνημονεύει τον Άγιο Χαράλαμπο στην προσευχή της και στο τέλος της ευχαριστίας αναφέρει το Απολυτίκιό του: «Ο ακλόνητος στύλος της Εκκλησίας Χριστού, και λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες έλαμψας εν τω κόσμω διά του μαρτυρίου, έλυσας και ειδώλων την σώλων την σκοτόμαιναν, μάκαρ, διό εν παρρησία χριστώ, πρέσβευε σωθήναι ημάς».




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ