Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος
Ο Στέφανος Καραθεοδωρής υπήρξε δόκιμος συγγραφέας, φημισμένος ιατροφιλόσοφος, πανεπιστημιακός καθηγητής και υπέροχος καλλιτέχνης, από το 1830 ανέλαβε και νέα πολύ σπουδαία καθήκοντα ενός συνετού και μετρημένου οικογενειάρχη με τη στήριξη της ενάρετης συζύγου του, Λουκίας Μαυροκορδάτου, το γένος Μουρούζη. Οι δύο αυτοί εξαίρετοι γονείς απέκτησαν επτά παιδιά, με την ευλογία του Θεού, σε πολυτεκνία.
Επέβλεπε τα μαθήματα των παιδιών του. Έδινε πολλά χρήματα σε δάκρυζε από συγκίνηση κι επιβράβευε κάθε καλλιτεχνική επιτυχία. Ήταν δίκαιος, αλλά ταυτόχρονα αυστηρός και φιλόστοργος και πολύ ακριβής στις χριστιανικές αρχές κι αξίες.
Ποτέ δεν παραμελούσε το ιερότατο χρέος της καθημερινής κι ανελλιπούς προσευχής. Εξάλλου τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές πήγαινε στην εκκλησία οικογενειακώς, όπου παρακολουθούσε με κατάνυξη τις ιερές τελετουργίες.
Ακολουθούσε πιστά τις νηστείες και γενικά όλο το τυπικό της Εκκλησίας στην πληρότητά του. Ξεκουραζόταν ψάλλοντας Κανόνες και Τροπάρια εορτών ή Κυριακών. Εξηγούσε στα παιδιά του, τον Απόστολο και δίδασκε το Ευαγγέλιο και ποίηση, σε άλλα Ιταλούς και σε άλλους κείμενα Λατίνων.. Επίσης δεν παρέλειπε να διδάσκει Πέρσες κι Άραβες ποιητές.
Σχεδόν καμιά μέρα δεν απουσίαζε, όταν ήταν ανοικτή η εκκλησία, οπότε δεν έμεινε στο σπίτι. Από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, επισκεπτόταν με έγκαιρη κι επιμελημένη διάγνωση και μάλιστα χωρίς αμοιβή σε φτωχούς ασθενείς.
Διέτρεχε όλη την πόλη σχεδόν πάντα πεζοπορώντας, με τους κανόνες της ταπεινοφροσύνης και της λιτότητας. Γρήγορα κι έγκαιρα, προσέτρεχε για την επούλωση της ανάγκης, Ποτέ δεν ανέβαινε σε άλογο, έστω και για λίγο για να ξεκουραστεί. Θεωρούσε πιο σπουδαίο το να αποφεύγει την αλαζονεία, την οίηση και τον σκανδαλισμό, προσπαθώντας να μην προκαλέσει ενόχληση σε αδύναμους κατά τον χαρακτήρα, συμπολίτες μας.
Αν και πολυγραφότατος, με εμπεριστατωμένες μελέτες κι εξετάσεις ποικίλων ζητημάτων και δη ιατρικών, χρησιμοποιούσε για γραφείο, το μικρό βαρκάκι του, που είχε για τις μετακινήσεις του, πιο κατάλληλο από το σπίτι του, επειδή του πρόσφερε το λιγοστό φως της μηχανής και ησυχία για αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή.
Ο μόνος άνετος κι ενδεδειγμένος χρόνος για τη συγγραφή του, ήταν ο καιρός που περνούσε στη θάλασσα, εμπνεόμενος από το λίκνισμα, που του προσέφερε το κύμα. Πάντα ήταν εφοδιασμένος με άγραφα τετράδια κι ένα μικρό μελανοδοχείο.
Μόλις επέβαινε στη βάρκα, αφού υποδείκνυε στους κωπηλάτες το μέρος που θα αγκυροβολούσαν, άρχιζε να γράφει με γοργό ρυθμό, χωρίς να χρησιμοποιεί βοηθητικά βιβλία, κείμενα οδηγούς, ως επί το πλείστον θεολογικά, φιλολογικά κι ιατρικά, στα οποία έ να αναφέρει αυτούσια αποσπάσματα και μαρτυρίες συγγραφέων, τις περισσότερες από τις οποίες θυμούνταν από μνήμης, και μερικές φορές προσέθετε και σχετικές παραπομπές.
Τα έργα του διακρίνονται σε πέντε κατηγορίες, από βιβλιογραφικής άποψης, στις οποίες προέχουν τα ποιήματα και τα διάφορα άλλα διαλογικού περιεχομένου. Παρακολουθούσε την πρόοδο της επιστήμης σε όλα τα στάδιά της, και ιδιαίτερα της ιατρικής, που την ασκούσε επαξίως του όρκου του Ιπποκράτη.
Για να ξέρει τους εχθρούς και τους φίλους της Ορθοδοξίας, διάβαζε κι εκείνα που στρέφονταν εναντίον ή ήταν υπέρ της Εκκλησίας μας κι έτσι μπορούσε να σταθεί σε κάθε εκκλησιαστική συζήτηση. Στα συγγραφικά του έργα περιλαμβάνονται δηλαδή κι ηθικοπλαστικά, αλλά κι αντιρρητικά συγγράμματα, για τις κακοδοξίες, από τις οποίες καταδυναστεύοντας το Γένος μας, και κινδύνευε κιόλας να αφανιστεί ολότελα.
Μεταξύ των άλλων, όταν ήταν φοιτητής στην Πίζα Ιταλίας, υπέγραψε δεύτερος την Απολογία των «εν Πείσαις φιλογενών μαθητών», που υποστήριζαν τις θέσεις του Κοραή για την ελληνική γλώσσα. Όταν όμως ο Κοραής ήρθε στην Ελλάδα κι άρχισε δριμεία επίθεση εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ο Στέφανος Καραθεοδωρής δεν του χαρίστηκε, αλλά του απάντησε καίρια, με το υπόμνημά του: «Αντίρρησις εις τον Ιερατικόν Συνέκδημον του Αδαμαντίου Κοραή».
Προσέφερε σημαντικό έργο σε νευραλγικέ θέσεις του Τούρκου κατακτητή, του οποίου αναπληρούσε την λειψανδρία σε πνευματώδη και χαρισματικά άτομα, και προσπαθούσε πάντα να μπολιάζει την Οθωμανική Αυτοκρατορία με το ελληνικό στοιχείο και την Ορθοδοξία. Λοιπόν αυτή η αντιπροσώπευση και διασύνδεση ταυτοχρόνως, τιμάει ιδιαίτερα το Γένος μας. Αυτή η εκδούλευση του Καραθεοδωρή, με τη συγκεκριμένη στάση του ανεβαίνει στο επίπεδο της εκμετάλλευσης.
Με τις ικανότητές του, κατάφερε κι έγινε μέλος της «Αυτοκρατορικής Ακαδημίας» Πράγμα πολύ υψηλό και σπάνιο για έναν Έλληνα, αλλογενή. Έτσι εργάστηκε ως σύμβουλος της Υψηλής Πύλης σε θέματα εκπαίδευσης, απ’ όπου πολλές φορές βοήθησε στο έπακρο τα Ελληνικά γράμματα.
Κατά το 1861, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του «Ελληνικού φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως», στον οποίο εκλέχτηκε πρώτος πρόεδρος. Αυτός ο Σύλλογος υπήρξε ένας απ’ τους πιο σπουδαίους και τους πιο λαμπρούς φορείς πολιτισμού, με στόχο την προώθηση την παιδεία, όχι μόνον στα πλαίσια της ενεργούς και πολυπληθούς Ελληνορθόδοξης Κοινότητας της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και σε όλη την αχανή επικράτεια.
Είχε επαφές με την οθωμανική εξουσία, την Ορθόδοξη Εκκλησία, το Πανεπιστήμιο Αθηνών, καθώς κι Ακαδημαϊκούς θεσμούς της Ευρώπης και των ΗΠΑ, δηλαδή είχε μεγάλες διασυνδέσεις και γνωριμίες, σε διεθνές επίπεδο.
Στην Συνθήκη των Παρισίων (1856), που έκλεισε τον Κριμμαϊκό πόλεμο, προσαρτήθηκε το «Χάτι Χουμαγιούτ», το οποίο καθιέρωνε την αρχή της αντιπροσωπεύσεως όλων των θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν στην αυτοκρατορία. Στην εθνοσυνέλευση που συγκροτήθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχικό μας Μέγαρο, για να ρυθμιστούν τα εθνικά μας πράγματα, ο Καραθεοδωρής εκλέχτηκε, ως ένας από τους αντιπροσώπους της Κωνσταντινουπόλεως.
Εκεί διακρίθηκε για την σπάνια ευστροφία πνεύματος και την ετοιμότητα στις αποστομωτικές απαντήσεις του. Επίσης διέπρεψε για την ευφυΐα του, τον πατριωτισμό, την παρρησία, το θάρρος της γνώμης του, την βαθιά γνώση των περιρρεόντων κι επίκαιρων ζητημάτων, τη διαλλακτικότητά του και προπαντός για την ανένδοτη επιμονή του στην τήρηση των ιερών κανόνων της Εκκλησίας.
Γι’ αυτό θεωρήθηκε όχι μόνον ο κορμός, αλλά κι ο ιθύνων νους κι η ψυχή της εθνοσυνέλευσης. Για τις διακρίσεις του στον πνευματικό τομέα, τιμήθηκε με δίπλωμα εξαίρετης επίδοσης από την Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών, με δίπλωμα ωσαύτως από την Αυτοκρατορική Εταιρεία της Βοτανικής της Βιέννης και με παράσημο προσωπικής αξίας του Ιφιχτάρ και την εξαιρετική διάκριση του Μετζιτιέ από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Λύγισε, όταν η πολυαγαπημένη κόρη του, Σοφία, στα είκοσί της χρόνια πέθανε, ενώ έφερνε στον κόσμο τον γιό της, Στέφανο. Τέσσερα χρόνια αργότερα, συγκεκριμένα κατά 1867, η Μεγάλη Εβδομάδα τον βρήκε στο κρεβάτι άρρωστο, με αγιάτρευτη για τότε πνευμονία.
Την Μεγάλη Τρίτη, αφού εξομολογήθηκε στον Κύριο, στην συνέχεια κοινώνησε με ξεχωριστή κατάνυξη κι έδωσε σύντομες συμβουλές κι ευχές στα παιδιά και τα εγγόνια του, και δι' αυτών σε όλο τον κόσμο, που άφηνε. Τελικά τότε άφησε την τελευταία του πνοή και σίγουρα κοιμήθηκε στην αγκαλιά του Χριστού.
Ένας περίφημος δάσκαλος με πατρική τρυφερότητα, που γνώρισε, μίλησε κι αγάπησε πολλές γλώσσες, ιδίωμα που τον έκανε περιζήτητο στους Τούρκους, οι οποίοι ήταν άξεστοι στην πολυμάθεια και πολυγλωσσία. Ο πατριωτισμός του ήταν τέτοιος, που πάντα πίστευε πως η ελληνική παράδοση και γραμματεία είναι αυτή που ανεβάζει όχι μόνον τον Έλληνα, αλλά και κάθε άνθρωπο.
Πρόκειται για έναν διακεκριμένο Έλληνα γιατρό που βρίσκεται στα λαμπρά παλάτια και χαρέμια των πανίσχυρων σουλτάνων, αλλά και τακτικό επισκέπτη στα φτωχά κι ασήμαντα καλύβια των Ελλήνων σκλαβωμένων
Η φήμη του και τότε, αλλά και τώρα, ως υστεροφημία εκτείνονταν σε διεθνές επίπεδο, στους Βούλγαρους, στους Ρώσους, στους Ιταλούς, στους Τούρκους. Είχε επιστήθιους φίλους και δικούς του ανθρώπους, τους υπηρέτες, που δεν τους ξεχώριζε από την οικογένειά του, απλούς αλλά ακόμη και διάσημους, διπλωμάτες, πολιτικούς, σουλτάνους και βασιλιάδες.
Ήταν μοναδική μορφή που περισυνέλλεγε την ευφυΐα του κόσμου. Ξεχώριζε για την ευρυμάθεια, την ακράδαντη πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό, την υπέρμετρη αγάπη του για τον άνθρωπο και τη λατρεία του για τη γνώση.
Ο τυφλός καθηγητής της ελληνικής ποίησης στη Σχολή της Χάλκης, που ανήκε στον πνευματικό του κύκλο και μάλιστα πολύ έμπιστος φίλος του, και δάσκαλος των παιδιών του, Ηλίας Τανταλίδης, μεταξύ των άλλων, έγραψε για τον αείμνηστο γιατρό Στέφανο Καραθεοδωρή πετυχημένα τα παρακάτω, τα οποία πλέκει έμμετρα και τα αφήνει σε αιώνιο μνημόσυνο και παραδειγματισμό μας:
«Της εκκλησιάς το φλάμπουρο, το θάμασμα της Πόλης./ Της Εντερνές ο έπαινος και η χρυσή κορώνα./ Που έχεις στο κεφάλι σου, του κόσμου την σοφία./ Την γνώση της Ανατολής, τα γράμματα της Δύσης».
