Άρτα: Αυτοδιοικητικά πρόσωπα στο προσκήνιο για το ψηφοδέλτιο της ΝΔ
Αντίστροφη μέτρηση για τις συντάξεις Μαΐου – Σε δύο δόσεις οι πληρωμές από τον ΕΦΚΑ
Έρχεται νέο «Εξοικονομώ» με επιδοτήσεις έως 80% - Μέσω λογαριασμών ρεύματος η συμμετοχή
ΔΥΠΑ: Από 20 Απριλίου αιτήσεις για επιδότηση έως 14.220 ευρώ - Ποιους αφορά
Συνάντηση Δημάρχου Γ. Καραϊσκάκη με τον Γ.Γ. του ΥΠΕΣ
Μερόπη Τζούφη: «Η κυβέρνηση επιτρέπει κεραίες κινητής τηλεφωνίας κοντά σε σχολεία»

Άρθρο-Μελέτη του Παναγιώτη Νικ. Ζήση*
Αδιαμφισβήτητα όπως συμβαίνει σε κάθε υγειονομική κρίση, έτσι και στην πανδημία του Covid-19 που αντιμετωπίζουμε, θα είμαστε κληρονόμοι πολυεπίπεδα ολέθριων συνεπειών. Αρχικά, το οικονομικό κόστος αναμένεται να είναι γιγαντιαίο μιας και το ΑΕΠ των χωρών παγκοσμίως έχει ήδη περιοριστεί σημαντικά. Παράλληλα, οι κοινωνικές και ψυχολογικές επιπτώσεις στους πληθυσμούς είναι αναπόφευκτες. Όμως είναι κοινώς παραδεκτό, πως στις κρίσεις γεννιούνται σημαντικές ευκαιρίες. Αξίζει να σημειωθεί πως για να αντιμετωπιστούν διάφορες προκλήσεις της νέας καθημερινότητας στην χώρα μας, έγιναν τεράστιες προσπάθειες και επιχειρήθηκαν τεράστια άλματα προόδου σε ό,τι αφορά τις νέες τεχνολογίες τόσο σε επίπεδο ιδιωτικών όσο και κρατικών φορέων. Φορείς όπως πανεπιστήμια, πάροχοι υπηρεσιών, επιχειρήσεις και επαγγελματίες «ωρίμασαν» τεχνολογικά και προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες.
Αυτή λοιπόν η πρόοδος που σημειώθηκε, επιβάλλεται να αξιοποιηθεί ώστε να ανατραπεί το κύμα της αστικοποίησης και να στηριχθεί η επιχειρηματικότητα και η εργασία στην ελληνική ύπαιθρο. Χαρακτηριστικό της φυγής των νέων ανθρώπων από την ύπαιθρο, αποτελεί το γεγονός ότι ο πληθυσμός των περιφερειών Ηπείρου και Δυτικής Μακεδονίας, που αποτελούν μεγάλο μέρος της ελληνικής υπαίθρου, το χρονικό διάστημα 2013-2018, μειώθηκε κατά 3% και 4% αντίστοιχα (Περιφέρεια Ηπείρου, 2019). Σύμφωνα με αξιόπιστη έρευνα, οι Έλληνες που σκέφτονται να εγκατασταθούν στην ύπαιθρο δεν δείχνουν διατεθειμένοι να απασχοληθούν με αγροτικές εργασίες όπως είναι σύνηθες, αλλά επιθυμούν να εργαστούν σε θέσεις εργασίας με υψηλή εξειδίκευση ή άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας (Παπαδόπουλος, 2015). Επιπλέον σύμφωνα με άλλη έρευνα της Amway, οι Έλληνες σε ποσοστό 69% έχουν θετική στάση για την επιχειρηματικότητα, ποσοστό που προσαυξάνεται κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες για τους κατόχους πτυχίων (Adams et. Al., 2015). Για να πραγματοποιηθεί λοιπόν η επιστροφή των ετεροδημοτών στον τόπο τους, αλλά και η προσέλκυση οικονομικών μεταναστών ή επενδυτών στην ελληνική ύπαιθρο, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η εξασφάλιση οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας στις περιοχές αυτές που με το πέρασμα των χρόνων έχει εξαλειφθεί. Ο αμεσότερος τρόπος να συμβεί αυτό είναι η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών που θα οδηγήσουν κάποιον ενδιαφερόμενο να επιχειρήσει στον τόπο αυτόν, μέσω της σύστασης νεοφυών επιχειρήσεων ή μέσω της σύμπραξης με ήδη υπάρχουσες.
Στο παρόν άρθρο, θα γίνει μια προσπάθεια εμπέδωσης της αναγκαιότητας της άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ελληνική ύπαιθρο. Επιπλέον θα τονιστούν τα πλεονεκτήματα αυτής, με ιδιαίτερη αναφορά στην περίπτωση του τουρισμού. Τέλος, θα καταγραφούν κάποιες προτάσεις για κρατικά κίνητρα που μπορούν να ενισχύσουν την επιχειρηματικότητα στην ύπαιθρο, ενώ στο τέλος θα εξαχθούν κάποια συμπεράσματα.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. η ύπαιθρος στην χώρα μας καλύπτει περισσότερο από το 80% της έκτασης στο σύνολο. Το γεγονός αυτό αποτελεί δείκτη της ιδιαίτερης θέσης που πρέπει να έχει στα πολιτικά και επιχειρηματικά πλάνα της χώρας μας. Ωστόσο η επιχειρηματικότητα σε τέτοιες περιοχές είναι ιδιαίτερα περιορισμένη, με την τάση αυτή να εμφανίζεται και στις αγροτικές δραστηριότητες λόγω της παγκοσμιοποίησης και του εξωχώριου ανταγωνισμού.
Φυσικά, η ανάπτυξη της οικονομίας μιας χώρας πρέπει να είναι ισομερής, ώστε να επιτευχθεί η ευημερία και οικονομική ανάκαμψη του πληθυσμού. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου περιφέρειες όπως αυτή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης αλλά και της Ηπείρου ανήκουν στις φτωχότερες περιφέρειες της Ευρώπης με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους σε σχέση με τον μέσο όρο της κοινότητας να κυμαίνεται μεταξύ 50-51% (Eurostat, 2014). Δυστυχώς όμως, μόνο οι μισές από τις ελληνικές περιφέρειες φαίνεται να είναι αρκετά ώριμες ώστε να διαμορφώσουν πολιτικές καινοτομίας και επιχειρηματικότητας, αλλά και να δημιουργήσουν τους απαραίτητους μηχανισμούς στήριξης αυτών. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις πυκνοκατοικημένες περιοχές και στα αστικά κέντρα λόγω της συγκέντρωσης των ερευνητών και των επιστημόνων σε αυτές (Καραγιάννης και Μπακούρος, 2010).
Όμως ο κόσμος μας όπως φαίνεται αλλάζει, χωρίς πισωγύρισμα. Η κλιματική αλλαγή επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από την αστικοποίηση που συνεχίζει να συμβαίνει τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας. Αντίθετα, η ελληνική ύπαιθρος που έχει σημαντικές προοπτικές και υλική αφθονία εγκαταλείπεται, με τους περισσότερους μόνιμους κατοίκους πλέον να βρίσκονται σε μεγάλες ηλικιακές ομάδες, παράγοντας πολύ περιορισμένο πλούτο.
Επιτακτική λοιπόν είναι η ανάγκη καθιέρωσης ενός νέου τρόπου σκέψης στην άσκηση πολιτικής και επιχειρηματικότητας, με χαρακτήρα αποκέντρωσης, που θα παράγει πολύπλευρα θετικά αποτελέσματα, όπως ο περιορισμός της ρύπανσης του περιβάλλοντος, η στήριξη και οικονομική ανάκαμψη της ελληνικής υπαίθρου, η επιστροφή των νέων στον τόπο τους ώστε να επιχειρήσουν κ.ά.. Για να υπάρξουν άμεσα αποτελέσματα προς αυτήν την κατεύθυνση, η στήριξη και παροχή κινήτρων για την νεοφυή επιχειρηματικότητα φαίνεται να είναι η πιο ορθή στρατηγική. Σε αντίθεση με μεγάλες επενδύσεις έργων από διεθνείς και εγχώριες εταιρίες όπου απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα και γραφειοκρατικές διαδικασίες, η επιχειρηματικότητα αυτού του είδους απαιτεί μικρά κεφάλαια (π.χ. σύσταση ΙΚΕ με μηδενικό αρχικό κεφάλαιο), και με τις απαραίτητες προοπτικές που θα δημιουργηθούν στην ύπαιθρο, δύναται να προσελκυσθεί μεγάλος αριθμός επιχειρηματιών.
Εάν προσεγγιστεί το θέμα ανθρωποκεντρικά, η ποιότητα ζωής και η καθημερινότητα στην ελληνική ύπαιθρο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με τους γρήγορους και στρεσογόνους ρυθμούς των αστικών κέντρων. Επιπλέον, οι προσωπικές σχέσεις των ανθρώπων, η κοινωνική συναναστροφή και οι ποιοτικές πρώτες ύλες των καταναλωτικών αγαθών δρουν θετικά στην υγεία και την ψυχοσύνθεση των κατοίκων αυτών των περιοχών. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί η παρουσία των Άτυπων Κοινωνικών Δικτύων στην ύπαιθρο. Ο ρόλος που έχουν οι φίλοι και οι οικογένειες είναι ιδιαίτερα σημαντικές στο πρώιμο στάδιο της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Ακόμα, στις περιοχές της ελληνικής υπαίθρου συνήθως υπάρχει «αφθονία» και ανώτερη ποιότητα στις Α’ ύλες. Το γεγονός αυτό μπορεί να θεωρηθεί ισχυρό κίνητρο για τις παραγωγικές και μεταποιητικές μονάδες ανεξαρτήτως μεγέθους επιχείρησης, καθώς εκτός της ποιότητας, το οικονομικό κόστος θα είναι χαμηλότερο λόγω του ανύπαρκτου κόστους μεταφοράς των προαναφερόμενων αγαθών. Επιπροσθέτως, ακόμα ένα σημαντικό πλεονέκτημα για την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ύπαιθρο, ειδικότερα για μια νεοφυή επιχείρηση με περιορισμένο αρχικό κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι τα τέλη (είτε πρόκειται για δημοτικά τέλη, φόρο ακίνητης περιουσίας είτε για λογαριασμούς Δημόσιων Επιχειρήσεων και Οργανισμών) είναι σημαντικά χαμηλότερα από ότι στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το κόστος περιορίζεται επίσης μιας και η γη ή τα γραφεία/οικίες αλλά και το μισθολογικό κόστος σε τέτοιες περιοχές είναι σημαντικά χαμηλότερο από ότι σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως η παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας είναι πολύ περιορισμένη καθώς βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τουριστικό τομέα. Όμως παρόλο που η Ελλάδα είναι παράκτια χώρα, διαθέτει τεράστιους όγκους ορεινών περιοχών, περισσότερα από 16.000 χιλιόμετρα ακτογραμμής και περισσότερα από 6000 νησιά, νησάκια και βραχώδη νησιά, από τα οποία κατοικούνται περισσότερα από 230. Όμως παρόλη την ποικιλομορφία της Ελλάδας σε αξιοποιήσιμα μέρη, ο τουρισμός περιορίζεται στους καλοκαιρινούς μήνες και προσανατολίζεται θάλασσα, ειδικότερα σε πυκνοκατοικημένα νησιά. Αυτή η προσέγγιση του ελληνικού τουρισμού πρέπει να αναθεωρηθεί, καθώς ο ορεινός όγκος της Ελλάδας, αλλά και τα απομακρυσμένα ελληνικά νησιά, διαθέτουν φυσικό πλούτο και αξιοποιήσιμα μέρη που δύνανται να ενισχύσουν σημαντικά την οικονομία της χώρας, αλλά και ειδικότερα τους κατοίκους αυτών των περιοχών, οι οποίοι επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν επιχειρηματικά στον τόπο τους. Τα κίνητρά τους όμως από κρατικής σκοπιάς είναι ελλιπή. Τέλος, αξίζει να αναφερθεί η τεράστια προοπτική που έχει ο θρησκευτικός τουρισμός στην χώρα μας. Από το όρος Άθως, τις βυζαντινές εκκλησίες μέχρι τα απόμακρα μοναστήρια, οι επιλογές που προσφέρονται σε έναν ενδιαφερόμενο τουρίστα αυτής της κατηγορίας είναι αμέτρητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αναξιοποίητου, τουριστικά, μοναστηριού, αλλά με τεράστιο πολιτιστικό, ιστορικό και θρησκευτικό υπόβαθρο αποτελεί η Ιερά Μονή Σέλτσου.
Δυστυχώς όμως εκτός από τα σημαντικά πλεονεκτήματα που επέχει η άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας (παροχή υπηρεσιών, εμπόριο ή παραγωγή/μεταποίηση) στην ελληνική ύπαιθρο, παρατηρούνται και σημαντικά προβλήματα όπως η έλλειψη υποδομών, η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, το δυσβάσταχτο κόστος μεταφοράς μιας επιχειρηματικής έδρας, η περιορισμένη ζήτηση κ.ά.
Κάποιες από τις προτάσεις για κρατικά κίνητρα και μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν την αύξηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στην ελληνική ύπαιθρο είναι οι εξής:
• Παροχή Voucher (κουπονιών) τουρισμού στους πληττόμενους από την υγειονομική κρίση για διαμονή σε καταλύματα που ανήκουν σε περιοχές με κατοίκους λιγότερους από 100/km².
• Αύξηση των κονδυλίων των προγραμμάτων ΕΣΠΑ που προορίζονται για τις ορεινές περιοχές και την ελληνική ύπαιθρο.
• Βελτίωση των οδικών δικτύων σε απομακρυσμένες περιοχές για την διευκόλυνση των δικτύων διανομής.
• Άμεση ένταξη των απομακρυσμένων περιοχών της ελληνικής υπαίθρου στο δίκτυο 5g, ώστε να μπορέσουν να υποστηριχθούν τεχνολογικές επενδύσεις.
• Επαναπροσδιορισμός του «Ελληνικού Brand Name», μέσω αξιοποίησης του διαφοροποιημένου Μάρκετινγκ για την ελληνική ύπαιθρο.
• Φορολογικά κίνητρα και επιχορηγήσεις για νεοσύστατες επιχειρήσεις σε περιοχές με κατοίκους λιγότερους από 100/km² (φοροαπαλλαγή για τα πρώτα 3 χρόνια λειτουργίας και κάλυψη ασφαλιστικών εισφορών για νεοπροσλαμβανόμενους μέχρι τα 3 άτομα).
• Παροχή Golden Visa για επενδυτές του εξωτερικού σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας
• Επιδότηση στην αγορά τεχνολογικού εξοπλισμού για εταιρίες του εξωτερικού που συστήνουν υποκαταστήματα στην ελληνική ύπαιθρο (με σκοπό την δημιουργία τεχνολογικών κέντρων).
• Εξειδικευμένη εκπαίδευση και κατάρτιση των μονίμων κατοίκων των περιοχών αυτών ώστε να δύνανται να στελεχώσουν τις επιχειρήσεις.
• Δημιουργία υποδομών υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας, πολιτισμού και κοινωνικοποίησης σε συνεργασία με τους Δήμους για την βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων στις περιοχές αυτές.
• Ανάδειξη του θρησκευτικού τουρισμού, υλοποίηση επενδύσεων και εκστρατείες προώθησής του στο εξωτερικό και σύσταση υφυπουργείου θρησκευτικού τουρισμού (στην ατζέντα του οποίου δύναται να περιλαμβάνεται ο εναλλακτικός, ο υγειονομικός τουρισμός κ.ά.).
Η κρίση που βιώνουμε θα είναι γενεσιουργός αιτία για πολλά προβλήματα. Προβλήματα φυσικά που θα αντιμετωπίσουν οι πληθυσμοί όλης της υφηλίου. Όμως ιδιαίτερα ζημιωμένοι θα βρεθούν οι κάτοικοι της ελληνικής υπαίθρου (ορεινών, νησιωτικών και πεδινών) περιοχών. Από την μία με την όλο και αυξανόμενη τάση της αστικοποίησης και από την άλλη με την αδιαφορία που παρατηρείται από τον πολιτικό αλλά και επιχειρηματικό κόσμο για τις περιοχές αυτές, το μέλλον προβλέπεται δυσοίωνο. Ωστόσο, μετά από κάθε κρίση δημιουργούνται ευκαιρίες οι οποίες πρέπει να αξιοποιηθούν σωστά. Μία από αυτές είναι η αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίον αντιμετωπίζεται η ελληνική ύπαιθρος επιχειρηματικά. Εάν, επαναπροσεγγιστεί το ζήτημα σωστά, και δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες αλλά και τα κατάλληλα κίνητρα στους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες/επενδυτές, θα είναι πλέον δυνατή η ισομερής ανάπτυξη των περιοχών μιας χώρας όπως η Ελλάδα, αλλά και η βελτίωση της ποιότητας της ζωής των κατοίκων των περιοχών αυτών, όπως και όσων επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτές.
