
Γράφει ο Γιάννης Τζαμπούρας*
Από το 1875 κι έπειτα η χώρα αποκτά μια σταθερότητα στην πολιτική ζωή και μία -έστω και φαινομενική- οικονομική ευημερία. Το σημαντικότερο γεγονός για τη δεκαετία του 1880 είναι η προσάρτηση της Θεσσαλίας. «Η συμφωνία της Κωνσταντινούπολης (Μάρτης 1881), που επικυρώθηκε με τη Σύμβαση της 2ης Ιουλίου 1881 ανάμεσα στην Τουρκία και στην Ελλάδα, έδινε στην τελευταία τη Θεσσαλία και το νομό της Άρτας, έναντι ορισμένων οικονομικών υποχρεώσεων προς την Τουρκία και αποζημίωσης των τουρκικών περιουσιών που βρίσκονταν στις ανακτημένες περιοχές».
Πολύ ουσιαστικοί είναι οι μετασχηματισμοί της ίδιας της κοινωνίας με την συνεχώς εντεινόμενη αστικοποίηση, την εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, που γίνεται πιο περίπλοκος, ενώ νέα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα αρχίζουν να αναδύονται. Ο Τρικούπης από την άνοιξη του 1882 είναι ο κυβερνήτης της χώρας και θα παραμείνει για περίπου 13 χρόνια με βραχύβια κενά. Αυτό του δίνει την ευκαιρία να εφαρμόσει σχεδόν απερίσπαστος τα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Η διεύρυνση του οδικού δικτύου που μεταξύ των ετών 1867 και 1909 υπερπενταπλασιάζεται, η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, τα δημόσια έργα, η διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου (1882-1893), η επισκευή των λιμανιών δημιουργούν τις κατάλληλες συνθήκες για την περαιτέρω ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας. Η προσάρτηση του θεσσαλικού κάμπου, παρά τα όποια προβλήματα, αυξάνει αισθητά και την αγροτική παραγωγή και συνακολούθως τα εξαγώγιμα προϊόντα.
Οι πολιτικές συνθήκες δεν είναι όμως καθόλου φιλειρηνικές, πολύ τακτικά υπάρχουν περιστατικά που απαιτούν την τόνωση του εθνικού αισθήματος στο λαό. Ένα από τα πιο σημαντικά αυτή της περιόδου είναι όταν «η πέραν του Αίμου Βουλγαρία ανήγγειλε την πραξικοπηματική προσάρτηση της εντεύθεν του Αίμου “Ανατολικής Ρωμυλίας” (6 Σεπτεμβρίου 1885). […] Στην περιοχή της Φιλιππουπόλεως είχαν ήδη ξεσπάσει ανθελληνικές ταραχές από τις 23 Απριλίου 1885. Ο Δηλιγιάννης είχε προσπαθήσει να μειώσει τη σημασία των γεγονότων. Όμως αυτή τη φορά βρισκόταν μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός. […] Από τις άμεσα ενδιαφερόμενες βαλκανικές χώρες η αντίδραση Σβορώνος (1983), σ. 107-108. «Χρυσοβαλάντου Λειβαδίτου», «Η λογοτεχνία στην εφημερίδα Ακρόπολις (1883-1889)» Διπλωματική Εργασία ήταν ακόμα πιο βίαιη. Τόσο οι Σέρβοι, όσο και οι Έλληνες θεώρησαν ότι η βουλγαρική ενέργεια στρεφόταν εναντίον τους, γιατί μετέβαλε το status quo της Συνθήκης του Βερολίνου.[…]
Όμως αυτοί που θεώρησαν ότι θίγονται περισσότερο από όλους ήταν οι Έλληνες. Ο ελληνικός χαρακτήρας της Ρωμυλίας και των κατοίκων της, όπως και η στρατηγική της θέση για την απελευθέρωση της Μακεδονίας δημιούργησαν μια χωρίς προηγούμενο πανεθνική κινητοποίηση. Οι πιο αδιάλλακτοι ήταν οι Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως, οι οποίοι προσπαθούσαν να πείσουν την Τουρκία να κηρύξει τον πόλεμο στη Βουλγαρία. Στην Αθήνα, πραγματοποιούνταν καθημερινά διαδηλώσεις κατά της βουλγαρικής προσαρτήσεως και υπέρ της στρατιωτικής επεμβάσεως στην Ήπειρο».
Ο τότε πρωθυπουργός της χώρας, Θεόδωρος Δηλιγιάννης, κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης τόλμησε να απειλήσει την Τουρκία με πόλεμο, αν δε παραχωρούνταν στην Ελλάδα το τμήμα της Ηπείρου που είχε επιδικαστεί από το Συνέδριο του Βερολίνου και το οποίο όμως η Τουρκία δεν είχε παραχωρήσει κατά τη ρύθμιση του 1881. Η χώρα βρισκόταν πλέον εν μέσω πολεμικών προπαρασκευών όμως ο πρωθυπουργός δεν σκόπευε να φτάσει ως τη στρατιωτική αναμέτρηση. Αυτή η «ένοπλη επαιτεία» ή «ειρηνοπόλεμος», όπως ονομάστηκε, βρήκε απέναντί της μία Αγγλία εχθρική, τη Γερμανία, την Ιταλία και την Αυστρία αδιάφορες, τη Γαλλία να αμφιγνωμονεί και τη Ρωσία να μη λαμβάνει ξεκάθαρη θέση. Εντέλει, οι έξι Δυνάμεις (Αγγλία, Γερμανία, Ιταλία, Αυστρία, Γαλλία, Ρωσία) ως απάντηση στην πολιτική του Δηλιγιάννη τού επέδωσαν προειδοποιητική διακοίνωση να μην διαταράσσει την ειρήνη στην Ανατολή.
Στη συνέχεια, οι πέντε Δυνάμεις (εκτός της Γαλλίας) μετά από ακόμα μία αποτυχημένη διακοίνωση, όπου ο πρωθυπουργός αρνήθηκε και πάλι να πραγματοποιήσει την αποστράτευση, διέταξαν τον θαλάσσιο αποκλεισμό της Ελλάδας. Ο Δηλιγιάννης βρίσκει την ευκαιρία και παραιτείται χωρίς να ατιμωθεί και μετά από αποτυχημένες προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης τον Μάιο του 1886 ο Τρικούπης πετυχαίνει την πλειοψηφία με τη στήριξη 69 βουλευτών του Δηλιγιάννη. Πριν προλάβει όμως η νέα κυβέρνηση να αναλάβει την εξουσία, τμήματα του ελληνικού στρατού εισέβαλαν στο τουρκικό έδαφος από τα θεσσαλικά σύνορα με την προτροπή των κατώτερων και πιο ευερέθιστων εθνικιστών αξιωματικών, ώστε να δημιουργηθεί τετελεσμένο γεγονός και να αποφευχθεί η αποστράτευση.
Τελικά, οι Τούρκοι κατάφεραν να αιχμαλωτίσουν 280 άνδρες από το πέμπτο ευζωνικό τάγμα στην περιοχή Κούτρας. Στις 14 Μαΐου ο Τρικούπης κήρυξε την αποστράτευση, στις 24 Μαΐου έληξε ο θαλάσσιος 19Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Νεώτερος Ελληνισμός, Από το 1881 ως το 1913, τόμος ΙΔ’ (1977), σ. 24-26. «Χρυσοβαλάντου Λειβαδίτου», «Η λογοτεχνία στην εφημερίδα Ακρόπολις (1883-1889)» Διπλωματική Εργασία 15 αποκλεισμός των Δυνάμεων και η Ελλάδα έχασε 52 εκατομμύρια δραχμές σε αυτόν τον ατιμωτικό «ειρηνοπόλεμο».
Μετά από αυτά τα γεγονότα ο Τρικούπης κυβέρνησε αδιάλειπτα μέχρι και τις 24 Οκτωβρίου του 1890 και κατάφερε έτσι να ολοκληρώσει το θεσμικό και οικονομικό του έργο20. Οι μείζονες πολιτικές εξελίξεις αποτελούν αιτία και αφορμή για να εκφράσουν κατά κύριο λόγο οι ποιητές την αγάπη τους προς τη χώρα, να εμπνεύσουν την εθνική ενότητα ή να πανηγυρίσουν ένα ευτυχές κι ελπιδοφόρο συμβάν. Γεγονότα όπως αυτά στη Φιλιππούπολη, η μάχη της Κούτρας και η μετέπειτα δίκη της Κούτρας, το Μακεδονικό ζήτημα και άλλες πολιτικοκοινωνικές εξελίξεις απασχολούν έντονα τις στήλες της εφημερίδας και αναπόφευκτα επηρεάζουν τη λογοτεχνία. Παρατηρούμε συχνά τη σύνδεση των ιστορικών συμβάντων περισσότερο με την ποίηση που φιλοξενείται στην εφημερίδα και λιγότερο με την πεζογραφία.
*Γιάννης Τζαμπούρας, Ποιητής-Χρονογράφος-Ιστορικός, μόνιμο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών [1930]