Αναρτήθηκε στις:12-02-21 14:38

Περί ποίησης, ποιητών και άλλων… δαιμόνων


Γράφει ο Αντώνης Κολιάτσος*


Ο ποιητής την άνοιξη στη γέννησή της χαίρεται

πριν της ιτιάς το κίτρινο στο πράσινο αλλάξει.

Τσιάο Μέγκ-Φού (Κινέζος Ποιητής)



Το ερώτημα είναι σύνθετο και συνιστά παγκόσμια απορία. Προφανώς τίθεται διαχρονικά και απευθύνεται κυρίως στους κατέχοντες το… άθλημα. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να απαντηθεί από τους άλλους…. Αφορά στην ωραιότερη των τεχνών, την ποίηση, τους ποιητές και τους… δαίμονες που κρύβουν μέσα τους ώστε να είναι πάντα σε δημιουργική ανησυχία. Και περισσότερο σε αυτό το, μυστηριώδες «γιατί», που κάνει τον ποιητή να γράψει…. Η αφορμή να γραφούν οι γραμμές που ακολουθούν, είναι οι πρόσφατες κυκλοφορίες των ποιητικών πονημάτων των φίλων Αρτινών δημιουργών Δ. Βλαχοπάνου και Λ. Μάλλιου αλλά και μια παλαιότερη επιθυμία δημοσιογραφικής έμμεσης αναφοράς στην προσφορά και πολλών άλλων συμπατριωτών, που διακονούν την ποίηση.

Ο γράφων ομολογεί πως δεν κατέχει το άθλημα… Δεν έχει καμία δυσκολία, ωστόσο, να συμφωνήσει με την άποψη των ειδικών, που βλέπουν την ποίηση ως μια από τις υψηλότερες και ευγενέστερες μορφές της τέχνης. Ότι η ίδια συγκαταλέγεται ανάμεσα στις λεγόμενες Καλές Τέχνες. Ότι η είναι εκεί, που η ελεύθερη και δημιουργική έκφραση του ανθρώπου επιτρέπει στον καλλιτέχνη, στον ποιητή, να αποτυπώσει μέσα από την ψυχική του κατάσταση τα συναισθήματά του, την αισθητική του και τους οραματισμούς του.

Κατά τον πρώην καθηγητή Φιλοσοφίας Παν/μίου Αθηνών, τον αείμνηστο Ι. Θεοδωρακόπουλο: «το αντικείμενο της ποίησης, το ποίημα, δεν είναι πολυτέλεια αλλά επιούσιος άρτος του πνεύματος». Ενώ ο Φρειδερίκος Νίτσε , ο προπάτορας της ιδεολογίας του υπέρ-ανθρώπου (σ. σ, τάδε έφη Ζαρατρούστας) και θεωρητικός του «μηδενισμού», με τον αφορισμό: «Έχουμε την ποίηση για να μην καταστραφούμε από τη γνώση», υποδηλώνει τον καθοριστικό ρόλο της ποίησης στην προστασία του ανθρώπου από την κατάχρηση της γνώσης Από το άλλο μέρος ο μεγάλος Αϊνστάιν, που γοητευόταν από το μυστήριο που ενυπάρχει στην τέχνη, αποφαίνεται: «ότι η ποίηση έχει μια μυστηριακή διάσταση». Ο δε μέγιστος νους του Αρχαίου Κόσμου, ο Αριστοτέλης, στο έργο του «Ποιητική», δεν διστάζει την ευχαρίστηση που νοιώθει κανείς από την επαφή του με την ποίηση, να την ανάγει στο υψηλότερο επίπεδο συναισθημάτων, χρησιμοποιώντας τον όρο ηδονή.

Γιατί, πραγματικά δεν ξέρουμε, ούτε θα μάθουμε ποτέ σε τι συνίσταται η ευχαρίστηση που δίνει ένα ωραίο ποίημα. Και έπρεπε να έρθει 2000 περίπου χρόνια μετά ο Μπλεζ Πασκάλ (σ.σ, Γάλλος Μαθηματικός, Φυσικός και συγγραφέας) να την επαναδιατυπώσει (την αριστοτέλεια ευχαρίστηση), με τον αφορισμό: «Λέμε ομορφιά της ποίησης, δε λέμε όμως ομορφιά της γεωμετρίας ή της ιατρικής. Ξέρουμε ότι αντικείμενο της γεωμετρίας είναι η απόδειξη και της ιατρικής η θεραπεία. Δεν ξέρουμε όμως σε τι συνίσταται η ευχαρίστηση, που αποτελεί το αντικείμενο ενός ωραίου ποιήματος. Δεν ξέρουμε ποιο είναι το φυσικό υπόδειγμα, που η ποίηση πρέπει να μιμηθεί», επιβεβαιώνοντας ότι η ομορφιά του (ποιήματος) είναι ασύλληπτη, θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Έτσι είναι τάχα, θα ρωτήσει κανείς, ή μήπως το φυσικό αυτό υπόδειγμα είναι πανταχού παρόν και για αυτό είναι ασύλληπτο; Μήπως γεμίζει τον κόσμο και ο ποιητής το συναντά συχνά εκεί που δεν το περίμενε;

Από το άλλο μέρος ο Γάλλος Ιμπρεσιονιστής Χρωστήρας Ευγένιος Ντελακρουά (σ.σ, εμπνεύστηκε από γεγονότα της Γαλλικής και Ελληνικής Επαναστάσεως, αποτυπώνοντάς τα, σε άφθαστης ωραιότητας δημιουργήματα), με τη δήλωση: «Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση», έρχεται με τη σειρά του και επιβεβαιώνει το παγκόσμιο εύρος της ποίησης ως καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Όμως ο ορισμός της 21η Μαρτίου, ως Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης που έγινε το 1999 με πρωτοβουλία της UNESCO (1) - ημέρα που σε μια στιγμή της ισορροπεί το φως με το σκοτάδι και κατά τον αρχαίο-ελληνικό μύθο συμβολίζει το γάμο με το θάνατο και τον τραυματικό χωρισμό της μητέρας Θεάς Δήμητρας, από την αρπαχθείσα από τον Θεό Πλούτωνα κόρη της Περσεφόνη, και την μετ’ ολίγον επανασύνδεσή τους ύστερα από συμφωνία των Θεών---σαφώς νοηματοδοτεί την ποίηση: που ταλαντεύεται ανάμεσα στο αιώνιο και στο εφήμερο, ακροβατεί ανάμεσα στο αναλλοίωτο και στο μεταβαλλόμενο, και παλινδρομεί μεταξύ του αθάνατου και του θνητού. Ενώ για κάποιους, με μεταφυσικές αντιλήψεις, (η ποίηση) να είναι ο ανθρώπινος Δούρειος ίππος, το μυστικό προγεφύρωμα ανάμεσα σ' αυτούς τους δυο κόσμους.

Ωστόσο, ξέχωρα από την οπτική θεώρησης της ευγενούς αυτής τέχνης, ένα είναι σίγουρο: Ότι η ποίηση έχει φανατικούς φίλους, αλλά και ορκισμένους εχθρούς. Ότι από την πρώτη της εμφάνιση ως την ώρα που γράφονται αυτές οι αράδες, άλλοι την είδαν «με κινούν αίτιο» τον έρωτα κι άλλοι την απόγνωση. Κάποιοι άλλοι να «αίτιο γεννιέται» και από τα δύο. Μερικοί την αγάπησαν με πάθος και άλλοι τη θεώρησαν πολυτέλεια σαλεμένων μυαλών. Ενώ νεότεροι μελετητές της, την όρισαν, ως την απλή σκέψη του ποιητή που διατρέχει το αορίστως επαναλαμβανόμενο παρελθόν, κάποτε το παρόν και το μέλλον, που οικοδομεί το προσδοκώμενο με υλικά του πραγματικού και μοιραία καταλήγει σε υποθετικούς λόγους για την περιγραφή του ιδεατού.

Ίσως για αυτό, υποστηρίζεται γενικότερα ότι δεν υπάρχει ένας οριστικός ορισμός της ποίησης. Και από ό, τι φαίνεται η αδυναμία αυτή είναι διαχρονική. Επ’ αυτού ο συγγραφέας και Ακαδημαϊκός Πέτρος Χάρης, εύστοχα παρατηρεί: «Όλοι οι ορισμοί είναι σωστοί για τα ποιήματα που γράφτηκαν, όχι για τα ποιήματα που θα γραφτούν, και που αυτά τα ίδια, με τη δική τους ιδιοτυπία, θα δώσουν έναν νέο ορισμό». Με άλλα λόγια είπε αυτό που θα έλεγε κανείς, και με το δίκιο του. Ότι, δηλαδή η ποίηση είναι κάτι τόσο μεγάλο, τόσο ασύλληπτο, ώστε και η σκέψη ακόμα να της δοθεί ένας ορισμός, είναι καθαρή ματαιοπονία, αν δεν είναι και κάποια βεβήλωση. Γιατί ο ορισμός, κάθε ορισμός έχει ως αποτέλεσμα να περιορίζει, ενώ η ποίηση θέλει να είναι απεριόριστη, χωρίς σύνορα, χωρίς όρια… Είναι, καθώς είπε ο Γάλλος λογοτέχνης Ονορέ ντε Μπαλζάκ για τη μουσική: «είναι μια άλλη ζωή μέσα στη ζωή μας».

Στην ποίηση, ωστόσο, κατά καιρούς παρατηρούνται διάφορες τεχνοτροπίες. «Κλασικισμός», «Ρομαντισμό», «Νατουραλισμός», «Ρεαλισμός» κ.ά. Για να εμφανιστεί το 1924 στη Γαλλία, ένα νέο κίνημα, ο «Υπέρ-ρεαλισμός» ή «Σουρεαλισμός», με ιδρυτή της ομώνυμης σχολής τον ψυχίατρο Αντρέ Μπρετόν. Εδώ οι σουρεαλιστές ποιητές, έχοντας αναφορές στις θεωρίες του Φρόυντ, υπερβαίνουν τον αισθητό κόσμο και έρχονται να εξωτερικεύσουν τις υποσυνείδητες ενέργειες της ψυχής. Δεν τηρούν, καμία τάξη-ακρίβεια-ενότητα-συμμετρία. και χωρίς να είναι ωσάν πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα, εξωτερικεύουν συναισθήματα με οδηγό όχι την ανθρώπινη συνείδηση, που την επιβαρύνουν οι συμβατικές δεσμεύσεις και σκοπιμότητες της καθημερινότητας, αλλά τους κρυμμένους… δαίμονες του υποσυνείδητου, από το οποίο συνήθως ξεπηδούν η κατά Φρόυντ ανθρώπινη αγνότητα και η ανιδιοτέλεια του (σουρεαλιστή) ποιητή.

Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η ποίηση ασφαλώς και είναι μια πλευρά της τέχνης, η οποία, ευτυχώς για λίγους είναι αμφιλεγόμενη, για πολλούς ίσως παραμένει… άγνωστη, αλλά για τους περισσότερους κυριολεκτικά λατρεύεται.

Η ίδια δημιουργεί μια ιδιότυπη «ποίηση-λατρεία», αισθητικά αξεπέραστη, χρονικά αναλλοίωτη, και κοινωνικά αδιάφθορη… Ξεπερνάει το κάθε μέτρο και υπερβαίνει την κάθε διάσταση. Ακόμη ανεξάρτητα αν είναι κανείς «ποίηση-λάτρης» ή «ποίηση-κλάστης», θα πρέπει να συμφωνήσει με τούτο. Ότι, δηλαδή, μπορεί η ανταμοιβή της επιστήμης να είναι η δικαίωση κόπων και προσπάθειας, να είναι η συμπλήρωση είτε η ανασκευή δοξασιών και πιστεύω, να είναι κάποιο βήμα μπροστά που επικυρώνει τη συμβολή και κατακυρώνει τον επιστήμονα. Με την ποίηση όμως η κοινή γνώμη είναι πολύ περισσότερο ευαίσθητη. Και ο ποιητής, γίνεται δικός της άνθρωπος, είναι η φωνή του λαού, είναι οι δοξασίες, τα πιστεύω του, το όνειρο, η προφητεία. Αλήθεια υπάρχει καλύτερη δικαίωση και κατακύρωση… για την ποίηση και για τον ίδιο τον ποιητή;

Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται «φωτολουσμένοι» στην ευμάρεια της κοινωνικής ευαισθησίας και στην ομορφιά της πνευματικής δημιουργίας.

Κρύβουν στην ψυχή τους ένα αδιόρατο «σημάδι» που κανείς, ίσως και οι ίδιοι, δεν υποψιάζεται… Μέχρι οι συνθήκες να το φέρουν στην επιφάνεια της ύπαρξης τους, και να το φανερώσουν με τον ψυχισμό τους, τον χαρακτήρα τους και με τα γεγονότα που υφαίνουν τον καμβά της ζωής τους.

Στο ερώτημα, πόσο ο ψυχισμός ενός ανθρώπου επηρεάζει τα γύρω του συμβαίνοντα και πόσο αυτά τον διαμορφώνουν με αδέκαστη κρίση, ο γράφων αδυνατεί να δώσει απάντηση… Άλλωστε σε μια περίοδο ηθικής «ανεστιότητας», όπου το τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης έχει βυθίσει τον κόσμο στον παραλογισμό, προτιμάει κανείς να ξανά-προστρέχει σε κάποιο μυστηριώδη προκαθορισμό, στην «ειμαρμένη», για να ξεγελά τον εαυτό του με απαντήσεις που αφήνουν ανέγγιχτο το άλυτο αίνιγμα της ζωής.

Αυτό το «σημάδι», λοιπόν, στην ψυχή του ποιητή, ίσως υπήρχε από τη γέννησή του… Ίσως εξελίχθηκε μέσα από τις δυσκολίες της ζωής του. Όμως τελικά αποκαλύφτηκε… Και την αποκάλυψη την κάνει, με τα μυστηριώδη μέσα που διαθέτει, ο ποιητικός λόγος.

Έτσι τόσο γρήγορα, όσο η διάρκεια μιας αστραπής, ο ποιητής μαζεύει μονομιάς από μέσα μας όλα τα μόρια της σκέψης, της αγάπης, της φαντασίας, της χαράς, του φόβου, του ψόγου, τον κάθε λογισμό που τον σκεπάζει το σκοτάδι… Και μας τσιγκλάει με τον «στίχο-λεκτικό» πλούτο του: να ξαναθυμηθούμε την ξεχασμένη καλοσύνη, να βγάλουμε έξω τον καταχωνιασμένο ανθρωπισμό μας, να ξαναβρούμε τη χαμένη μας αξιοπρέπεια, να ξανανιώσουμε τα σκιρτήματα της προδομένης αγάπης, να αποκαταστήσουμε την κλονισμένη πίστη, να αισθανθούμε την ανάγκη της άξαφνης λύτρωσης…

Αν κανείς, ωστόσο, δεν γνώρισε το σύνορο της ποίησης, όπως στο ΄(Μέρος Α) του υπό τον ανωτέρω τίτλο άρθρου σημειώσαμε, θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφέραμε ότι κανένας ποιητής δεν παραμέρισε άλλον ποιητή. Ο Όμηρος, λόγου χάριν δεν εξαφάνισε τον Βιργίλιο, ούτε ο Αισχύλος τον Σοφοκλή.. Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι οι Σικελοί ελευθέρωναν τους Έλληνες αιχμάλωτους, που τραγουδούσαν στίχους του Ευριπίδη. Και όταν οι Αθηναίοι έβγαιναν από το θέατρο, ύστερα από παράσταση του Αισχύλου, περνώντας έξω από τους ναούς χτυπούσαν τις ασπίδες που κρέμονταν στα τείχη και αναφωνούσαν: Πατρίδα, Πατρίδα…

Γιατί ο ποιητής δεν έχει καιρό να ασχοληθεί με μικρότητες. Γιατί αυτός έχει το προνόμιο να συνομιλεί με τα άψυχα, να τον συντροφεύουν σκιές που του μιλούν από τα πέρατα και να είναι μόνο αυτός που καταφέρνει να περιορίζει σε έναν στίχο, το απεριόριστο… Γιατί ο περίεργος αυτός δημιουργός, είναι ο εντεταλμένος της μοίρας να μας κάνει δώρο το κλειδί για να ανοίξουμε τους παράδεισους:: της ελευθερίας, της αντίστασης, της αυταπάρνησης, της φιλοπατρίας, της θυσίας, της ανθρώπινης αλληλεγγύης, της νοσταλγίας, της αγάπης, της συγκίνησης, του εφηβικού έρωτα, αλλά και της ελπίδας…

Ευτυχώς, είναι αρκετοί και είναι εκλεκτοί οι Αρτινοί μύστες αυτής της υπέροχης τέχνης, που καταφέρνουν να ιστορούν και να φιλοσοφούν… Και μέσα από τα προνομιακά μονοπάτια της έμπνευσής τους, να κάνουν το στίχο γέφυρα, που οι άκρες της: αγγίζουν: τους πόλους της φυλής μας, την ιστορία των ανθρώπων του τόπου μας, την μεγάλη προσδοκία της πανανθρώπινη αδελφοσύνη των λαών και τόσα άλλα…

Και είναι εν πολλοίς οι ίδιοι, που ως ποιητές πετυχαίνουν: να μας δέσουν με την παράδοση, να, μας μεταγγίσουν τις αρετές του ανθρώπου σε άνθρωπο, να ενώσουν σε μια ανάσα νοσταλγικές εποχές που τις χωρίζουν δεκαετίες, και να πλάσουν μυθικές εικόνες, που απέχουν αιώνες από το σήμερα.

Στην εύλογη απορία ωστόσο γιατί γράφει κανείς ποίηση, ο γράφων αφήνει να απαντήσει η ποιήτρια Vennis Mak, με τα πιο κάτω λόγια τα οποία βρήκε πραγματικά γοητευτικά: «…Αυτός που βαθιά θρηνεί, αυτός που αβίαστα χωρά σε μια τσέπη, αυτός που υψώνει το βέλος στον ουρανό και το κοιτάει μέχρι να καταλήξει μέσα του, έχει την μέγιστη ευθύνη να περιγράψει πως ένιωσε... Γράφω με έναν παλμό και μια ανάσα, ως να πέσει ξανά στην σκέψη ο κεραυνός και να γράψω τον επόμενο...».

Παρά ταύτα, δεν έλειψαν οι νεότερες αυθεντίες του πνεύματος και της τέχνης, που κατά καιρούς επιχείρησαν να απαντήσουν στα τεθέντα πιο πάνω ερωτήματα, και μάλιστα μέσα από πραγματικά περίτεχνους αφορισμούς, οι οποίοι, αν μη τι άλλο, φιλοτεχνούν αρκούντως εγκωμιαστικά το πορτρέτο της ωραιότερης των τεχνών, της ποίησης.

Αξιοσημείωτη η ρήση του Αυστριακού Ζίγκμουντ Φρόιντ: «Όπου και αν με πήγαν οι θεωρίες μου, βρήκα ότι ένας ποιητής ήδη είχε πάει εκεί», με την οποία ομολογεί ότι η ποίηση είναι απανταχού της τέχνης.

«Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό», αποφαίνεται ο Πολωνός ποιητής Τσέσλαβ Μίλος (βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας 1980).

Ενώ ο Αργεντινός λογοτέχνης και ποιητής Χόρχε Λουίς Μπόρχες, μιλώντας για την κομψοέπεια της ποίησης παρατηρεί: «Η Ποίηση θυμάται ότι ήταν μια προφορική τέχνη, προτού γίνει γραπτή τέχνη[…]. Η ομορφιά της όμως καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών».

«Η Ποίηση είναι η ζωή αποσταγμένη», θα πει στη συνέχεια ο αμερικανός ποιητής, Έζρα Πάουντ, που συμπληρώνει: «Θα όριζα, εν συντομία, την Ποίηση σαν τη ρυθμική δημιουργία της ομορφιάς». Αν κάποιος μάθει καλά Ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν ολόκληρη την Ποίηση στον Όμηρο».

Κατά τον ορισμό του Τόμας Στερνς Ελιοτ (σ.σ, Βρετανός ποιητής βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, 1948): «Η Ποίηση δεν είναι η απελευθέρωση των αισθημάτων, αλλά η δραπέτευση από τα αισθήματα. Δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά η δραπέτευση από την προσωπικότητα. Αλλά θα πρέπει κανείς να έχει αισθήματα και προσωπικότητα για να θέλει να δραπετεύσει από αυτά».

«Ρωτήστε τη σοφή την άγνοια. Είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις, αν πεις ότι η ποίηση είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο, ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας, είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα...», ήταν η απάντηση της αείμνηστης Κικής Δημουλά (σ.σ, ποιήτριας και Ακαδημαϊκού), όταν τη ρώτησαν τι είναι ποίηση.

«Η ποίηση είναι μια λύτρωση ατομική - αν όχι ανάδειξη. Μπορείς μιαν άκρη μόνο της αλήθειας να σηκώσεις, να ρίξεις λίγο φως στην πλαστογραφημένη σου ζωή», είναι η απάντηση του Τίτου Πατρίκιου, στο ίδιο ερώτημα.

«Η εκδήλωση της ποίησης είναι μια εκδήλωση μέθης, μιας τρελής μέθης της γλώσσας. Και το ποίημα το μόνο ορατό ίχνος αυτής της μέθης. Δεν είναι αποκάλυψη το ποίημα, είναι η φανέρωση της απόκρυψης, η θεωρία του μη ορατού, του μη διαθέσιμου νοήματος.Σ' αυτή τη σιωπή του νου, τη πιο βαθιά πλέον σιωπή, όπου ο λόγος αναπληρώνει τη ζωή και αναστέλλει το νόημα, η γλωσσική παράβαση του ποιήματος είναι στην πραγματικότητα μια παράβαση καθολική, μια παράβαση όλων των ανθρωπολογικών δυνατοτήτων. Ίσως το ποίημα να είναι έτσι για τον άνθρωπο αυτό το ενδεχόμενο, το μοναδικό ενδεχόμενο, ενός ακέραιου πένθους.», είναι η σχετική άποψη του ποιητή, Αποστόλη Αρτινού. Ενώ κατά τον κριτικό Τάσο Λειβαδίτη: «…H ποίηση είναι προνόμιο. Η γλώσσα φιλοξενεί τον ποιητή. Ο ποιητής οφείλει την αποθέωση. Την εκπαρθένευση, δηλαδή, κάθε τεκμηρίωσης. Και αυτό γιατί ο ποιητικός λόγος βρίσκεται πάντοτε, λίγο ή πολύ, πιο μπροστά από την πιο πρόσφατη ερμηνεία του…».

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

(1) πρόκειται για τον γνωστό μύθο, που αναφέρει την αρπαγή της Περσεφόνης, κόρης της Θεάς Γεωργίας Δήμητρας από τον Θεό του κάτω κόσμου Πλούτωνα. Και την μετέπειτα επανασύνδεση μάνας και κόρης με τη συμφωνία των δύο Θεών, που επετεύχθη με παρέμβαση το Δία, κατά την οποία: η Περσεφόνη 6 μήνες το χρόνο θα ζούσε με τη μητέρα της στον επάνω κόσμο και τον υπόλοιπο με τον Θεό του Άδη, στον κάτω κόσμο. Έκτοτε τους έξι μήνες που η Περσεφόνη βρισκόταν στον Άδη, η Δήμητρα πενθούσε και μαζί της πενθούσε και η φύση. Τα δέντρα έχαναν το φύλλωμά τους, οι καλλιέργειες ασθενούσαν και βαρύς χειμώνας έπεφτε στη γη. Όμως, όταν η Περσεφόνη επέστρεφε στη μητέρα της, η χαρά της Δήμητρας πρασίνιζε τη γη και άνθιζε τα φυτά...

(*)Το πιο πάνω άρθρο του Αντώνη Κολιάτσου, συνεργάτη του «Μ», αναρτήθηκε από τον ίδιο στο FB και πρώτο-δημοσιεύτηκε στην «ΗΧΩ Άρτας». Λόγω του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει, το άρθρο καταχωρήθηκε στην έντυπη έκδοση του "Μ" και αναρτάται σήμερα Παρασκευή στην ηλεκτρονική του έκδοση




img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ