Αναρτήθηκε στις:01-05-20 11:08

Κούρεμα, ξύρισμα… και άλλες ιστορίες της τρίχας!


Κείμενο – φωτό: Βασίλης Μαλισιόβας*


Τις προάλλες, μια γυναίκα μπροστά μου μιλούσε τόσο δυνατά στο κινητό, που ακουγόταν σε απόσταση τουλάχιστον δέκα μέτρων: «Σούλα μου, σε παρακαλώ πάρα πολύ! Δεν μπορείς να φανταστείς πώς έχω γίνει! Σαν βάβω, που λέει κι ο Νίκος! Κάτασπρο το μαλλί μου! Ναι, ναι… Ποιες ανταύγειες τώρα… Βαφή το βασικό, αλλά και κούρεμα! Θα σου δώσω τουλάχιστον τα διπλάσια, αρκεί να έρθω την πρώτη μέρα που θα ανοίξεις το κομμωτήριο!».

Φίλος μού έλεγε γελώντας προχθές: «Είναι η πρώτη φορά που ζηλεύω τους φαλακρούς! Αν μέναμε λίγες μέρες ακόμα χωρίς να κουρευτούμε, θα κινδυνεύαμε να μας θεωρήσουν αναρχικούς και να μας τραβολογάνε στο αστυνομικό τμήμα για εξακρίβωση στοιχείων»!

Είναι αλήθεια ότι το πρώτο πράγμα που θα κάνουν οι περισσότεροι όταν βγουν από το σπίτι θα είναι να πάνε κατευθείαν στο κουρείο ή στο κομμωτήριο.

Κούρεμα με την ψιλή, κουραμπέτσα, μπαρμπέρης, φαλτσέτα, μαντέκα…

Ένα ακόμη ταξίδι στον χρόνο ξεκινά!

Ο μπαρμπέρης του χωριού


Στο πλαίσιο της έρευνάς μου είχα ασχοληθεί παλαιότερα με την καταγραφή παραδοσιακών επαγγελμάτων, ένα από τα οποία ήταν και αυτό του μπαρμπέρη, δηλ. του κουρέα της παλιάς εποχής.

Στην επίσκεψή μου σε ένα κεφαλοχώρι της Ηπείρου ήμουν πραγματικά πολύ τυχερός, αφού βρήκα εν λειτουργία ένα από τα τελευταία μπαρμπέρικα, το οποίο φυσικά σήμερα έχει κλείσει.

Το πρώτο που με εντυπωσίασε ήταν η καλαίσθητη ταμπέλα (η λ. κουρείον μάλιστα με περισπωμένη!). Σάστισα. Δεν περίμενα να δω μια εικόνα τόσο όμορφη, μα και τόσο νοσταλγική, βγαλμένη θαρρείς από το πολύ μακρινό παρελθόν. Ένιωσα σαν να ταξιδεύω πολύ πίσω στον χρόνο, σαν να ζω σε μια ασπρόμαυρη ταινία.

Κάθισα για λίγο και κοίταζα αυτή την ταμπέλα που έμοιαζε με έναν πίνακα ζωγραφικής, τόσο καλλιτεχνικά ήταν τα γράμματά της.

Αλλά ήμουν πολύ τυχερός και για έναν άλλο λόγο, επειδή ήταν πολύ πρόθυμος ο κουρέας να φωτογραφηθεί μαζί με τον πελάτη του.

Όλα ήταν διαφορετικά σε σχέση με ένα σύγχρονο κουρείο: τα σύνεργα, τα καλλυντικά, κυρίως όμως η ατμόσφαιρα που σε παρέπεμπε σε άλλη εποχή.

Απαγορεύεται το κάπνισμα!


Επειδή παλιά δεν υπήρχαν σχολές κομμωτικής, ο κουρέας αυτός είχε μαθητεύσει τέσσερα ολόκληρα χρόνια δίπλα σε έναν επαγγελματία, προκειμένου να πιάσει κι αυτός ψαλίδι.

Θυμάται ότι το πρώτο πράγμα που τον ρώτησε ο «δάσκαλός» του, ο μπαρμπέρης, ήταν αν κάπνιζε. Καθώς ο συνομιλητής μου, παιδί τότε, του απάντησε αρνητικά, ο επαγγελματίας κουρέας τον κράτησε για μαθητευόμενο. «Γιατί είναι τόσο σημαντικό το να μην καπνίζει κάποιος;», τον ρωτάω, για να μου πει με ένα πλατύ χαμόγελο ο συμπαθής ηλικιωμένος: «Ο κουρέας δεν πρέπει να καπνίζει επειδή αν φουμάρει θα μυρίζουν τα ρούχα του, τα χνώτα του, τα χέρια του, αλλά και ολόκληρο το κουρείο».

«Με παραδέχτηκε ο στρατιωτικός γιατρός»


Όταν υπηρετούσε τη θητεία του ο συνομιλητής μου ήταν, φυσικά, κουρέας. Θυμάται χαρακτηριστικά ότι δεν ήξεραν όλοι την ειδικότητά του, μάλιστα τα σύνεργά του τα είχε μέσα στη χλαίνη που φορούσε.

Μια φορά, θυμάται, ήρθε ένας στρατιωτικός γιατρός να κουρευτεί, αλλά ήταν δύσπιστος ως προς το πόσο ασφαλές είναι να τον κουρέψει ο ίδιος, μάλιστα κοίταζε με λοξό μάτι τον κουρέα. «Μόλις όμως έβαλα μια πεντακάθαρη άσπρη πετσέτα γύρω από τον λαιμό του, τότε με παραδέχτηκε ότι είμαι πραγματικά πολύ καλός σε αυτό που έκανα», μου είπε.

Από τη στρατιωτική του ζωή θυμάται και κάτι άλλο. Κάποτε ο διοικητής του, ο οποίος είχε δυο μικρά αγόρια, του ζήτησε να τα κουρέψει. Έβαλε όλη την τέχνη του ο τότε στρατιώτης για να κουρέψει όσο το δυνατόν καλύτερα τα παιδάκια. Ο διοικητής όμως, στενόμυαλος και αυστηρός καθώς ήταν, μόλις τα είδε, ζήτησε από τον κουρέα... να τους τα πάρει με την ψιλή, να τα κουρέψει σαν τους φαντάρους της παλιάς εποχής. Όπως μου είπε χαρακτηριστικά: «Είχα στενοχωρηθεί πολύ τότε. Κοίταζα αυτά τα κεφαλάκια των παιδιών που τα είχα κουρέψει τόσο ωραία κι αυτός ο άνθρωπος μού ζητούσε να χαλάσω κάτι όμορφο».

Αφού τέλειωσε με το κούρεμα του πελάτη του, ο συνομιλητής μου πήρε το βαλιτσάκι με τα σύνεργά του και πήγε να κουρέψει και να ξυρίσει έναν ανήμπορο συμπολίτη του.

Και παροχή πρώτων βοηθειών!


Ενώ πλέον στα κουρεία και τα κομμωτήρια θα πρέπει να λαμβάνονται πολύ αυστηρά μέτρα για καθαριότητα και απολύμανση, η σύγκριση με το παρελθόν θυμίζει τη μέρα με τη νύχτα!

Εκτός του ότι, πριν από δεκαετίες, αρκετά συχνά το μπαρμπέρικο συστεγαζόταν με το καφενείο που διατηρούσε ο ίδιος επαγγελματίας, ο κουρέας παράλληλα με την «μπαρμπερική» πρόσφερε και άλλες υπηρεσίες, αφού ως πρακτικός γιατρός άνοιγε και απολύμαινε αποστήματα («έβγαναν τσιρίτσες/καλόγερους», δοθιήνες, δηλ. κακοφορμισμένα οζίδια του σβέρκου ή της μέσης), έριχνε βεντούζες «κοφτές» (με χρήση απολυμασμένου σε οινόπνευμα ξυραφιού) και «ανεμιστές» (δηλ. αναίμακτες), διατηρούσε σε μπουκάλι με νερό βδέλλες που χρησιμοποιούσε για αφαιμάξεις (αντιμετώπιση υπέρτασης, «για να μην τους έρθει ταμπλάς», δηλ. να μην πάθουν εγκεφαλικό).

Αλλά οι υπηρεσίες του δεν σταματούσαν εδώ… Έβγαζε με σπάγκο ή με οδοντάγρα (τανάλια) τα χαλασμένα δόντια, επανέφερε με κατάλληλες κινήσεις τα «στραμπουλισμένα» (εξαρθρωμένα) μέλη του σώματος στη θέση τους και σε πολλά σπασίματα ξαναταίριαζε τα σπασμένο κόκαλα και τα «καλάμωνε», ώσπου να ξαναδέσουν.

Μπορεί δηλ. να πει κανείς ότι στην εποχή αυτή της βαθιάς αμάθειας και ανέχειας, που ο γιατρός ήταν απελπιστικά δυσεύρετος, ο μπαρμπέρης –παρά το πρωτόγονο των ιατρικών του υπηρεσιών– ανακούφιζε τους συνανθρώπους του, μιας και σε πολλές περιπτώσεις ήταν η μόνη διαθέσιμη λύση.

Το ξύρισμα του γαμπρού


Συναφές με το επάγγελμα του μπαρμπέρη ήταν και το τελετουργικό ξύρισμα του γαμπρού, που διατηρείται και σήμερα στην Ήπειρο, σπάνια πλέον (έχω ισχυρές παιδικές μνήμες από το έθιμο αυτό).

Τα παλιά χρόνια λοιπόν, την ημέρα που θα γίνονταν τα στέφανα, ο γαμπρός καθόταν στη μέση της αυλής. Τον ξύριζε ένας αμφιθαλής, δηλ. του οποίου ζούσαν και οι δύο γονείς. Προηγούνταν ένα ολόκληρο τελετουργικό με το «κέρασμα». Πρώτος σταύρωνε ο νουνός το μέτωπο του βαφτισιμιού του και, αφού έδινε την ευχή του για καλά στέφανα και «ασήμωνε»/«σιδέρωνε» με μεταλλικό κέρμα ή άλλο χαρτονόμισμα (ακόμα και χρυσή λίρα αν ήταν «εχούμενος»), ακολουθούσαν οι γονείς, οι συγγενείς και όλοι οι παριστάμενοι.

Το τραγούδι που τραγουδάνε στο ξύρισμα του γαμπρού είναι το ακόλουθο:

«Ασπροσυννέφιασε ο ουρανός

γιατί ξυρίζεται ο ουρανός.

Ξουράφια από τα Γιάννενα

κι ακόνια απ’ την Πρέβεζα.

Για σπούδιαξε (κάνε γρήγορα), μπαρμπέρη μου,

για σπούδιαξε το χέρι σου,

έχουμε δρόμο μακρινό,

ποτάμια να διαβούμε...».

Ο λόγος σε έναν παλαίμαχο παραδοσιακό τραγουδιστή, ο οποίος είχε παρευρεθεί σε εκατοντάδες τέτοια γαμπριάτικα ξυρίσματα:

«Στου γάμου μαζώνουνταν ου κόσμους, οι συγγινείς κι οι οι φίλοι, για να τουν συντράμουν (συνοδεύσουν), να φαίνιτι μπούιου! Είχαν ένα δίσκου κι απάνου ένα πουτήρι μι νιρό για να ξιπλένει τ’ μηχανή μι του ξουράφι, τ’ φαλτσέτα, αυτός π’ θα τουν ξούριζι – έπριπι να ‘χει μάνα κι πατέρα αυτός.

Έκλαιγαν τότι ου κόσμους, οι αδιρφάδις τ’ γαμπρού κι η μάνα του, γιατί θα χώρ’ζι απ’ του σπίτι, θα να ‘φκιανε θ’κή του οικογένεια!

Σ’ αυτόν τουν δίσκου σιδέρωναν (πρόσφεραν μεταλλικό νόμισμα ως δώρο) όλοι του γαμπρό, έβανις λιπτά, κι σ’ ιμάς πο’ ’λιγαμαν του τραγούδι μάς έδουνι ό,τι είχι ευχαρίστηση.

Αφού τουν ξούρ’ζαμαν, έφευγαμαν να πάρουμι τ’ νύφη κι γύρναγαμαν πάλι μι τα πουδάρια, για να γένει τρικούβερτο γλέντι του βράδυ, ώς του προυί τ’ Δευτέρα, βάρ’γι ου ήλιους για να φύβγουμι.

Κι κουντά τουν έπαιρναν οι γ’ναίκις μέσα, για να βάλει τα καλά τα ρούχα, να κουστουμαριστεί κι ου κόσμους όξου χόρευε, απήδαγι απ’ τ’ χαρά του!».


«Θ’ αφήσω γένια και μαλλιά, για να με λένε γέρο…»


Για το θέμα της γενειάδας και του μουστακιού ζήτησα ένα σχόλιο αρχικά από έναν συνομιλητή μου ο οποίος οδεύει ολοταχώς προς τα 90 του χρόνια, μάλιστα συγκρίνει το τότε με το σήμερα:

«Στ’ μέρα τ’ θ’κιά μας ήμασταν ανθρώποι μι σέβαση, ύπαρχε ντρουπή, κουρεύουμασταν κάθι 15 μέρις, είχαμαν κουρεία στου χουριό. Σήμιρα ου κόσμους ούτε κουρεύουντι ούτι ξουρίζονται!

Όλοι έχουν ξυραφικά, αλλά δεν ξουρίζουντι, γιατί τα ’χουν σα μόδα τα γένια, τα βαρούν λίγου μι του ψαλίδι, αλλά να ξουρ’στούν όχι.

Ου μιγάλους το ’χει σι ντρουπή να βγει όξου αξούρ’στους, είνι σα να βγαίνει όξου μι τρύπια παντιλόνια. Αλλά τώρα τα πιδιά ξεσκλάν’ (σκίζουν) μαναχά τ’ς τα παντιλόνια, αλλά είνι καθαρά τουλάχιστον.

Τα παλιά τα χρόνια λιρουμένοι ήμασταν, γιατί δούλευαμαν όλη μέρα στα χουράφια, αλλά δεν κάθουμασταν πουτέ ακούρευτοι κι αξούρ’γοι».

Άλλος συνομιλητής μου περιγράφει πώς γινόταν το ξύρισμα είτε στο μπαρμπέρικο, είτε κατ’ οίκον:

«Έχ’ς ιδεί πώς ήταν τα παλιά τα ξουράφια; Είχαν θήκη για να τα βάν’ς κι τα τρόχαγις ψ’λά στου ακόνι, σα λιθάρι, για να κόβει.

Μι σαπούνι έφκιαναν σαπ’νάδα, είχαν βουρτσούλα κι μέσα σ’ ένα κυπιλλάκι ή στου πουτήρι έφκιαναν σαπ’νάδα, αφρός δεν ήταν τότι. Αυτή τ’ δ’λειά τ’ν έκανα κι ιγώ στ’ μέρα μ’. Αργότιρα βήκαν τα ξουράφια τ’ αγουραστά.

Οι μπαρμπέρ’δις είχαν φαλτσέτα, ήταν ξουράφι, έκλειγι σα σ’γιάς (είχε πτυσσόμενη λαβή για να μη μένει ανοιχτό και είναι επικίνδυνο), του καθάρ’ζαν στου χαρτί κι ματαξύρ’ζαν.

Τέτοιου είχαν οι παλιοί, είχαν ένα χαρτί ικεί που ‘χαν τουν καθρέφτη να γλέπει τα μούτρα ικειός π’ κουρεύονταν. Καθρέφτη μ’κρόν, μ’σό απ’ τ’ λάστρα απ’ του παραθύρι (σα τζάμι μικρό, περίπου 20 εκατοστών).

Οι μπαρμπέρ’δις στ’ς πόλεις κούρευαν κι ξούρ’ζαν. Στα χουριά ου κόσμους ξουρίζουνταν μαναχός του. Μαναχά τ’ς γιρόντους, τ’ς γουνέους μας ξούρ’ζαμαν, γιατί έτριμαν τα χέρια τ’ς».

Ήθελα όμως και τη γνώμη μιας γυναίκας για το ίδιο θέμα:

«Γένια όχι, δεν άφ’αν οι άντρις, μαναχά αν πένθαγι κανένας. Τι τα ‘χει τα γένια αυτός; Λυποκρατεί; (πενθεί), ρώταγαν σαν ήγλιπαν κανέναν αξούρ’στου κι είχι γένια.

Άμα ένας άντρας άφ’νι γένια, φαίνουνταν σα γέροντας. Γι’ αυτό λέει το τραγούδι, “Θ’ αφήσω γένια και μαλλιά, για να με λένε γέρο…”.

Οι άντρις άμα γύρναγαν απ’ του στρατό άφ’ναν μ’στάκι. Του μουστάκι καμπόσοι το ‘στριβαν, για να φαίνιτι όμορφο! Μ’στάκι είχαν οι πλειότιροι άντρις, μη σ’ που όλοι!

Ιμένα δε μ’ άρεγε το μ’στάκι. Κάπουτι άφ’κι κι ου άντρας μ’. “Τι έχ’ς αυτού απ’κάτου απ’ τη μύτη, σα γάνες (μουντζούρες);” Έτσι του ‘πα, τάχα ότι δεν καταλάβαινα τι ήταν. Κι αυτός ντροπιάσ’κι κι το ‘κουψι, πάει κι ξουρίσ’κι.

Απάνου απ’ τα χείλια το ‘κουβαν, για να μη μιγαλώνουν οι τρίχις. Άμα ήταν κανένας π’ π’τηδεύονταν (πιτηδεύομαι: ασχολούμαι) κι κούρευε στου χουριό, τ’ς έκουβι κι λίγου του μ’στάκι. Άμα ξάδειαζι ου άνθρουπους, τ’ς κούρευε κι τ’ς έσιαζι λίγου κι του μ’στάκι. Αλλά δεν έπιρναν λιπτά, ου ένας κούρευε τουν άλλουν».

Η μαντέκα και ο μουστακοδέτης


Οι άντρες και στα κουρεία πήγαιναν, αλλά είχαν και κάποια υποτυπώδη καλλυντικά για τα μαλλιά και το μουστάκι. Ενδιαφέρουσες οι καταγραφές:

«Για να σου πω τ’ν αλήθεια, δεν τ’ συναπάντ’σα ιγώ, αλλά θ’μάμι π’ τ’ν έλιγαν οι παλιοί. Τ’ μαντέκα τ’ν έβαναν στα μαλλιά για να κουλλάν’, να στρώνουν – τ’ν είχαν οι μπαρμπέρ’δις.

Ου ένας κούρευε τουν άλλου, δεν έπιρναν λιπτά, ώς τώρα ακόμα, γιατί δε μπόρ’γαμαν να πάμι στ’ν Άρτα».

«Τη μαντέκα τ’ν είχαν οι παλιοί κι τ’ έβαναν στο μ’στάκι, για να γυαλοκοπάει, ήταν σα λουστρίνι, γυάλιζι μαύρου μαύρου.

Αλλά οι άντρις είχαν κι το μπριγιόλι (λοσιόν παραφίνης) ή μπριγιαντίνη, τ’ν έβαναν στα μαλλιά, αυτό γυάλιζι, αλλά μοσκοβόλαγι κιόλα. Τ’ μπριγιαντίνη τ’ν είχαν οι μπαρμπέρ’δις, αλλά κι οι εχούμενοι απάνου στουν κουμό είχαν μπουκάλια μι μπριγιόλι.

Πουλλοί έβαναν πουλύ μπριγιόλι στα μαλλιά κι γυάλιζαν σα λαδουμένα πουντίκια, γι’ αυτό τ’ς έλιγαν λαδουπόντικες. Τα μπακάλικα τα πούλαγαν όλα χύμα, κι του λάδι χύμα ήταν. Έπιφταν τα πουντίκια μέσα στου λάδι κι πνίουνταν!

Του μ’στάκι τού περιποιόνταν, γιατί ρούφαγαν απ’ τ’ς μύτις (εισέπνεαν) τουν ταμπάκου (ψιλοκομμένος καπνός σαν σκόνη) κι πασαλείφουνταν στα μ’στάκια! Αντί για τσιγάρου, είχαν ταμπάκου τότι.

Στου μ’στάκι έβαναν κι μουστακοδέτη τ’ νύχτα (σαν… μάσκα, που έδενε πίσω με λαστιχάκια και χρησίμευε στο φορμάρισμα του μουστακιού), για να στέκει κολαρ’σμένο το μ’στάκι. Το χτέν’ζαν όμορφα, να μην πετάει… σα γάτος πέρα-δώθε το μ’στάκι κι γένιτι περ’γέλιου (περίγελως)! Χτέν’ζαν το μ’στάκι πουλύ όμουρφα κι απουπάνου έβαναν το μ’στακοδέτη, για να μην κουνηθεί, να μείνει έτσι ώς του προυί.

Ήταν του καμάρι τ’ άντρα του μ’στάκι. Μας έλιγι ου πατέρας:

-Αλίμονό σας! Μην κ’βιντιάσετι μι κανέναν κι μι ντρουπιάσιτι κι δε μπορώ να στρίψου του μ’στάκι!

Να κρίνει η τσιούπρα σι άντρα; Μπα…».

Από νιάτα σε γεράματα με κοτσίδες!


Θα αναρωτηθήκατε, φυσικά, τι έκανε το ωραίο φύλο της εποχής για τα μαλλιά… Οι απαντήσεις δόθηκαν αποκλειστικά από τις καθ’ ύλην αρμόδιες:

«Οι γ’ναίκις δεν κουρεύουνταν τα παλιά τα χρόνια, κουμμουτήρια δεν υπήρχαν. Οι γ’ναίκις τ’ άφ’ναν τα μαλλιά πλιξίδις. Ιδώ στα χουριά ήταν σαν προυσβουλή να κόψουν οι γ’ναίκις τα μαλλιά. Μέχρι του ’40 θ’μάμι δεν κουρεύουνταν ούτι τα κοπελάκια στο σκολειό, τα ’χαν πλιξίδις πίσου τα μαλλιά.

Άμα η γ’ναίκα ήταν κουρεμένη ή είχι κουντά τα μαλλιά, θα τ’ν παρεξήγαγι ου κόσμους, όπους κι μι τα παντιλόνια. Παλιά παλιά δεν κόταγι καμία γ’ναίκα να φουρέσει παντιλόνι. Ή να καπνίσει τσιγάρου; Αποκλείουνταν αυτό του πράμα! Δε θα ‘χε σταμό (στάση) στου σπίτι!».

«Ιγώ είχα μακριά μαλλιά, 9 γρόθια κι νια (μια) απαλάμη, έφταναν μέχρι τα γόνατα! Ξανθιά μαλλιά, λες κι τα ’χα βαμμένα! Απού τότι π’ γιννήθ’κα δεν μ’ τα ’κουψι πουτέ η μάνα μ’. Πώς λέει του τραγούδι (γαμήλιο)… “Ξύπνα, περδικομάτα μου, κι ήρθα στο μαχαλά σου, χρυσά πλεξούδια σο’ ‘φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου”… Τα πλεξούδια ήταν σαν καρφίτσις, για να βάνει η γ’ναίκα πίσω στ’ς πλιξίδις, να είνι όμορφα τα μαλλιά. Άλλη τα ‘φκιανι κότσου, άλλη τα ’χι απουλυτά, κάτου, κουτσίδις. Άμα ήμασταν μ’κρές, μας τα ‘πλεγε η μάνα μας τα μαλλιά. Τότι π’ μιγαλώναμι κι λούζουμασταν μαναχές μας, τότι τα ‘φκιαναμαν ιμείς κοτσίδις. Τότι π’ τα ‘κουψα ιγώ, μι μασκάριψι μία π’ μάθαινι να γένει κουμμώτρια, κι έβανα δυο μαντίλια, για να μη φαίνουμι π’ τα ‘κουψα. Κι έλιγι μια θεια μ’:

-Τι έκανις, μουρή! Έκουψις τα μαλλιά κι έγινις μασκαράς!

Τ’ς έρθουνταν παράξινου να ιδούν γ’ναίκα μι κουμμένα μαλλιά…».

«Τα παλιά τα χρόνια οι γ’ναίκις τα μαλλιά τα ‘πλεγαν κόσιες (πλεξούδες) κι βάρ’γαν (έφταναν) ώς τ’ μέση! Καμπόσις γ’ναίκις είχαν μιγάλις κόσιες, κόντευαν να φτάσουν καταή στου χώμα! Πώς τα ’καναν τιμάρι; (πώς μπορούσαν και τα περιποιούνταν).

Οι γ’ναίκις λούζουνταν μι αλισίβα (σταχτόνερο) κι σαπούνι πράσινου, τίπουτ’ άλλου! Έπλεγαν τα μαλλιά, χτενίζουνταν κι έβαναν τα μαντίλια. Κι άμα γένουνταν γάμους ή πανηγύρι, έμπαιναν στου χουρό! Κι οι κόσιες κρέμουνταν μια χαρά! Ήταν μεράκι π’ τα ‘χαν οι γ’ναίκις έτσι τα μαλλιά. Του ‘χαν σι καμάρι! Πέραγαν οι κουπέλις στου σουκάκι κι είχαν μαντίλια, αλλά ξιχώρ’ζαν οι κόσιες!

Δεν ήταν κουρεία για τ’ς γ’ναίκις, μαναχά για τ’ς άντρις.

Όταν πιάσ’καν (εμφανίστηκαν) τα κομμωτήρια, αρχίν’σαν κι τα ‘κουβαν οι γ’ναίκις τα μαλλιά, λίγου λίγου, χρονιά τ’ χρονιά.

Κι τώρα γλέπ’ς γ’ναίκις κι άντρις κι δεν ξιχουρίζεις… Οι γ’ναίκις έχουν τα μαλλιά σαν τ’ς άντρις κι οι άντρις έχουν κότσου! Φοράν’ μέχρι κι σκ’λαρίκια οι άντρις… Τι να πεις…

Οι παλιοί τα παρεξήγαγαν αυτά τα πράματα. Αλλά τώρα άλλαξι η ιπουχή.. Εσύ είσι… πισουδρομικιά, σ’ λένε τώρα, άμα πεις κανιά κ’βέντα.

Αλλά τι να κάνουμι… Όπους πααίνει η δ’λειά, έτσι θα πάμι ούλοι. Σβαρταριά (σέρνοντας).

Κι ιμείς κουντά τ’ς νέους παίνουμι…».

Γυναικείο κούρεμα… η πιο σκληρή τιμωρία!


Σήμερα το κούρεμα θεωρείται ένα από τα βασικότερα στοιχεία του γυναικείου καλλωπισμού, παλαιότερα όμως αυτό ήταν μια ακραία ταπείνωση!

«Στα χρόνια τα θ’κά μας δεν κουρεύουνταν καμία γ’ναίκα. Μ’κρές, μιγάλις, όλις οι γ’ναίκις είχαν πλιξίδις. Φόραγαμαν κι μαντίλια, τα μάζουναμαν τα μαλλιά γύρα απ’ του κιφάλι, φόραγαμαν κι φακιόλι άσπρου.

Άμα κουρεύουνταν καμία γ’ναίκα, θα τ’ διάβαζαν στ’ αυτί τ’ κουφού τ’ βασιλιά (παροιμιώδης φράση).

Κι οι κουπέλις απού μ’κρές δεν κουρεύονταν στα χουριά. Κι ποιος να τ’ς κούρευε; Αν ήξιρι η μάνα τ’ς κι τ’ς τα στρογγύλευε λίγου τα μαλλιά. Αλλά κουντά τ’ς τ’πλιγαν πλιξίδις.

Καλά, οι μιγάλις οι γ’ναίκις φόραγαν κιφαλουμάντ’λου, δεν έβγαιναν όξου άμα δε φόραγαν του μαντίλι. Είχαμαν κι καλαμάτις, μαντίλια παρδαλά. Οι χήρις φόραγαν μαύρη σκέπη,

Οι γριές φόραγαν κι αυτές μαύρη σκέπη, το ’δεναν μπουρμπούλι, απ’κάτου στου τσιαούλι (σαγόνι), ήταν μπουρμπουλουμένου όλου του κιφάλι κι τα τσιαούλια, ήταν μιγάλη η σκέπη, τ’ς τύλιγι.

Είχαν πλιξίδις κι οι γριές, τ’ς έπλιγαν μαναχές τ’ς, δεν ήθιλαν βόηθειου. Άμα λούζουνταν, χτινίζουνταν, έφκιαναν τ’ς πλιξίδις κι φόραγαν του μαντίλι.

Άμα ήταν καμία ακουσμένη (άμα είχε κακή φήμη για την ηθική της), τ’ν έπιανι ου πατέρας τ’ς ή ου αδιρφός τ’ς κι τ’ν κούρευε κουραμπέτσα (γουλί), για να μη ματαβγεί όξου σι κόσμου, ούτι σ’ν ικκλησιά, ούτι στ’ στράτα! Π’θινά! Έπριπι να κάτσει ένα χρόνου κλεισμένη στου σπίτι, για να μιγαλώσουν τα μαλλιά τ’ς!

Κι απ’ τα νεύρα τ’ς, άμα δεν είχαν ψαλίδι, τ’ς κουπέλις τ’ς κούρευαν όχι μαναχά μι του κουρουψάλιδου, αλλά κι μι του μαχαίρι, μι του σ’γιά»!

Σχεδόν αιωνόβια η επόμενη συνομιλήτριά μου:

«Ακούς κουμμένα μαλλιά οι γ’ναίκις! Ούτι του μανίκι ως τουν αναγκώνα (αγκώνα) δε μας άφ’νι ου πατέρας μ. Του καλό τ’ άλουγου φαίνιτι κάτου απ’ του παλιουσάμαρου, έλιγι, οι καλές κουπέλις φαίνουντι κι ας μην τα σηκώσουν τα μανίκια.

Οι κουπέλις δεν κουρεύουνταν. Ιγώ δεν κουρεύ’κα πουτέ! Πουτέ δεν έκουψα τα μαλλάκια μ’, τώρα έπισαν απ’ τα γιράματα, αλλά βάνου στικάκι κι τα κρατάου. Δεν έχου πλιξίδις, τα μαζώνου έτσι γύρα.

Όταν ήμαν κουπέλα ήμαν ξεσκούφωτη, δε φόραγα μαντίλι, κι νιόνυφη ξισκούφωτη ήμαν. Αλλά απ’ του γάμου κι δώθι φόρεσα μαντίλι κι του φόραγα κάθι μέρα, όχι κάπουτι κι πότι.

Ιγώ κι τ’ν πιθιρά μι πλιξιδούλις τ’ν ηύρα κι έτσι πέθανι, τ’ς είχι μ’κρές σαν ποντικοουρές, γιατί δεν είχι πουλλά μαλλιά, ήταν λιανούτσικις οι πλιξίδες, αφού ήταν γριά.

Άμα κανιά γ’ναίκα ήταν κρυφαγκαλιασμένη, τ’ν έπιαναν στου σπίτι κι τ’ν κούρευαν, πού θα να ‘βγαινι όξου, θα τ’ν ήβλιπαν κουρεμένη κι θα ‘λιγαν, ιτούτη έχει φίλου! Κατηγόριες! Άμα τ’ν ήγλιπι κουριμένη, ήξιρι τι τιμουρία είχι, ποιος θα τ’ν παντρεύουνταν, εξόν κι τ’ς του χάρ’ζι (δηλ. τη συγχωρούσε)».


Υπηρέτριες: οι αυτοδίδακτες κομμώτριες


Οι φτωχές γυναίκες φυσικά... έλυναν το πρόβλημα με το μαντίλι (που κάλυπτε κάθε ατέλεια), ενώ οι μεγαλοαστές είχαν τις υπηρέτριες για κομμώτριες:

«Στα παλιά τα Γιάννινα δεν είχαν κουμμουτήρια. Οι φτουχές είχαν του φακιόλι. Φόραγαν του φακιόλι κι απού μέσα τα μαλλιά ήταν αχτέν’στα, σαν τσέργα (φλοκάτη).

Αλλά οι παλιές οι φαμίλιες, τα αρχοντόσογα είχαν λιφτά κι είχαν δούλις. Άλλη για του πλύμα, άλλη για του μαγείριμα. Δεν είχαν μισθό, για ένα πιάτου φαΐ δούλευαν αυτές οι κουπέλις.

Οι κυράδις έβαναν τ’ς υπηρέτριες να τ’ς χτινίζουν, να τ’ς φκιάνουν τα μαλλιά. Κι τ’ς τα φούσκωναν, τ’ς έβαναν ψεύτικου μπουμπάρι (μπικουτί με μαλλί για να φαίνεται πιο πλούσια η κόμμωση) κι φαίνουνταν σαν τσαλαπετεινοί, με λοφίο! Φαίνουντι στ’ς φουτουγραφίες…

Κι οι μαυρο-δούλις ό,τι ήξιραν έκαναν. Αλλά ήταν καμία καλή, τ’ν φώναζαν κι άλλις οι κυράδες.

Οι αρχόντ’σσες τότι π’ γίν’καν τα κομμωτήρια, έβγαζαν τ’ν ψυχή τ’ς κομμώτριας, νόμ’ζαν ότι τ’ν έχουν δούλα κι αυτή. Μ’ τράβ’σις τα μαλλιά… Μο’ βαλις του τσιμπιδάκι άλλού… Όλο ιδιοτροπίες ήταν αυτές οι γ’ναίκις οι πλούσιες…».

Η αλληλοκουρευτική μέθοδος!


Αφού είδαμε τα της κομμωτικής ανδρών και γυναικών, ας έρθουμε και στα παιδιά. Στην εκπαίδευση παλαιότερα ήταν διαδεδομένη η αλληλοδιδακτική μέθοδος: οι μεγαλύτεροι μαθητές βοηθούσαν στα μαθήματά τους τους μικρότερους.

Κάτι αντίστοιχο όμως γινόταν και με το κούρεμα. Μαθήτρια που πήγε στο δημοτικό σχολείο στα τέλη της δεκαετίας του 1920 θυμάται:

«Τα πιδιά ποιος να τα κούρευε… Οι γουνέοι τ’ς έφευγαν κάθι μέρα απ’ του προυί για τα χωράφια κι τα γιδοπρόβατα, ό,τι είχι ου καθένας. Στο δημοτικό κούρευα τα πιδιά (αγόρια), ήμαν 9-10 χρουνών ιγώ! Είχι ου δάσκαλους μηχανή (χειροκίνητη), κι απού ένα-ένα, όξου απ’ του σχουλείου, στ’ν αυλή, είχι μια γκορτσιά (άγρια αχλαδιά) κι τ’ς έκουβα τα μαλλιά. Κουραμπέτσα! Γουλί το κιφάλι!».

Αυτό συνεχίστηκε πολύ αργότερα. Γεννηθείς το 1943 μολογάει:

«Συναμεταξύ μας κουρεύομασταν στο σχολείο. Το ένα παιδί (αγόρι) κούρευε τ’ άλλο, όποιος έπιρνι τ’ μηχανή κούρευε τ’ άλλα παιδιά, τα μιγαλύτιρα κούρευαν τα μ’κρότιρα. Τ’ μηχανή τ’ν είχι ου δάσκαλους κι μας έλιγι να κουρευτούμι, όταν μιγάλουναν λίγου τα μαλλιά. Κουρεμπέτσα ήμασταν τα σερκά. Δεν είχι κα’ένας μαλλί. Μι τ’ν ψ’λή κουρεύομασταν. Λίγο άμα μιγάλουνι του μαλλί, κάνα πόντου, ξανακουρεύουμασταν πάλι. Αλλά τα πιδιά δεν τ’ς κακουφαίνουνταν, ήταν ιντουλή αυτήνη να κουρεύουντι έτσι τα πιδιά, να μην έχουν μαλλιά. Το καλουκαίρι, αφού δεν είχαμαν σκολειό, μιγάλουναν τα μαλλιά μας, κι όταν πάιναμαν πάλι το Σεπτέμβριο, διάταζι πάλι ου δάσκαλους: Ισείς οι μιγαλύτεροι παρείτι τ’ μηχανή κι κουρέψτι τα πιδιά. Ήθιλις, δεν ήθιλις, σι κούρευαν! Δε σι ρώταγαν! Κι άμα δε κούρευε καλά ένα πιδί, δεν κοτάμαν (τολμούσαμε) απ’ του δάσκαλου να κάμουμι παράπουνα! Μας έδιρνι πουλύ ου δάσκαλους!».

Πετρέλαιο κατά της ψείρας!


Ένας εφιάλτης που έζησαν οι πρόγονοί μας ήταν κι αυτός της ψείρας και των ψύλλων. Γλυκύτατη χρονομάρτυρας θυμάται την παιδική της ηλικία:

«Τα χρόνια τα παλιά είχαμαν ψείρις όλα τα πιδιά, στου σκουλειό κι στου σπίτι. Ψείρις κι κόντις (κόνιδες: προνύμφες ψείρας).

Δεν ήταν φάρμακα τότι, σαμπουάνια κι τέτοια. Μας έλουζαν κι μας έβαναν πετρέλαιο στου κιφάλι, για να ψουφήσουν οι ψείρις. Κι βρόμαγαν όλα τα πιδιά.

Οι ψείρις δεν ξεμολεύονταν πουτέ. Είχαν πιαστεί μι τουν πόλιμου κι μι τ’ αντάρτ’κου. Όλους ου κόσμους είχι ψείρις κι ψύλλους, μ’κροί κι μιγάλοι.

Κοίταγις άμα φόραγι κανιά κουπέλα φακιόλι άσπρου πιρπάταγαν οι ψείρις αχπάνου κι τ’ν έπιανι τ’ν ψείρα μι του χέρι κι τ’ σκότουνι, έβγανι αίμα. Αφού οι ψείρις στουν άνθρουπου βουσκάν (απομυζούν).

Οι ψείρις πιάνουνταν πουλύ, γιατί δεν κουρεύουνταν ου κόσμους, ούτι άντρις, ούτι γ’ναίκις. Σεργιάναγαν ακούρευτοι. Τήραγις τ’ς άντρις κι δεν τ’ς γνώρ’ζις. Τα γένια μι κάνα ξουράφι τα κακοξούρ’ζαν, αλλά για κούρεμα, όχι! Πού να ηύρισκαν κουρέα στα χουριά μας...

Τότι που ‘μαν μ’κρή, έμπαιναν ψύλλοι στ’ αυτιά μ’, φουρφούλιαζι, φρου φρου. Φώναζα τ’ς μάνα μ’ κι έρθουνταν κι μο’ ‘ρχ’νι νιρό κι ψόφαγι ου ψύλλους. Κι κουντά τυλιόμαν μ’ ένα αντίσκηνου στου κιφάλι για να μη μπουν πάλι οι ψύλλοι στ’ αυτιά μ’. Τυραγνία λέου!

Τι είπις ισύ… Πέρασαμαν καλά ιμείς τότι που ’μασταν πιδιά;».

Το κούρεμα των αιγοπροβάτων


Θυμάμαι την πρώτη μέρα σε μονάδα του Έβρου, όταν υπηρετούσα τη θητεία μου. Ήμασταν όλοι με σφιγμένη καρδιά για το τι θα αντιμετωπίζαμε.

Στην πρώτη πρωινή αναφορά, ένα παγωμένο πρωινό του Γενάρη 1993, ένας αξιωματικός μάς ρώτησε:

-Ήταν κάποιος από εσάς κουρέας στην πολιτική του ζωή;

Αφού κανείς δεν απάντησε, συνέχισε με ένα χονδροειδέστατο χιούμορ:

-Δεν είχε κάποιος κοπάδι; Δεν ξέρει να κουρεύει γιδοπρόβατα;

Δυστυχώς το εννοούσε απολύτως αυτό που είπε, οπότε ο επίδοξος κουρέας εκπαιδεύτηκε στα κεφάλια των στρατιωτών!

Ο «κούρος» πάντως είναι μια λέξη με ιδιαίτερη σημασία για τους κτηνοτρόφους, αφού, εκτός από μια κοπιαστική δουλειά, σημαίνει κι ένα μεγάλο φαγοπότι στο τέλος…

«Οι μεγάλις οι στάνις, οι μεγαλουτσέλιγκες είχαν πουλλά πρόβατα. Για να τα κουρέψουν, μαζώνουνταν πουλλοί, βόηθαγι ου ένας τουν άλλουν.

Τα πρόβατα τα κουρεύουμι του Μάη, τότι π’ παίρει ου κιρός να ζιστάνει.

Κουρεύουν άντρις κι γ’ναίκις. Παίρουν απού ένα κουροψάλιδου κι κουρεύουν. Υπάρχει κι ένας ικεί π’ τα τροχάει, να τα ξεμουδιάσει π’ λέμε, να τ’ς βγάλει αθέρα, να ματακόψουν, γιατί στομώνουν τα ψαλίδια όπους τα ιργαλεία, όπους κι τα ξυραφάκια στομώνουν.

Δεν αρχινάμι του προυί τουν κούρο, πρέπει να ζισταθεί του μαλλί, για να κυκλοφορήσει το ψαλίδι μέσα στου μαλλί.

Ου καθένας κουρεύει μαναχός του, απού ένα πρόβατου, δεν θέλει άλλουν για βόηθειου. Μαναχά αν είνι κάνα κριάρι, θα χρειαστείς κι δεύτερουν για να του κρατάει, να μι σι κουντρήσει (κουτουλήσει), είνι ύπουλα τα κριάρια.

Εκείνοι π’ τραβάν’ (χειρίζονται) ψαλίδι θα κάμουν πέντι λιπτά του πουλύ σι κάθι πρόβατου, γιατί είνι κι αυτά ζαντζιάρ’κα (δύστροπα), άλλου κλοτσάει... Άμα είνι κα’ένας κακομοίρ’ς, αλαφρός (χαζούλης), φεύγει του πρόβατο μ’σοκουριμένου, μι τα μαλλιά σβάρα, κι κουσεύει να το πιάσει πάλι.

Άμα είνι μιγάλου του κουπάδι, μένουν κι για τ’ν άλλη μέρα πρόβατα να τα κουρέψουμι.

Όταν τα τιλειώσουμι όλα, κι άμα είνι μιγάλη η στάνη, έχουμι κι ψητό, να φάν’ όλοι.

Στα γίδια έχουμι κουρεύτρις, ντιχάλις ξύλινες, κι βάνουμι του κιφάλι για να μην απασχολούμι κόσμου».

***

Διαφορές των προτύπων ομορφιάς σε βάθος χρόνου, νοοτροπίες βαθύτατα υποτιμητικές εις βάρος των γυναικών, λέξεις παντελώς άγνωστες, ιστορίες που προκαλούν γέλιο ή και μελαγχολία…

Σε ένα ταξίδι που είχα κάνει κάποτε στο εξωτερικό, είχα παραξενευτεί από τη σύζυγο ενός Άραβα που καθόταν σε διπλανό τραπέζι και ήταν καλυμμένη με μαύρη μπούργκα, επιπλέον όμως, λόγω του πλέον αυστηρού ενδυματολογικού κώδικα, είχε… υφασμάτινο πορτάκι στο στόμα! Κάθε φορά που έτρωγε μια μπουκιά, σήκωνε το μαντιλάκι αυτό και το κατέβαζε πάλι.

Τη λέξη «μουστακοδέτης» την έχω καταγράψει εδώ και πολλά χρόνια, αλλά δεν είχα δει ποτέ πώς ήταν. Το Διαδίκτυο αποδείχθηκε για άλλη μια φορά πολύτιμος βοηθός. Αναζήτησα λοιπόν τη φωτογραφία και είδα ότι ο μουστακοδέτης μοιάζει πάρα πολύ με τη γνωστή πλέον σε όλους μας υφασμάτινη μάσκα!

Στην Ήπειρο λέμε μια πολύ εύστοχη παροιμία: «Τ’ άκουσες στη γειτονιά σου; Καρτέρα το και στη γωνιά σου». Τώρα που πλέον θα ξαναβγούμε όλοι έξω μετά τη λήξη της καραντίνας… οι μεν γυναίκες θα φοράνε κάτι που θα μοιάζει με μουστακοδέτη, οι δε άντρες το υφασμάτινο πορτάκι της μουσουλμάνας!

Κοινή γαρ η τύχη και το μέλλον αόρατον…

*Ο Βασίλης Μαλισιόβας, φιλόλογος-λαογράφος, είναι ο συντάκτης του υπό έκδοση Ηπειρώτικου Λεξικού. Το παρόν άρθρο αφιερώνεται σε όσες και όσους, παρότι έζησαν μια ταπείνωση στη ζωή τους, επέδειξαν γενναιότητα και προχώρησαν…



Email: vasilis.malisiovas@gmail.com

LinkedIn: Vasilis Malisiovas




$$«Θ’ αφήσω γένια και μαλλιά, για να με λένε γέρο…»##
Για το θέμα της γενειάδας και του μουστακιού ζήτησα ένα σχόλιο αρχικά από έναν συνομιλητή μου ο οποίος οδεύει ολοταχώς προς τα 90 του χρόνια, μάλιστα συγκρίνει το τότε με το σήμερα:

«Στ’ μέρα τ’ θ’κιά μας ήμασταν ανθρώποι μι σέβαση, ύπαρχε ντρουπή, κουρεύουμασταν κάθι 15 μέρις, είχαμαν κουρεία στου χουριό. Σήμιρα ου κόσμους ούτε κουρεύουντι ούτι ξουρίζονται!

Όλοι έχουν ξυραφικά, αλλά δεν ξουρίζουντι, γιατί τα ’χουν σα μόδα τα γένια, τα βαρούν λίγου μι του ψαλίδι, αλλά να ξουρ’στούν όχι.

Ου μιγάλους το ’χει σι ντρουπή να βγει όξου αξούρ’στους, είνι σα να βγαίνει όξου μι τρύπια παντιλόνια. Αλλά τώρα τα πιδιά ξεσκλάν’ (σκίζουν) μαναχά τ’ς τα παντιλόνια, αλλά είνι καθαρά τουλάχιστον.

Τα παλιά τα χρόνια λιρουμένοι ήμασταν, γιατί δούλευαμαν όλη μέρα στα χουράφια, αλλά δεν κάθουμασταν πουτέ ακούρευτοι κι αξούρ’γοι».

Άλλος συνομιλητής μου περιγράφει πώς γινόταν το ξύρισμα είτε στο μπαρμπέρικο, είτε κατ’ οίκον:

«Έχ’ς ιδεί πώς ήταν τα παλιά τα ξουράφια; Είχαν θήκη για να τα βάν’ς κι τα τρόχαγις ψ’λά στου ακόνι, σα λιθάρι, για να κόβει.

Μι σαπούνι έφκιαναν σαπ’νάδα, είχαν βουρτσούλα κι μέσα σ’ ένα κυπιλλάκι ή στου πουτήρι έφκιαναν σαπ’νάδα, αφρός δεν ήταν τότι. Αυτή τ’ δ’λειά τ’ν έκανα κι ιγώ στ’ μέρα μ’. Αργότιρα βήκαν τα ξουράφια τ’ αγουραστά.

Οι μπαρμπέρ’δις είχαν φαλτσέτα, ήταν ξουράφι, έκλειγι σα σ’γιάς (είχε πτυσσόμενη λαβή για να μη μένει ανοιχτό και είναι επικίνδυνο), του καθάρ’ζαν στου χαρτί κι ματαξύρ’ζαν.

Τέτοιου είχαν οι παλιοί, είχαν ένα χαρτί ικεί που ‘χαν τουν καθρέφτη να γλέπει τα μούτρα ικειός π’ κουρεύονταν. Καθρέφτη μ’κρόν, μ’σό απ’ τ’ λάστρα απ’ του παραθύρι (σα τζάμι μικρό, περίπου 20 εκατοστών).

Οι μπαρμπέρ’δις στ’ς πόλεις κούρευαν κι ξούρ’ζαν. Στα χουριά ου κόσμους ξουρίζουνταν μαναχός του. Μαναχά τ’ς γιρόντους, τ’ς γουνέους μας ξούρ’ζαμαν, γιατί έτριμαν τα χέρια τ’ς».

Ήθελα όμως και τη γνώμη μιας γυναίκας για το ίδιο θέμα:

«Γένια όχι, δεν άφ’αν οι άντρις, μαναχά αν πένθαγι κανένας. Τι τα ‘χει τα γένια αυτός; Λυποκρατεί; (πενθεί), ρώταγαν σαν ήγλιπαν κανέναν αξούρ’στου κι είχι γένια.

Άμα ένας άντρας άφ’νι γένια, φαίνουνταν σα γέροντας. Γι’ αυτό λέει το τραγούδι, “Θ’ αφήσω γένια και μαλλιά, για να με λένε γέρο…”.

Οι άντρις άμα γύρναγαν απ’ του στρατό άφ’ναν μ’στάκι. Του μουστάκι καμπόσοι το ‘στριβαν, για να φαίνιτι όμορφο! Μ’στάκι είχαν οι πλειότιροι άντρις, μη σ’ που όλοι!

Ιμένα δε μ’ άρεγε το μ’στάκι. Κάπουτι άφ’κι κι ου άντρας μ’. “Τι έχ’ς αυτού απ’κάτου απ’ τη μύτη, σα γάνες (μουντζούρες);” Έτσι του ‘πα, τάχα ότι δεν καταλάβαινα τι ήταν. Κι αυτός ντροπιάσ’κι κι το ‘κουψι, πάει κι ξουρίσ’κι.

Απάνου απ’ τα χείλια το ‘κουβαν, για να μη μιγαλώνουν οι τρίχις. Άμα ήταν κανένας π’ π’τηδεύονταν (πιτηδεύομαι: ασχολούμαι) κι κούρευε στου χουριό, τ’ς έκουβι κι λίγου του μ’στάκι. Άμα ξάδειαζι ου άνθρουπους, τ’ς κούρευε κι τ’ς έσιαζι λίγου κι του μ’στάκι. Αλλά δεν έπιρναν λιπτά, ου ένας κούρευε τουν άλλουν».

$$Η μαντέκα και ο μουστακοδέτης##
Οι άντρες και στα κουρεία πήγαιναν, αλλά είχαν και κάποια υποτυπώδη καλλυντικά για τα μαλλιά και το μουστάκι. Ενδιαφέρουσες οι καταγραφές:

«Για να σου πω τ’ν αλήθεια, δεν τ’ συναπάντ’σα ιγώ, αλλά θ’μάμι π’ τ’ν έλιγαν οι παλιοί. Τ’ μαντέκα τ’ν έβαναν στα μαλλιά για να κουλλάν’, να στρώνουν – τ’ν είχαν οι μπαρμπέρ’δις.

Ου ένας κούρευε τουν άλλου, δεν έπιρναν λιπτά, ώς τώρα ακόμα, γιατί δε μπόρ’γαμαν να πάμι στ’ν Άρτα».

«Τη μαντέκα τ’ν είχαν οι παλιοί κι τ’ έβαναν στο μ’στάκι, για να γυαλοκοπάει, ήταν σα λουστρίνι, γυάλιζι μαύρου μαύρου.

Αλλά οι άντρις είχαν κι το μπριγιόλι (λοσιόν παραφίνης) ή μπριγιαντίνη, τ’ν έβαναν στα μαλλιά, αυτό γυάλιζι, αλλά μοσκοβόλαγι κιόλα. Τ’ μπριγιαντίνη τ’ν είχαν οι μπαρμπέρ’δις, αλλά κι οι εχούμενοι απάνου στουν κουμό είχαν μπουκάλια μι μπριγιόλι.

Πουλλοί έβαναν πουλύ μπριγιόλι στα μαλλιά κι γυάλιζαν σα λαδουμένα πουντίκια, γι’ αυτό τ’ς έλιγαν λαδουπόντικες. Τα μπακάλικα τα πούλαγαν όλα χύμα, κι του λάδι χύμα ήταν. Έπιφταν τα πουντίκια μέσα στου λάδι κι πνίουνταν!

Του μ’στάκι τού περιποιόνταν, γιατί ρούφαγαν απ’ τ’ς μύτις (εισέπνεαν) τουν ταμπάκου (ψιλοκομμένος καπνός σαν σκόνη) κι πασαλείφουνταν στα μ’στάκια! Αντί για τσιγάρου, είχαν ταμπάκου τότι.

Στου μ’στάκι έβαναν κι μουστακοδέτη τ’ νύχτα (σαν… μάσκα, που έδενε πίσω με λαστιχάκια και χρησίμευε στο φορμάρισμα του μουστακιού), για να στέκει κολαρ’σμένο το μ’στάκι. Το χτέν’ζαν όμορφα, να μην πετάει… σα γάτος πέρα-δώθε το μ’στάκι κι γένιτι περ’γέλιου (περίγελως)! Χτέν’ζαν το μ’στάκι πουλύ όμουρφα κι απουπάνου έβαναν το μ’στακοδέτη, για να μην κουνηθεί, να μείνει έτσι ώς του προυί.

Ήταν του καμάρι τ’ άντρα του μ’στάκι. Μας έλιγι ου πατέρας:

-Αλίμονό σας! Μην κ’βιντιάσετι μι κανέναν κι μι ντρουπιάσιτι κι δε μπορώ να στρίψου του μ’στάκι!

Να κρίνει η τσιούπρα σι άντρα; Μπα…».

$$Από νιάτα σε γεράματα με κοτσίδες!##
Θα αναρωτηθήκατε, φυσικά, τι έκανε το ωραίο φύλο της εποχής για τα μαλλιά… Οι απαντήσεις δόθηκαν αποκλειστικά από τις καθ’ ύλην αρμόδιες:

«Οι γ’ναίκις δεν κουρεύουνταν τα παλιά τα χρόνια, κουμμουτήρια δεν υπήρχαν. Οι γ’ναίκις τ’ άφ’ναν τα μαλλιά πλιξίδις. Ιδώ στα χουριά ήταν σαν προυσβουλή να κόψουν οι γ’ναίκις τα μαλλιά. Μέχρι του ’40 θ’μάμι δεν κουρεύουνταν ούτι τα κοπελάκια στο σκολειό, τα ’χαν πλιξίδις πίσου τα μαλλιά.

Άμα η γ’ναίκα ήταν κουρεμένη ή είχι κουντά τα μαλλιά, θα τ’ν παρεξήγαγι ου κόσμους, όπους κι μι τα παντιλόνια. Παλιά παλιά δεν κόταγι καμία γ’ναίκα να φουρέσει παντιλόνι. Ή να καπνίσει τσιγάρου; Αποκλείουνταν αυτό του πράμα! Δε θα ‘χε σταμό (στάση) στου σπίτι!».

«Ιγώ είχα μακριά μαλλιά, 9 γρόθια κι νια (μια) απαλάμη, έφταναν μέχρι τα γόνατα! Ξανθιά μαλλιά, λες κι τα ’χα βαμμένα! Απού τότι π’ γιννήθ’κα δεν μ’ τα ’κουψι πουτέ η μάνα μ’. Πώς λέει του τραγούδι (γαμήλιο)… “Ξύπνα, περδικομάτα μου, κι ήρθα στο μαχαλά σου, χρυσά πλεξούδια σο’ ‘φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου”… Τα πλεξούδια ήταν σαν καρφίτσις, για να βάνει η γ’ναίκα πίσω στ’ς πλιξίδις, να είνι όμορφα τα μαλλιά. Άλλη τα ‘φκιανι κότσου, άλλη τα ’χι απουλυτά, κάτου, κουτσίδις. Άμα ήμασταν μ’κρές, μας τα ‘πλεγε η μάνα μας τα μαλλιά. Τότι π’ μιγαλώναμι κι λούζουμασταν μαναχές μας, τότι τα ‘φκιαναμαν ιμείς κοτσίδις. Τότι π’ τα ‘κουψα ιγώ, μι μασκάριψι μία π’ μάθαινι να γένει κουμμώτρια, κι έβανα δυο μαντίλια, για να μη φαίνουμι π’ τα ‘κουψα. Κι έλιγι μια θεια μ’:

-Τι έκανις, μουρή! Έκουψις τα μαλλιά κι έγινις μασκαράς!

Τ’ς έρθουνταν παράξινου να ιδούν γ’ναίκα μι κουμμένα μαλλιά…».

«Τα παλιά τα χρόνια οι γ’ναίκις τα μαλλιά τα ‘πλεγαν κόσιες (πλεξούδες) κι βάρ’γαν (έφταναν) ώς τ’ μέση! Καμπόσις γ’ναίκις είχαν μιγάλις κόσιες, κόντευαν να φτάσουν καταή στου χώμα! Πώς τα ’καναν τιμάρι; (πώς μπορούσαν και τα περιποιούνταν).

Οι γ’ναίκις λούζουνταν μι αλισίβα (σταχτόνερο) κι σαπούνι πράσινου, τίπουτ’ άλλου! Έπλεγαν τα μαλλιά, χτενίζουνταν κι έβαναν τα μαντίλια. Κι άμα γένουνταν γάμους ή πανηγύρι, έμπαιναν στου χουρό! Κι οι κόσιες κρέμουνταν μια χαρά! Ήταν μεράκι π’ τα ‘χαν οι γ’ναίκις έτσι τα μαλλιά. Του ‘χαν σι καμάρι! Πέραγαν οι κουπέλις στου σουκάκι κι είχαν μαντίλια, αλλά ξιχώρ’ζαν οι κόσιες!

Δεν ήταν κουρεία για τ’ς γ’ναίκις, μαναχά για τ’ς άντρις.

Όταν πιάσ’καν (εμφανίστηκαν) τα κομμωτήρια, αρχίν’σαν κι τα ‘κουβαν οι γ’ναίκις τα μαλλιά, λίγου λίγου, χρονιά τ’ χρονιά.

Κι τώρα γλέπ’ς γ’ναίκις κι άντρις κι δεν ξιχουρίζεις… Οι γ’ναίκις έχουν τα μαλλιά σαν τ’ς άντρις κι οι άντρις έχουν κότσου! Φοράν’ μέχρι κι σκ’λαρίκια οι άντρις… Τι να πεις…

Οι παλιοί τα παρεξήγαγαν αυτά τα πράματα. Αλλά τώρα άλλαξι η ιπουχή.. Εσύ είσι… πισουδρομικιά, σ’ λένε τώρα, άμα πεις κανιά κ’βέντα.

Αλλά τι να κάνουμι… Όπους πααίνει η δ’λειά, έτσι θα πάμι ούλοι. Σβαρταριά (σέρνοντας).

Κι ιμείς κουντά τ’ς νέους παίνουμι…».

$$Γυναικείο κούρεμα… η πιο σκληρή τιμωρία!##
Σήμερα το κούρεμα θεωρείται ένα από τα βασικότερα στοιχεία του γυναικείου καλλωπισμού, παλαιότερα όμως αυτό ήταν μια ακραία ταπείνωση!

«Στα χρόνια τα θ’κά μας δεν κουρεύουνταν καμία γ’ναίκα. Μ’κρές, μιγάλις, όλις οι γ’ναίκις είχαν πλιξίδις. Φόραγαμαν κι μαντίλια, τα μάζουναμαν τα μαλλιά γύρα απ’ του κιφάλι, φόραγαμαν κι φακιόλι άσπρου.

Άμα κουρεύουνταν καμία γ’ναίκα, θα τ’ διάβαζαν στ’ αυτί τ’ κουφού τ’ βασιλιά (παροιμιώδης φράση).

Κι οι κουπέλις απού μ’κρές δεν κουρεύονταν στα χουριά. Κι ποιος να τ’ς κούρευε; Αν ήξιρι η μάνα τ’ς κι τ’ς τα στρογγύλευε λίγου τα μαλλιά. Αλλά κουντά τ’ς τ’πλιγαν πλιξίδις.

Καλά, οι μιγάλις οι γ’ναίκις φόραγαν κιφαλουμάντ’λου, δεν έβγαιναν όξου άμα δε φόραγαν του μαντίλι. Είχαμαν κι καλαμάτις, μαντίλια παρδαλά. Οι χήρις φόραγαν μαύρη σκέπη,

Οι γριές φόραγαν κι αυτές μαύρη σκέπη, το ’δεναν μπουρμπούλι, απ’κάτου στου τσιαούλι (σαγόνι), ήταν μπουρμπουλουμένου όλου του κιφάλι κι τα τσιαούλια, ήταν μιγάλη η σκέπη, τ’ς τύλιγι.

Είχαν πλιξίδις κι οι γριές, τ’ς έπλιγαν μαναχές τ’ς, δεν ήθιλαν βόηθειου. Άμα λούζουνταν, χτινίζουνταν, έφκιαναν τ’ς πλιξίδις κι φόραγαν του μαντίλι.

Άμα ήταν καμία ακουσμένη (άμα είχε κακή φήμη για την ηθική της), τ’ν έπιανι ου πατέρας τ’ς ή ου αδιρφός τ’ς κι τ’ν κούρευε κουραμπέτσα (γουλί), για να μη ματαβγεί όξου σι κόσμου, ούτι σ’ν ικκλησιά, ούτι στ’ στράτα! Π’θινά! Έπριπι να κάτσει ένα χρόνου κλεισμένη στου σπίτι, για να μιγαλώσουν τα μαλλιά τ’ς!

Κι απ’ τα νεύρα τ’ς, άμα δεν είχαν ψαλίδι, τ’ς κουπέλις τ’ς κούρευαν όχι μαναχά μι του κουρουψάλιδου, αλλά κι μι του μαχαίρι, μι του σ’γιά»!

Σχεδόν αιωνόβια η επόμενη συνομιλήτριά μου:

«Ακούς κουμμένα μαλλιά οι γ’ναίκις! Ούτι του μανίκι ως τουν αναγκώνα (αγκώνα) δε μας άφ’νι ου πατέρας μ. Του καλό τ’ άλουγου φαίνιτι κάτου απ’ του παλιουσάμαρου, έλιγι, οι καλές κουπέλις φαίνουντι κι ας μην τα σηκώσουν τα μανίκια.

Οι κουπέλις δεν κουρεύουνταν. Ιγώ δεν κουρεύ’κα πουτέ! Πουτέ δεν έκουψα τα μαλλάκια μ’, τώρα έπισαν απ’ τα γιράματα, αλλά βάνου στικάκι κι τα κρατάου. Δεν έχου πλιξίδις, τα μαζώνου έτσι γύρα.

Όταν ήμαν κουπέλα ήμαν ξεσκούφωτη, δε φόραγα μαντίλι, κι νιόνυφη ξισκούφωτη ήμαν. Αλλά απ’ του γάμου κι δώθι φόρεσα μαντίλι κι του φόραγα κάθι μέρα, όχι κάπουτι κι πότι.

Ιγώ κι τ’ν πιθιρά μι πλιξιδούλις τ’ν ηύρα κι έτσι πέθανι, τ’ς είχι μ’κρές σαν ποντικοουρές, γιατί δεν είχι πουλλά μαλλιά, ήταν λιανούτσικις οι πλιξίδες, αφού ήταν γριά.

Άμα κανιά γ’ναίκα ήταν κρυφαγκαλιασμένη, τ’ν έπιαναν στου σπίτι κι τ’ν κούρευαν, πού θα να ‘βγαινι όξου, θα τ’ν ήβλιπαν κουρεμένη κι θα ‘λιγαν, ιτούτη έχει φίλου! Κατηγόριες! Άμα τ’ν ήγλιπι κουριμένη, ήξιρι τι τιμουρία είχι, ποιος θα τ’ν παντρεύουνταν, εξόν κι τ’ς του χάρ’ζι (δηλ. τη συγχωρούσε)».





img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ