Στο 3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη τον Απρίλιο – Άνοδος στο 4,6% στην Ελλάδα
CRM: Ψηφιακή Δικαιοσύνη και Government Cloud διαμορφώνουν το νέο πρόσωπο του Δημοσίου
HELLENiQ ENERGY: Επενδύει στη νέα γενιά με το θερινό Πρόγραμμα πρακτικής άσκησης «Empowering Interns»
Σημαντικές διακρίσεις για σχολεία της Άρτας στον τελικό του Πανελλήνιου Διαγωνισμού STEM 2026
Συνέντευξη της Ζέτας Κουντούρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη
1η Πανελλαδική Ημερίδα Διευθυντών/-τριών Εργαστηριακών Κέντρων στο Επιμελητήριο Άρτας

Του πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
Η «Ακολουθία των Παθών» της Μεγάλης Πέμπτης συνδυάζει αρμονικά τη φωνή-μαρτυρία των ευαγγελιστών για τις ιστορικές και πραγματικές λεπτομέρειες του πάθους, με την βιωματική και δοξολογική συμμετοχή του «πλήθους των πιστευσάντων», που ως ηχώ απαντά με τους ύμνους, μετά από κάθε ευαγγελικό ανάγνωσμα. Τα δώδεκα ευαγγελικά αναγνώσματα της ακολουθίας, ισάριθμα με τους αποστόλους – μάρτυρες και πηγές των Ευαγγελιστών, πλαισιώνουν το οπτικό κέντρο της ακολουθίας: την κατανυκτική μεταφορά του Σταυρωμένου και την τοποθέτησή του στο μέσο του ναού. Η μαρτυρία των Αποστόλων και η αποδοχή τους από τους πιστούς δεσπόζουν μορφολογικά στη βίωση του πάθους.
Το πάθος περιελάμβανε κάθε μορφής βία, από την ελαφρότερη σωματική (εμπυσμοί, ραπίσματα, κολαφισμοί) και ψυχολογική βία (ύβρεις, γέλωτες), το χλευασμό, την πορφυρή χλαίνη, τον κάλαμο, ως το πιο σκληρό μαρτύριο (όξος, ήλος, λόγχη) και τον πιο αργό θάνατο με τη σταύρωση. Και όλα αυτά έγιναν «νομοτύπως».
Η δίκη έγινε από το ανώτατο διοικητικό και δικαστικό σώμα, με το ελληνικό όνομα το «Μεγάλο Συνέδριο» (Σανχεντρίν). Είχε εβδομήντα ένα μέλη και πρόεδρο τον αρχιερέα. Τα μέλη ήταν: η επιτροπή που διοικούσε («οι αρχιερείς»), οι αρχηγοί των ισχυροτέρων οικογενειών («οι πρεσβύτεροι») και «οι γραμματείς» - εξηγητές του μωσαϊκού νόμου, που συχνά – πυκνά έθεταν, σαν προειδοποίηση, ερωτήματα στον Ιησού, σε όλη τη διάρκεια της δράσεώς Του. Την πλειονοψηφία είχαν αρχικά οι πρώτοι, αργότερα αυτή περιήλθε στους Φαρισαίους, «γραμματείς» εξηγητές του νόμου. Το ανώτατο τούτο όργανο συνεδρίαζε σε μία αίθουσα, στην εσωτερική αυλή του ναού του Ηρώδου. Η διαδικασία ήταν καθωρισμένη και διασώθηκε σε ειδική πραγματεία της Μίσνα, που έχει ακριβώς το όνομα του Συνεδρίου (Σανχεντρίν). Στη δικαιοδοσία του Συνεδρίου ανήκε, πριν από τη ρωμαϊκή περίοδο, η ερμηνεία και εφαρμογή του παραδοσιακού δικαίου (του μωσαϊκού Νόμου), η απόφαση για πόλεμο και ειρήνη και όλα τα θέματα θρησκευτικού και μη δικαίου. Την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας δεν είχε το Συνέδριο αρμοδιότητα σε πολιτικές αποφάσεις και δεν μπορούσε να επιβάλει, χωρίς τη συγκατάθεση του Ρωμαίου προκουράτορα, την ποινή του θανάτου.
Το Συνέδριο παρακολουθούσε, από καιρό, την αυξανόμενη απήχηση του κηρύγματος του Ιησού. Μέλη του προσπάθησαν πολλές φορές, να εξουδετερώσουν, με ερωτήματα και έλεγχο της αρμοδιότητας, το κύρος του Ιησού, αλλά χωρίς επιτυχία, όπως μαρτυρούν οι διάλογοι του Ιησού με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους στα Ευαγγέλια. Τα θέματα ήσαν θρησκευτικά και όχι πολιτικά. Και επομένως η αυθεντία, που κλονιζόταν με το κήρυγμα του Ιησού άμεσα, δεν ήταν η αυθεντία των Ρωμαίων κυριάρχων, αλλά των Ιουδαίων αρχόντων. Μια προσπάθεια να παγιδευθεί ο Ιησούς και να εκφραστεί κατά της φορολογίας, που είχαν επιβάλλει οι Ρωμαίοι, είχε οικτρά αποτυχία. Ο Ιησούς απήντησε με το περίφημο «απόδοτε ουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ». Και αυτό το στοιχείο, μαζί με πολλά άλλα, δεν ταιριάζει με την υποθετική ερμηνεία του Ιησού ως εθνικού απελευθερωτή ή κοινωνικού επαναστάτη.
Φαίνεται από τα Ευαγγέλια, ότι το κατηγορητήριο μαζί και η απόφαση είχαν ληφθεί πριν από τη σύλληψη του Ιησού. Επρόκειτο δηλαδή περί «προδιαγεγραμμένης» εξοντώσεως. Το κατηγορητήριο περιελάμβανε τις εξής θρησκευτικού περιεχομένου κατηγορίες: (α) Η παραβίαση της αργίας του Σαββάτου (ο Χριστός διεκήρυξε ότι το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο, δηλαδή ο θεσμός για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το θεσμό). (β) Η βλασφημία, γιατί στα κηρύγματά του έλεγε ότι είναι ο Υιός του Θεού.
Τις κατηγορίες αυτές προσπάθησαν να θεμελιώσουν με ψευδομάρτυρες στο σπίτι του αρχιερέα Καϊάφα και με ερωτήσεις και, ύστερα από ολονύκτια εξέταση, απέσπασαν την έμμεση ομολογία. Τις πρωινές ώρες της άλλης ημέρας συνεδρίασε το Μεγάλο Συνέδριο και εκεί έθεσαν στον Ιησού και επίσημα την κρίσιμη ερώτηση, που οδήγησε στην ομολογία (κατά Λουκά κβ΄66-71).
Ερώτηση προς τον Χριστό: «Πες μας, εσύ είσαι ο Χριστός;»
Απάντηση Χριστού: «Εάν σας πω, δεν θα με πιστέψετε και εάν σας ερωτήσω, δεν θα μου αποκριθήτε ούτε θα με απολύσετε από τώρα ο Υιός του ανθρώπου θα κάθεται εις τα δεξιά της δυνάμεως του Θεού».
Συμπερασματική ερώτηση: «Συ λοιπόν είσαι ο Υιός του Θεού».
Απάντηση του Ιησού: «Σεις λέτε ότι εγώ είμαι».
Διαπιστωτική ερώτηση: «Τι άλλη μαρτυρία μας χρειάζεται; Το ακούσαμε εμείς οι ίδιοι από το στόμα σου».
Αυτά μεν ήταν αρκετά για τους Ιουδαίους συνέδρους, αλλά ανεπαρκή για το Ρωμαίο προκουράτορα, που έπρεπε να εγκρίνει την θανατική ποινή. Γι’ αυτό στην αίτηση για την έγκριση της θανατικής ποινής αλλάζουν το κατηγορητήριο οι δύο νέες κατηγορίες είναι: (α) η φορολογική απείθεια και παρακίνηση σε απείθεια, και (β) η πρόκληση καθεστωτικού θέματος, ότι δηλαδή ο Ιησούς ηγείται αντικαθεστωτικής κινήσεως. Η δεύτερη κατηγορία απορρέει από την μεσσιανική ιδιότητα, που αρνήθηκε ότι είχε ο Ιησούς. Το παράδοξον εν προκειμένω είναι ότι ο μεν Ιούδας τον πρόδωσε, επειδή δεν ήταν ο Μεσσίας με την κοσμική διάσταση και εξουσία, το δε Συνέδριο τον καταγγέλλει γι’ αυτήν ακριβώς την ανύπαρκτη ιδιότητα. Έτσι, πιθανότατα, εξηγείται πλήρως η μεταμέλεια του Ιούδα («αμάρτησα, διότι παρέδωκα αίμα αθώον») του ήταν αδιανόητο να καταδικαστεί ο Ιησούς, με τη συμβολή του, για κάτι που δεν ήταν, δηλαδή κοσμικός Μεσσίας. Αν ήταν, δεν είχε λόγο να τον παραδώσει.
Ο Πιλάτος, μετά από μία πρόχειρη ανάκριση του Ιησού, δεν πείθεται ότι έχει εμπρός του ένα πρόσωπο, που διεκδικεί βασιλικό αξίωμα και δεν επικυρώνει την ποινή. Στηριζόμενος δε στην πληροφορία του Συνεδρίου ότι, η αναστάτωση που προκαλεί ο κατηγορούμενος άρχισε από τη Γαλιλαία και απλώθηκε σε όλη την Ιουδαία, παραπέμπει στον Ηρώδη την υπόθεση. Ο Ιησούς ως Γαλιλαίος υπήγετο στην αρμοδιότητά του, αλλά και επειδή ένας Ιουδαίος, που κατηγορείται ότι κινείται για να καταλάβει την βασιλική αρχή, απειλεί, πρωτίστως, τον θρόνο του Ηρώδη και όχι την θέση του προκουράτορα, που καθορίζεται από την Ρώμη και όχι από τα φρονήματα των κατοίκων της Παλαιστίνης.
Ο Ηρώδης φαίνεται ότι γνωρίζει πολύ καλά τους «αρχιερείς και γραμματείς» και αντιλαμβάνεται, από την δριμύτητα με την οποίαν κατηγορούν («εντόνως κατηγορούντες αυτού») τον Ιησού, ότι η υπόθεση έχει προσωπικά κίνητρα. Για τούτο, αφού φόρεσε στον Ιησού ένα λαμπρό μανδύα, σύμβολο της βασιλικής εξουσίας, για να δείξει ότι δεν παίρνει στα σοβαρά την κατηγορία, που σχετίζεται με τη διεκδίκηση της βασιλείας, τον στέλνει πίσω στον Πιλάτο. Τούτο είναι ένδειξη ότι συμφωνεί μαζί του και πως οι του Μεγάλου Συνεδρίου δεν έχουν δίκαιο. Μία λεπτομέρεια που διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, με αφορμή αυτό το γεγονός, είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτική: «την ημέρα αυτήν ο Ηρώδης και ο Πιλάτος έγιναν φίλοι μεταξύ τους προηγουμένως ήσαν εις έχθραν».
Μετά ταύτα, η διαδικασία εισέρχεται σε νέα φάση. Την πρωτοβουλία έχει ο Πιλάτος, που συγκαλεί το Συνέδριο και τους προτείνει, ως συμβιβαστική λύση, για να διασωθεί προφανώς το γόητρό τους, την επιβολή μιας τιμωρίας στον Ιησού και την ταυτόχρονη χορήγηση χάριτος, με βάση την καθιερωμένη αρχή να απολύεται ένας κατάδικος κάθε Πάσχα. Η πρόταση απορρίπτεται από τους αρχιερείς και γραμματείς του Συνεδρίου, οι οποίοι επικουρούμενοι και από ένα νέο παράγοντα, το λαό, ασκούν τρομακτική πίεση με τη φιλορωμαϊκή κινητοποίηση του λαού, το διαβόητο «λαϊκό περί δικαίου αίσθημα», που χρησιμοποιεί και την έμμεση, αλλά και σαφεστάτη απειλή κατά του προκουράτορα «εάν απολύσεις αυτόν, δεν είσαι φίλος του Καίσαρα. Όποιος κάνει τον εαυτόν του βασιλέα, αντιτίθεται προς τον Καίσαρα».
Η απειλή για αρχή σ’ ένα έγκλημα κατά του Καίσαρος (crimen majestatis) είναι αποτελεσματική και η ποινή της θανατικής καταδίκης του Ιησού επικυρώνεται. Ο Πιλάτος διατηρεί, σε μία συμβολική πράξη και με μια δήλωση, την αρχική του θέση στο ζήτημα: «είμαι αθώος από το αίμα τούτου. Είναι δική σας δουλειά». Και όλος ο λαός, σημειώνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, απαντά «το αίμα του ας βαρύνει εμάς και τα παιδιά μας».
Η απόφαση για τη θανάτωση του Ιησού σημάδεψε τον ισραηλιτικό λαό και όλα τα δεινά της ιστορίας του συσχετίστηκαν προς αυτή. Ήταν η τιμωρία του Θεού, αλλά και ανθρώπων, που κατά καιρούς ανέλαβαν με δική τους πρωτοβουλία το ρόλο του τιμωρού των Ισραηλιτών, εξυβρίζοντες και συκoφαντούντες έτσι «έργω» τον Θεάνθρωπο Ιησού. Ο Ιησούς δεν εγκατέλειψε το Ισραήλ, αλλά το Ισραήλ τον Ιησού και ανεξάρτητα από τις συνέπειες της στάσεώς τους, η επιθυμία και η αγάπη για τον κατά σάρκα λαό του δεν είχε περιορισμένη χρονικά ισχύ. Τούτο επαναλαμβάνεται και από το συμπατριώτη τους Παύλο, που από τη μία μεριά δέχεται να θυσιασθεί για χάρη τους, από την άλλη χρησιμοποιεί τις δριμύτερες των εκφράσεων για να καυτηριάσει τη στάση τους. Αν θέλαμε να αναζητήσουμε τις ρίζες του «αντισημιτισμού», στον «Εβραίο εξ Εβραίων και κατά νόμο Φαρισαίο» (Φιλιπ. γ΄ 5) απόστολο Παύλο ή στον Ιουδαίο συγγραφέα της Αποκαλύψεως (β΄ 9), και όχι στον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, όπως, αδίκως, ισχυρίζονται σύγχρονοι Ισραηλίτες, θα έπρεπε να τις δούμε.
Ο Ιησούς ως άνθρωπος ήταν Ιουδαίος, που κρίθηκε αδίκως ένοχος και σταυρώθηκε. Η νομική πλάνη ή η νομική σκευωρία, δεν δημιουργεί δικαιώματα σε άλλους λαούς, συγχρόνους ή μεταγενέστερους, επεμβάσεως και τιμωρίας. Ήταν μία εσωτερική υπόθεση, που σύμφωνα με τις ιουδαϊκές θρησκευτικές αντιλήψεις περί της αδικίας και της αμαρτίας, φέρνει ως νομοτέλεια την τιμωρία των ενόχων. Οι χριστιανοί δεχόμαστε και πιστεύουμε ότι αυτός, που ανέβασαν στο σταυρό οι Ισραηλίτες εκείνης της εποχής, ήταν ο σαρκωμένος Λόγος του Θεού, αλλά αυτό δεν μας δημιουργεί ούτε την υποχρέωση ούτε το δικαίωμα της τιμωρίας των ενόχων. Παρόμοια σκέψη είναι, και ως σκέψη, αντίθεση και αρνητική του Ιησού. Η ευθύνη των Ισραηλιτών για την καταδίκη του Ιησού είναι παράδειγμα «προς αποφυγήν» και δεν δημιουργεί σε κανέναν δικαίωμα κολασμού.
Τον Ιούλιο του 1931 ο κόσμος πληροφορήθηκε ότι συνήλθε στην Ιερουσαλήμ δικαστήριο από επιφανείς Ιουδαίους νομικούς με πρόεδρο τον δρ. Veldei ssel και, μετά από τετράωρη αγόρευση του εισαγγελέως, πεντάωρη της υπερασπίσεως και πολύωρη διάσκεψη, απεφάσισε με τέσσερις ψήφους υπέρ, μία κατά, ότι ο Ιησούς ήταν αθώος. Ήταν μία τυπική δικαίωση και απαλλαγή του Ιησού από τις κατηγορίες, που σημείωσε μία νέα στάση του Ιουδαϊσμού απέναντί του. Μετά από λίγο ο Ιουδαϊσμός έζησε σ’ όλη του την φρικαλεότητα το δράμα της εξοντώσεως του αθώου από τον αντιχριστιανικό χιτλερισμό.
Η νομική πλευρά της δίκης του Ιησού προκαλεί πάντοτε το ενδιαφέρον και ανακαλύπτονται, από μεν χριστιανούς ερευνητές, παρατυπίες και παραβίαση του κώδικα ποινικής δικονομίας, που ίσχυε για το Μεγάλο Συνέδριο, από δε Ισραηλίτες νομικούς ατελής υπεράσπιση του Ιησού. Αλλά το θέμα Ιησούς δεν εξαντλείται με την αναψηλάφηση της δίκης, ή με την αθώωσή του, ύστερα από 1900 χρόνια, γιατί μένει αναπάντητο το θέμα της ουσιαστικής δικαιοσύνης. Και όπως είναι γνωστό, οι άνθρωποι δεν διαπρέπουν στην απόδοση της ουσιαστικής δικαιοσύνης.
Η βία, ψυχολογική και σωματική, και η συχνή έλλειψη ουσιαστικής δικαιοσύνης στις ανθρώπινες κοινωνίες είναι εκδηλώσεις της επιθετικότητας, που ακόμη κατευθύνει, συνειδητά ή υποσυνείδητα, την ανθρώπινη συμπεριφορά και καταστρέφει συχνά ό, τι δεν είναι βία, αλλά αγάπη, τελειότητα, ανθρωπιά.
Δικονομικές παραβάσεις της δίκης
1) Η δίκη έγινε νύχτα αντί για ημέρα
2) Η στρατιωτική κουστωδία δεν πήγε τον Χριστό στο Δικαστήριο αλλά στο πεθερό του Αρχιερέα Καϊάφα, τον Άννα, ο οποίος ήταν παλαιότερα Αρχιερέας και τον ανέκρινε χωρίς εξουσία ενώ παράλληλα οι υπηρέτες τον έβριζαν και τον έδερναν.
3) Χωρίς να προϋπάρχει σαφή κατηγορία η οποία από 2 μάρτυρες οι οποίοι θα κινούσαν τη δίκη.
4) Οι 2 μάρτυρες βρέθηκαν μετά την έναρξη της δίκης και διαστρέβλωσαν τα λόγια του Χριστού ότι θα γκρεμίσει και θα ξαναχτίσει το Ναό του Σολομώντα σε 3 ημέρες.
5) Οι μαρτυρίες κατηγορίας δεν ταίριαζαν μεταξύ τους και δόθηκαν με ταυτόχρονη παρουσία και των δύο (σύμφωνα με το Δευτερονόμιο οι μάρτυρες αυτοί έπρεπε να καταδικαστούνε σε θάνατο για την ψευδομαρτυρία τους).
6) Η απόφαση στηρίχτηκε στην ομολογία του Χριστού όταν τον ρώτησε ο Καϊάφας "εσύ είσαι ο Υιός του Θεού" και ο Χριστός απάντησε "συ είπας" καθώς και στις παράτυπες καταθέσεις των μαρτύρων.
7) Δεν υπήρξε καθόλου υπεράσπιση την οποία αναλάμβανε ένας Δικαστής
8) Ο Αρχιερέας Καϊάφας διέρρηξε τα ιμάτια του (γεγονός το οποίος απαγορεύει ο Λευϊτικός νόμος στους Ιερείς, Λευϊτικό).
9) Η ψηφοφορία των Δικαστών έγινε ταυτόχρονα ενώ έπρεπε με τη σειρά και πρώτα ο νεότερος Δικαστής για να μην επηρεαστεί από την κρίση των αρχαιότερων αλλά και μεταξύ των.
10) Μεταβολή της κατηγορίας κατά τη διάρκεια της Δίκης. Ενώ η αρχική κατηγορία ήταν ότι είπε ο Χριστός ότι θα γκρεμίσει και θα χτίσει το Ναό σε 3 μέρες εν΄τέλει καταδικάστηκε διότι ομολόγησε ότι είναι ο Υιός του Θεού, δηλαδή για βλασφημία.
Βέβαια για να θεραπευτούνε οι δικονομικές αυτές παραβάσεις και να τηρηθούνε κάπως τα προσχήματα ανέμεναν να ξημερώσει και ξανασυνεδρίασαν για να επικυρώσουνε την καταδίκη στο κτίριο του Μεγάλου Συνεδρίου. Από τα 71 μέλη του Συνεδρίου οι υποστηρικτές του Χριστού οι οποίοι μειοψήφησαν ήταν 2, ο Ιωσήφ ο Αριμαθέας και ο Νικόδημος.
Άλλες δικονομικές παραβάσεις
1) Ο κατηγορούμενος (Χριστός) ήταν δέσμιος κατά τη διάρκεια της Δίκης
2) Διαφορετική κατηγορία. Η κατηγορία στο Εβραϊκό Δικαστήριο ήταν η βλασφημία ενώ στο Ρωμαϊκό ότι προέτρεπε να μην πληρώνουνε φόρους στον Καίσαρα.
3) Εφόσον η Ρωμαϊκή Δίκη ήταν επικύρωση Εβραϊκής απόφασης έπρεπε να υπήρχανε 2 στοιχεία, γραπτή αίτηση και η Πρωτόδικη απόφαση. Τίποτα από τα δύο δεν υπήρχε.
4) Μετά την αθώωση από τον Ηρώδη οδηγήθηκε ξανά στον Πιλάτο αντί να αφεθεί ελεύθερος
5) Κακοποίηση πριν την καταδίκη (του βάλανε Βασιλικό μανδύα και τον εξευτέλισαν.
6) Τον αθωώνει ξανά ο Πιλάτος αλλά δεν τον ελευθερώνει και πάλι
Ο Πιλάτος δεν τήρησε τίποτα από όλα αυτά. Τουναντίον κατεβαίνει από το Πραιτώριο και συνομιλεί με τον κατηγορούμενο κάνοντας μια μορφή ανάκρισης. Τον ρωτάει "συ ει ο Βασιλεύ των Ιουδαίων"; Και ο Χριστός αποκρίνεται "Η Βασιλεία η εμή ουκ εστί εκ΄του κόσμου τούτου, εγώ εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον ίνα μαρτυρήσω τη αλήθεια". Ο Πιλάτος αμέσως αντιλήφθηκε ότι ο Ιησούς είναι Πνευματικός ηγέτης και όχι κοσμικός άρχοντας συνεπώς δεν ευσταθεί η κατηγορία, ο Ιησούς δεν είναι ένοχος και δεν υφίσταται αντιποίηση εξουσίας. Άρα έχουμε την 1η αθώωση από τον Πιλάτο την οποία την ανακοινώνει αλλά ο όχλος έκανε θόρυβο και επέμενε εις θάνατον.
Εν΄συνεχεία ο Πιλάτος επικαλείται τοπική αναρμοδιότητα του κατηγορουμένου (Γαλιλαία απ΄όπου καταγόταν ο Χριστός) και τον στέλνει στον Βασιλιά Ηρώδη τον Αντύπα.
Στον Ηρώδη ο Χριστός δεν δίνει καμία απάντηση και τότε ο Ηρώδης επικαλέστηκε κι αυτός τοπική αναρμοδιότητα διότι η Εβραϊκή καταδίκη έγινε έξω από τα σύνορα της Γαλιλαίας (2η αθώωση).
Αντί να αφεθεί ελεύθερος οδηγήθηκε ξανά στον Πιλάτο και του βάλανε τον Βασιλικό μανδύα και τον εξευτέλισαν. Ο Πιλάτος τότε βγαίνει ξανά έξω στο Πραιτώριο και τον ξανααθωώνει για 3η φορά επηρεασμένος και από τη σύζυγο του Αγία Πρόκλα (27 Οκτωβρίου) αλλά δεν τον απολύει. Τότε οι Εβραίοι του αποκαλύπτουνε την αλήθεια ότι το Μέγα Συνέδριο τον καταδίκασε για βλασφημία.
Ευθύς ο Πιλάτος κάνει την 7η δικονομική παράβαση, δηλ. παραβίασε τη νόμιμη αρχή του Ρωμαϊκού δικαίου "non bis in idem" δηλ. "όχι δις επί της αυτής υποθέσεως" και ξαναανακρίνει τον Χριστό για νέα αυτή τη φορά κατηγορία!!! Ο Πιλάτος συγχύστηκε και συγκλονίστηκε, ξανασυζητά με τον Χριστό και τον αθωώνει για 4η φορά!!! Το ανακοινώνει στο πλήθος και τότε οι Εβραίοι τον απειλούνε και τον πιέζουν έμμεσα λέγοντας του "εάν τούτον απολύης, ουκ ει φίλος του Καίσαρος. Πας ο Βασιλεύ εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι". Το τέχνασμα αυτό των Εβραίων προς τον Πιλάτο τον συγκλόνισε καθότι ήταν ήδη σε δυσμένεια με τον Αυτοκράτορα Τιβέριο και προτίμησε να σώσει τον εαυτό του παρά να υπερασπιστεί τη Δικαιοσύνη και ζητά νερό να νίψει τας χείρας του (5η αθώωση).
Και η 6η αθώωση του Χριστού έρχεται μετά θάνατον από τον Αυτοκράτορα Τιβέριο ο οποίος πληροφορήθηκε τα όσα παράνομα έγιναν στα Ιεροσόλυμα και ελέγχει δριμύτατα τον Πιλάτο χαρακτηρίζοντας τον ανάξιο, βέβηλο και πορωμένο "επειδή άδικον εψήφισε θάνατον κατά του Ιησού".
Η "Δίκη" αυτήν δε μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε ως Δίκη αλλά ούτε και ως παρωδία αλλά ως το μεγαλύτερο κακούργημα της ανθρωπότητας, δείγμα της μέγιστης αγνωμοσύνης του ανθρώπου και ως η μεγαλύτερη αιώνια ντροπή.
Η καταδικαστική απόφαση του Πιλάτου κατά του Ιησού Χριστού
Σε χειρόγραφο της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, που μνημονεύει και ο Αθανάσιος Υψηλάντης στο περισπούδαστο έργο του «Τα μετά την Άλωσιν» (1453-1789), αναγράφεται ότι στην Ακυληία της Ιταλίας βρέθηκε γραπτό κείμενο της καταδικαστικής απόφασης του ηγεμόνα της Ιερουσαλήμ κατά του Ιησού. Σύμφωνα με την απόφαση, ο Χριστός, ύστερα από επίμονη απαίτηση του Ιουδαϊκού Συνεδρίου, καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο. Στο κείμενο της απόφασης αναγράφονται στην αρχή στοιχεία που προσδιορίζουν τον χρόνο της έκδοσής της. Αναφέρεται έπειτα σε συγκεκριμένα ονόματα των κρατούντων τον καιρό εκείνο.
Το κείμενο της καταδικαστικής απόφασης εισέρχεται στο ουσιαστικό μέρος, που «κρίνει και καταψηφίζει» τον Χριστό «εις θάνατον». Τον χαρακτηρίζει ως επαναστάτη, ταραχοποιό, «άνθρωπον στασιώδη» εναντίον του μωσαϊκού νόμου και εναντίον του αυτοκράτορα Τιβέριου. Καθορίζει τη θανάτωσή Του διά σταυρώσεως με καρφιά. Δικαιολογεί την απόφαση αυτή με κατηγορίες κατά του Χριστού ότι τάχα προκαλούσε εξέγερση όχλου, πολλών πλουσίων και φτωχών στην Ιουδαία και κυρίως διότι εμφανιζόταν ως Υιός του Θεού και βασιλεύς του Ισραήλ. Επισημαίνει ακόμη, ως τόλμημα τη θριαμβευτική είσοδο και υποδοχή Του στα Ιεροσόλυμα, από πλήθος λαού, που τον επευφημεί ως άρχοντα νόμιμης εξουσίας. Δίνει επίσης εντολές για τη μαστίγωσή Του και τον εμπαιγμό Του, όπως να του φορέσουν πορφύρα, να τον στεφανώσουν με ακάνθινο στεφάνι και τέλος, να τον οδηγήσουν στον Γολγοθά προς τον οποίο θα πορεύεται κουβαλώντας ο ίδιος τον Σταυρό του μαρτυρικού θανάτου Του! Ας δούμε όμως πώς είναι διατυπωμένα όλα αυτά στην απόφαση του Ποντίου Πιλάτου:
[...] εν μηνί Μαρτίω ΚΓ' εγώ Πόντιος Πιλάτος, ο ηγεμών διά της βασιλείας των Ρωμαίων ένδοθεν του Πραιτωρίου της ηγεμονίας κρίνω και καταψηφίζω εις θάνατον Ιησούν τον λεγόμενον υπό του πλήθους Χριστόν Ναζωραίον και από πατρίδος Γαλιλαίας, άνθρωπον στασιώδη του νόμου του Μωσαϊκού, εναντίον του μεγαλοπρεπούς βασιλέως Τιβερίου καίσαρος. Καθορίζω και αποφασίζω διά τούτο, ότι ο θάνατος αυτού να είναι εις τον σταυρόν, όμως μετά των ήλων κατά το σύνηθες των υποδίκων, επεί συνηθροίσθη αυτός μετά πολυανθρώπων πλουσίων και πτωχών και ούτε έπαυσε συνέχειν θορύβους εν όλη τη Ιουδαία, ποιών εαυτόν Υιόν Θεού και βασιλέα του Ισραήλ, απειλών χαλασμόν της Ιερουσαλήμ και του Ιερού Ναού απαρνούμενος τον φόβον του καίσαρος, έχων έτι, τόλμην εισελθείν μετά βαΐων και θριάμβων μετά μέρους του πλήθους ώσπερ ρηξ εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ, εις τον Ιερόν Ναόν όθεν ορίζομεν τον πρώτον τον ημέτερον εκατόνταρχον Κόιντον τον Κορνήλιον συνάγειν παρρησία εις την χώραν Ιερουσαλήμ δεδεμένον, μαστιγούμενον, ενδεδυμένον πορφύραν, εστεφανωμένον
μετά ακανθίνου στεφάνου, βαστάζοντα τον ίδιον σταυρόν επί του ώμου, ίνα η παράδειγμα τοις πάσι κακοποιοίς, μεθ' ου βούλομαι συνάγεσθαι δύο ληστάς φονείς, και εξελθείν διά της πύλης Γκαπαρόλα, νυν δε Αντωνιάδα, συνάξει δε αυτόν τον Χριστόν παρρησία εις το όρος των κακούργων ονόματι Καλβάριον1, όθεν εσταυρωμένον και θανατωμένον κατά το σώμα αυτού εν τω σταυρώ εις κοινόν θέαμα πάντων των κακούργων και άνωθεν του σταυρού τεθήτω τίτλος γεγραμμένος τρισί γλώσσεσιν, Ελληνική, Ρωμαϊκή και Εβραϊστί, Ελληνιστί μεν «Ιησούς Ναζωραίος Βασιλεύς Ιουδαίων», Ρωμαϊστί, «Γιέζους Ναζωραίους Ρεξ Γιουδεόρουμ» και Εβραϊστί «Γιεσονά Νογρή Μέλεγ-Γελουντίμ», ορίζομεν δε ότι ουδείς οστιούν τάξεως, ποιότητος τολμήση απερισκέπτως να εμποδίση την τοιαύτην δίκην υπ' εμού ωρισμένην και διοικημένην και επιτελουμένην μετά πάσης σεμνότητος κατά τα ψηφίσματα και νόμους των Ρωμαίων ως Εβραίος εις ποινήν αυτομολίας τής των Ρωμαίων Βασιλείας... Ακολουθούν τα ονόματα των μαρτύρων και του νομικού «της παρούσης ποινής διά των εγκλημάτων. Νομικός Μπετ
άν».
Δριμύτατο «κατηγορώ» του Τιβέριου κατά του Ποντίου Πιλάτου
Όταν ο Τιβέριος πληροφορείται όλα αυτά τα παράνομα που είχαν συμβεί στα Ιεροσόλυμα ελέγχει δριμύτατα τον Πιλάτο. Τον χαρακτηρίζει ανάξιο, βέβηλο και πορωμένο «επειδή άδικον εψήφισε θάνατον κατά του Ιησού» και τον κατηγορεί ότι συντάχθηκε με τους εχθρούς Του από τους οποίους, όπως τονίζει, «έλαβε δώρα». Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, διατάζει να προσαχθεί ενώπιόν του δέσμιος για ν' απολογηθεί. Γράφει ότι είναι αποφασισμένος να απονείμει γρήγορα δικαιοσύνη. Επισημαίνει ακόμη ο Τιβέριος, ότι ο Πιλάτος ενήργησε αυθαίρετα, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη του σ' ένα τόσο σοβαρό θέμα, αλλά τον ενημέρωσε εκ των υστέρων για τα τετελεσμένα...
Ο αυτοκράτορας, που είχε, όπως φαίνεται, και άλλες πληροφορίες για τις θαυματουργικές θεραπείες του Χριστού στην Ιουδαία, αγανακτεί για το έγκλημα της Σταύρωσής Του, διότι και αν ακόμη δεν τον πίστευαν ως Θεό θα μπορούσαν να Τον έχουν κρατήσει ζώντα ως γιατρό, θεραπευτή. Διατυπώνει τέλος ο Τιβέριος την κρίση του ότι Εκείνος δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός.
