Αναρτήθηκε στις:14-03-18 11:50

Εκδήλωση για την επέτειο της Ανακηρύξεως της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου


ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Την 17η Φεβρουαρίου 2018, εορτάσθηκε στην Αθήνα, όπως κάθε χρόνο, η επέτειος της Ανακηρύξεως της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου από τις βορειοηπειρωτικές οργανώσεις αλλά και πλήθος κόσμου που συμμετείχε. Στην εκδήλωση συμμετείχε και ο πρώην δήμαρχος Βλαχερνών, Νίκος Κέφης.

Η εκδήλωση περιελάμβανε δοξολογία στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση και στη συνέχεια πορεία δια μέσου των κεντρικών οδών προς την πλατεία του Αγνώστου Στρατιώτη όπου ακολούθησε κατάθεση στεφάνων στο μνημείο.

Ο Δήμος Αθηναίων είχε διαθέσει τη μπάντα του που παιάνιζε εθνικά εμβατήρια. Ελληνικές σημαίες καθώς και λάβαρα και σημαίες της Βορείου Ηπείρου κυριαρχούσαν σε όλο το χώρο.

Στη συνέχεια εγένετο αναφορά από ομιλητή στο ιστορικό Ανακηρύξεως της Βορείου Ηπείρου που έχει ως κατωτέρω και στη συνέχεια εγκρίθηκαν ομόφωνα, σχετικά με το θέμα, ψηφίσματα προς την κυβέρνηση, την Βουλή των Ελλήνων και πολιτικά κόμματα.


Πανηγυρική ομιλία για την 104η επέτειο της Αυτονόμου Πολιτείας της Βορείου Ηπείρου

Η 17η Φεβρουαρίου 1914, ημέρα Ανακηρύξεως της Αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, αποτελεί κορυφαίο ορόσημα στην πολυκύμαντη ιστορική πορεία του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού.

Η μαχητικότητα των Βορειοηπειρωτών και η αταλάντευτη προσήλωση στην ελληνική τους συνείδηση αλλά και ο πόθος τους για ελευθερία είχαν ως αποτέλεσμα την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας (17 Μαΐου 1914), κειμένου νομικά ισχυρού μέχρι σήμερα, με το οποίο παρείχετο πλήρης Αυτονομία στην Βόρειο Ήπειρο.


Ιστορία

Τον Μάιο του 1913 υπογράφηκε η συνθήκη του Λονδίνου, με την οποία τερματίστηκε ο Α’ Βαλκανικός Πόλεμος. Με τα άρθρα 2 και 3 της συνθήκης αυτής η Τουρκία παραχωρούσε στους ηγεμόνες της Βαλκανικής Χερσονήσου σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκτός από την Αλβανία, την φροντίδα της οποίας ανελάμβαναν συλλογικά οι έξι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Ιταλία). Με το άρθρο 5 της ίδιας συνθήκης την ευθύνη για τον καθορισμό των νησιών του ανατολικού Αιγαίου είχαν οι έξι Δυνάμεις. Το τραγικό δίλημμα είχε πια τεθεί.

Λίγο αργότερα, τον Ιούλιο, οι Μεγάλες Δυνάμεις έθεταν «υπό την εγγύησή τους» την Αλβανία, η οποία γινόταν ηγεμονία κληρονομική, κυρίαρχη και ουδέτερη, ενώ το Δεκέμβριο του 1913, με το επαίσχυντο «Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας» η Βόρειος Ήπειρος επιδικαζόταν στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος.

Ποιά γεγονότα μεσολάβησαν και τα πράγματα από τον Μάρτιο πήραν τέτοια δραματική στροφή; Η εξέλιξη αυτή πρέπει να αναζητηθεί στη διαμόρφωση των βορείων και ανατολικών συνόρων του υπό εκκόλαψη κράτους. Είναι φανερό ότι η Βόρειος Ήπειρος θυσιάστηκε για να αποζημιωθεί η γειτονική χώρα και να γίνει βιώσιμο κράτος.

Οι Βορειοηπειρώτες αντέδρασαν στην αφύσικη αυτή τροπή. Ήδη, μετά τη δυσμενή διαμόρφωση της κατάστασης, σχηματίστηκαν σε πόλεις και χωριά «Επιτροπές Εθνικής Αμύνης» και συγκρότησαν «Ιερούς Λόχους» και «Επιμελητείες».

Στις 31 Ιανουαρίου 1914 επιδόθηκε στην ελληνική κυβέρνηση διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων, με την οποία διατυπωνόταν η αξίωση, μέσα σε τακτή προθεσμία, να αποχωρήσει ο στρατός μας από τη Βόρειο Ήπειρο. Σε αντίθετη περίπτωση τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου δεν θα δινόταν στην Ελλάδα.

Η Αθήνα συμμορφώθηκε και με διακοίνωση της ελληνικής κυβέρνησης προς τους πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων, ο στρατός αποχωρούσε από τη Βόρειο Ήπειρο. Τότε άρχισε η εξέγερση των Βορειοηπειρωτών.

Πρώτη ξεσηκώθηκε η Χειμάρα (9 Φεβρουαρίου) με τον Σπύρο Μήλιο, ο οποίος κήρυξε την αυτονομία της Ηπείρου. Ταυτόχρονα συνήλθε στην Αθήνα Πανηπειρωτικό Συνέδριο. Αποφασίστηκε η αντίσταση και ορίστηκε επικεφαλής του Αγώνα ο Γεώργιος Ζωγράφος, γιος του μεγάλου ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου, από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου.

Ο Γεώργιος Ζωγράφος είχε σπουδάσει στο Παρίσι και στο Μόναχο. Το 1905 εκλέχθηκε βουλευτής Καρδίτσας. Το 1909 ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών. Μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου ο Βενιζέλος τον τοποθέτησε Γενικό Διοικητή της. Όταν του ανατέθηκε η αρχηγία του αυτονομιακού αγώνα, παραιτήθηκε από τη θέση του και στις 12 Φεβρουαρίου 1914 ανέβηκε στο Αργυρόκαστρο. Αμέσως σχημάτισε την Προσωρινή Κυβέρνηση της Αυτονόμου Ηπείρου.

Πρόεδρος ανέλαβε ο ίδιος, υπουργός Εξωτερικών ο Αλέξανδρος Καραπάνος, Οικονομικών ο Ιωάννης Παρμενίδης, Στρατιωτικών ο Δημήτριος Δούλης, Παιδείας και Θρησκείας ο μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Βασίλειος και μέλη της κυβέρνησης: ο μητροπολίτης Κορυτσάς Γερμανός και ο μητροπολίτης Βελλάς και Κονίτσης Σπυρίδων.

Μετά τον σχηματισμό της προσωρινής κυβέρνησης τα γεγονότα εξελίχθηκαν ραγδαία. Στις 16 Φεβρουαρίου κηρύχθηκε η αυτονομία στους Αγίους Σαράντα και το Δέλβινο και όλα έδειχναν ότι η εξέγερση θα γενικευόταν σε ολόκληρη τη Βόρειο Ήπειρο.

Το μεγάλο ερώτημα που ανέκυψε ήταν η στάση του ελληνικού στρατού. Ο Βενιζέλος κατηγορηματικά διαβεβαίωνε τις Μεγάλες Δυνάμεις ότι τα ελληνικά στρατεύματα θα αποχωρούσαν από την Βόρειο Ήπειρο και «δεν θα προέβαλαν αντίσταση, ούτε θα υποστήριζαν, ούτε θα ενεθάρρυναν, άμεσα ή έμμεσα, καμία αντίσταση κατά της “στάσης πραγμάτων” που είχε διαμορφώσει οι Μεγάλες Δυνάμεις». Το πρόβλημα είχε επικεντρωθεί στις δύο μεγάλες πόλεις, το Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά.

Διοικητής της Κορυτσάς ήταν ο συνταγματάρχης, Αλέξανδρος Κοντούλης, άτομο ιδιόρρυθμο, με δικές του απόψεις όσον αφορά την προσέγγιση Ελλήνων και Τουρκαλβανών. Ο Κοντούλης παρέδωσε την πόλη στους Αλβανούς. Μετά την εκκένωση της Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό, με ενέργειες πάλι του Κοντούλη, παραδόθηκαν στους Αλβανούς οι περιοχές Μοσχόπολης και Κολωνίας.

Στο Αργυρόκαστρο τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Εκεί διοικητής ήταν ο υποστράτηγος, Αναστάσιος Παπούλας, ο οποίος, όταν διέγνωσε ότι οι κάτοικοι δεν επρόκειτο να παραδώσουν την πόλη στους Αλβανούς, δεν επέμεινε.

Πανηγυρικά στις 17 Φεβρουαρίου 1914 ανακηρύχθηκε στο Αργυρόκαστρο, η αυτονομία και υψώθηκε η σημαία με τον σταυρό και τον δικέφαλο αετό. Στο μεταξύ στις 20 Φεβρουαρίου η αυτονομία κηρύχθηκε στο Λεσκοβίκι και στις 23 του ίδιου μήνα στην Πρεμετή. Στην περιοχή της Πρεμετής έγιναν οι πρώτες σοβαρές μάχες με τους Αλβανούς. Η νίκη των αυτονομιακών στην Πρεμετή προκάλεσε έκπληξη στη διεθνή κοινή γνώμη και κατέδειξε ότι η επαναστατική κίνηση δεν ήταν τυχαία.

Τελική έκβαση του αγώνα κρίθηκε στο Αργυρόκαστρο και την Κορυτσά. Στην Κορυτσά από τις 19 Μαρτίου του 1914 άρχισε ένοπλη εξέγερση των Ελλήνων κατοίκων κατά των Αλβανών και των Ολλανδών αξιωματικών τους. Η εξέγερση αυτή τελικά απέτυχε από έλλειψη εφοδίων. Σ’ αυτή την εξέγερση σκοτώθηκαν 114 Έλληνες, ανάμεσά τους και επτά γυναίκες και ο διάκονος της Μητρόπολης, Βασίλειος Γκιώνης.

Λίγο αργότερα έφτασε στην Κορυτσά ο γνωστός Μακεδονομάχος, Γεώργιος Τσόντος - Βάρδας, ταγματάρχης του πυροβολικού. Με την άφιξή του αναθερμάνθηκε ο αγώνας και ύστερα από επιτυχείς μάχες με τους Αλβανούς, κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Απριλίου, πολιόρκησε στενά την Κορυτσά.

Στον τομέα Αργυροκάστρου η ισχυρή αλβανική πίεση είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση της Προσωρινής Κυβέρνησης στους Γεωργουτσάτες. Στη σκληρή μάχη που έγινε από τις 20 έως τις 23 Απριλίου στη Μονή Τσέπου, υπερίσχυσαν οι αυτονομιακοί, με συνέπεια τα αλβανικά στρατεύματα να υποχωρήσουν προς Βορρά. Από τις εξελίξεις αυτές φάνηκε καθαρά ότι οι Αλβανοί δεν ήταν σε θέση να ελέγξουν ούτε την περιοχή της Κορυτσάς και ούτε να καταλάβουν το Αργυρόκαστρο. Η αλβανική κυβέρνηση, κάτω από τον κίνδυνο οριστικής συντριβής τους, ζήτησε την παρέμβαση της Διεθνούς Επιτροπής Ελέγχου για σύναψη ανακωχής.

Η Προσωρινή Κυβέρνηση ανταποκρίθηκε θετικά στο αίτημα. Τα μέλη της Διεθνούς Επιτροπής, εκπρόσωπος της αλβανικής κυβέρνησης και οι: Γ. Ζωγράφος και Αλεξ. Καραπάνος, εκπρόσωποι της Αυτονόμου Ηπείρου, συναντήθηκαν στους Αγίους Σαράντα. Από εκεί πέρασαν στην Κέρκυρα, όπου στις 17 Μαΐου υπέγραψαν Πρωτόκολλο, με το οποίο δικαιωνόταν ο αγώνας των Βορειοηπειρωτών.

Με το «Πρωτόκολλο της Κέρκυρας», όπως καθιερώθηκε να λέγεται, εξασφαλιζόταν ειδική ελευθερία και η συγκρότηση ειδικού σώματος Χωροφυλακής. Κατοχυρωνόταν η χρήση και διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και απαγορευόταν η είσοδος και η στάθμευση στις δύο επαρχίες «στρατιωτικών μονάδων μη αυτοχθόνων». Η Βόρειος Ήπειρος με τις διατάξεις αυτού του Πρωτοκόλλου αποκτούσε ευρεία αυτονομία μέσα στα όρια της αλβανικής επικράτειας. Το Πρωτόκολλο συνυπογράφηκε από όλες τις πλευρές. Από την πλευρά των Βορειοηπειρωτών η κύρωση επιτεύχθηκε στο Πανηπειρωτικό Συνέδριο που συνήλθε στο Δέλβινο. Στο Συνέδριο αυτό συμμετείχαν αντιπρόσωποι από τις περιοχές Χειμάρας, Αγίων Σαράντα, Αργυροκάστρου, Πρεμετής, Πωγωνίου, Λεσκοβικίου, Ερσέκας και Κορυτσάς.

Οι αντιπρόσωποι της Χειμάρρας αρνήθηκαν να προσυπογράψουν τις συμφωνίες. Έφυγαν από τη συνέλευση ζητωκραυγάζοντας το σύνθημα που είχε συνυφανθεί με τους αγώνες και την καθημερινή τους ζωή: Ένωσις ή Θάνατος.

Μετά τον θριαμβευτικό αγώνα των Βορειοηπειρωτών και την επιτευχθείσα αυτονομία οι Δυνάμεις της Εγκάρδιας Συνεννόησης (Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία) συγκατατέθηκαν στην κατάληψη των Επαρχιών Αργυροκάστρου και Κορυτσάς από τον ελληνικό στρατό. Στις 24 Οκτωβρίου 1914 παραδόθηκε όλη η περιοχή στα ελληνικά στρατεύματα.

Τον Ιανουάριο του 1916 αντιπρόσωποι της Βορείου Ηπείρου έλαβαν μέρος στις εργασίες της Α’ Συνόδου της ΚΑ’ (21η) Περιόδου της Βουλής των Ελλήνων. Δυστυχώς, όμως η Ελλάδα του 1916 δεν ήταν η Ελλάδα του 1914. Είχε διαβρωθεί και καταστραφεί από τον διχασμό. Στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1916, η Ιταλία, έχοντας τη συγκατάθεση των Δυνάμεων της Συνεννόησης, κατέλαβε το Αργυρόκαστρο. Το ίδιο έκαναν ένα μήνα αργότερα και οι Γάλλοι στην Κορυτσά. Το 1917 οι Ιταλοί επέβαλαν κατοχικό καθεστώς και στα Ιωάννινα, από όπου τελικά αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Η Βόρειος Ήπειρος είχε χαθεί.

Μια προσπάθεια να δοθεί τέλος στην τραγωδία των Βορειοηπειρωτών έγινε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1919. Τότε ήρθε σε συμφωνία με τον υπουργό των Εξωτερικών της Ιταλίας, Tommaso Tittoni, οι επαρχίες Αργυροκάστρου και Κορυτσάς να ενωθούν με την Ελλάδα, αλλά η Ρώμη αθέτησε τις συμφωνίες.

Τον Δεκέμβριο του 1920 η Αλβανία έγινε μέλος της Κοινωνίας των Εθνών και τον Νοέμβριο του 1921 η Βόρειος ήπειρος επιδικάστηκε και πάλι στην Αλβανία. Βέβαια η σημαία του σταυρού υψώθηκε για άλλη μια φορά στην Κορυτσά και το Αργυρόκαστρο κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, αλλά, δυστυχώς, οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις και πάλι αντέδρασαν και απέτρεψαν την ενσωμάτωση της Βορείου Ηπείρου στην Ελλάδα.

Το Βορειοηπειρωτικό παραμένει εκκρεμές στο συμβούλιο των υπουργών των Εξωτερικών των τεσσάρων νικητριών Δυνάμεων (Ηνωμένων Πολιτειών, Σοβιετικής Ένωσης, Βρετανίας και Γαλλίας). Όπως είναι γνωστό στο Παρίσι το 1946 πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη των τεσσάρων νικητριών Δυνάμεων. Στο συμβούλιο των υπουργών των Εξωτερικών και πάλι δεν ικανοποιήθηκε το αίτημα της Ελλάδος και η Βόρειος Ήπειρος (αντέδρασε ο υπουργός των Εξωτερικών της Σοβιετικής Ένωσης Μολότωφ) παρέμεινε στην αλβανική επικράτεια.

Δεν υπάρχει καμία άλλη μεταπολεμική διεθνής πράξη που να κατοχυρώνει νομικά το γεγονός ότι η Βόρειος Ήπειρος παραμένει τμήμα της Αλβανίας. Η μεθοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας υφίσταται μόνο de facto (=αυτό που λέει ο νόμος) και όχι de jure (=εκείνο που συμβαίνει στην πράξη). Το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει ανοιχτό ηθικά και νομικά.

Μετά την κατάρρευση του στυγνού Χοτζικού καθεστώτος το 1990 οι Έλληνες της Βορείου Ηπείρου άφησαν τις πατρογονικές τους εστίες για να ζήσουν καλύτερα οι ίδιοι και τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα να «αδειάζει» στην κυριολεξία ο τόπος, με ανυπολόγιστες συνέπειες.

Είκοσι επτά χρόνια μετά βιώνουμε τις πιο κρίσιμες στιγμές! Καθημερινές είναι οι καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Υφαρπαγές της γης με ψεύτικα φιρμάρια, τρομοκρατία, φόβος, παραχάραξη της ιστορίας και εδαφικές διεκδικήσεις προς την Ελλάδα με ένα ανύπαρκτο «Τσάμικο Ζήτημα» διαμορφώνουν το σημερινό σκηνικό.

Τούρκοι, Αλβανοί, Σκοπιανοί παλεύουν σε ένα καλά οργανωμένο σχέδιο να αρπάξουν ότι μπορούν από την πατρίδα μας. Με μια Ελλάδα να παραμένει απλός παρατηρητής σε όλες τις εξελίξεις γύρω από τα εθνικά ζητήματα, και μια επικίνδυνη εθνικά κυβέρνηση που οι ξένοι τις βαρούν τα νταούλια και αυτή χορεύει στους ρυθμούς της.

Οι προκλήσεις είναι συνεχείς και ο αγώνας μας δεν πρέπει να σταματήσει. Αυτός ο τόπος πρέπει να μας βρει όλους ενωμένους και μονιασμένους, με μια εθνική στρατηγική. Το χρωστάμε στους προγόνους μας, το χρωστάμε στους εαυτούς μας, το οφείλουμε στις νέες γενιές που θα ακολουθήσουν. Η Βόρειος Ήπειρος δεν είναι μια χαμένη πατρίδα. Η Βόρειος Ήπειρος είναι μια αλύτρωτη πατρίδα που προσμένει απελευθέρωση!

img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ