Αναρτήθηκε στις:09-01-18 11:47

Κατάθλιψη


Γράφει ο Ηλίας Αθ. Καραθάνος


Το «μικρόβιό» της κόλλησε πάνω μας αφότου γινήκαμε αυτοείδωλα και προσκυνήσαμε τη σκιά μας. Δηλαδή ο εγωισμός είναι η αιτία της, που συνεπάγεται την απομάκρυνσή μας από τον Θεό, οπότε η ταπεινοφροσύνη με την πραότητα συνιστούν την γιατρειά της.

Ο Όσιος Έλληνας λόγιος Καισάριος Δαπόντες (1713-1784) μας διαφωτίζει ότι «το γαρ πολύ της θλίψεως, γεννά παραφροσύνην». Το εν λόγω ρητό έχει να κάνει με την κατάθλιψη, της οποίας η ονομασία δεν ήταν δόκιμη στη χώρα μας μέχρι την δεκαετία του ’70, οπότε το νόσημα αυτό ήταν πολύ σπάνιο στην πατρίδα μας.

Όμως, από εκεί και πέρα τα δεδομένα αλλάζουν και προσλαμβάνουν αντίστροφη μέτρηση: Η ανασφάλεια, η απογοήτευση, η θλίψη κι η απόγνωση, άρχισαν όλο και πιο συχνά να μας μπήκαν πια, λίγο πολύ, στην ημερήσια διάταξη.

Οι ψυχίατροι πύκνωσαν τις τάξεις τους κι οι συνταγές τους με αντικαταθλιπτικά πήραν και συνεχώς τραβούν την ανιούσα, με τη συνδρομή και του περιβάλλοντος με τις οικονομικές του, άθλιες ατομικές και δημόσιες συνθήκες. Τι έφταιξε συγκεκριμένα που προσβλήθηκαν τόσοι Έλληνες, στο απροχώρητο σημείο ολίσθησης, σχετικά με αυτήν την καταραμένη αρρώστια;

Ο μεγάλος τραγικός ποιητής της ελληνικής αρχαιότητας, Ευριπίδης, γράφει: «Πάνω στην ελπίδα πρέπει οι σώφρονες να στηρίζουν τη ζωή τους». Με άλλα λόγια, όταν χάνεται η αρετή και το μέτρο, τότε θρονιάζεται στις ψυχές μας η θλίψη κι η απελπισία.

Το ίδιο πρεσβεύει κι η Εκκλησία μας κι οι Πατέρες της διαχρονικά μας μαρτυρούν: «Όποιος νικιέται από τα πάθη, δεν θα αποφύγει τα δεσμά της θλίψης. Αντιθέτως όποιος νίκησε τα πάθη του, σίγουρα θα τόσο στον δαιμονιζόμενο, όσο και στο κοπάδι των χοίρων, τη συνδέει με ακάθαρτα πνεύματα, δαίμονες.

Λοιπόν, η σοφία των Αρχαίων μας Προγόνων κι η πνευματική εμπειρία των Αγίων Πατέρων με την αλήθεια του Κυρίου, μας διδάσκουν ότι η πρωταρχική αιτία της κατάθλιψης φωλιάζει μέσα μας κι είναι προϊόν αποκλειστικά και μόνον της υβριστικής μας συμπεριφοράς. Δηλαδή, της απώλειας της σωφροσύνης και της καλλιέργειας των παθών.

Η μάστιγα της κατάθλιψης δεν είναι, όπως νομίζουν πολλοί, απότοκος της λεγόμενης παντοειδούς κρίσης. Άρχισε δειλά να εμφανίζεται πολύ πιο πριν κι απλώς τώρα στα τόσο δύσκολα χρόνια των όχι μόνον πάταγο, αλλά κυριολεκτικά θραύση, γιατί εκτός της κατάπτωσης των ηθών και της οικονομίας, απ’ την άλλη μεριά, οι ψυχές μας βρέθηκαν απροετοίμαστες, αδύναμες κι ασθενικές.

Μετά από μία τριακονταετία και πλέον ομαλού κοινωνικού, πολιτικού κι ιδίως οικονομικού βίου, την προσωρινή αναλαμπή που υπήρχε τότε παντού και στον δημοσιονομικό τομέα, η κρίση έμοιαζε σαν ανέφικτη. Υπήρχαν πολλοί φωτισμένοι πολιτικοί που διέβλεπαν μια απαισιόδοξη προοπτική, αλλά δύσκολα γίνονταν πιστευτοί μέσα σε τόση ευμάρεια που φάνταζε μόνιμη, γιατί έτσι θέλαμε. Τότε ήρθε η κρίση ως καταιγίδα και μας τράνταξε και στην ευαγή καταθλιπτική αντίσταση.

Αλλά ακόμη κι ο πλασματικός τρόπος, με τον οποίο μπήκαμε υπό την προστασία του ΔΝΤ με το λόγο του Γεωργίου Παπανδρέου στο Καστελόριζο, το «λεφτά υπάρχουν» και τη στατιστική της ΕΛΣΤΑΤ, φανερώνουν μια άλλη αιτία έξαρσης της κατάθλιψης.

«Το μικρόβιο» της κατάθλιψης κόλλησε πάνω μας από τότε που λατρεύσαμε τον εαυτό μας, τον θεωρήσαμε παντοδύναμο και προσκυνήσαμε το «εγώ» μας σαν αξεπέραστη σταθερά, αυτόφωτη κι αυτοδύναμη.

Από τότε που νομίζουμε ότι αντλούμε ασυγκράτητη δύναμη από τη σκιά μας, που χορτάσαμε ψωμί και το περίσσευμα το πετάξαμε στα σκουπίδια, για να τρώμε στη θέση του το «παντεσπάνι» της αποστασίας, πέφτοντας στη μοίρα των τετράποδων.

Η κατάθλιψη υποδαυλίζεται από το άλογο υποσυνείδητο, χωρίς να έχει καμία σχέση με τη λογική που μας εμφύσησε ο Δημιουργός, μας κάνει να υπερτερούμε από τα ζώα, μας εξομοιώνει με την εικόνα Του, γι’ αυτό η εκλογίκευση είναι η πιο καλή θεραπεία. Το συναίσθημα της κατάθλιψης απέχει απ’ τη λογική κι αν εκλογικευθεί, τελείωσε αυτή η τόσο δύσφορη εσωτερική κατάσταση. Επομένως ακόμη μερικές φορές δεν είναι απίθανη η ανεπαίσθητη κι υπόκωφη προσβολή μας.

Από τότε, που σφραγίσαμε τις αγκαλιές μας και θέσαμε το μεγάλωμα των παιδιών μας στην τηλεόραση, στον «κίτρινο» ή αγοραίο τύπο και τα ολοήμερα, κόλλησε πάνω μας σαν βδέλλα που μας ρούφηξε κάθε ικμάδα, γιατί η ανατροφή τους έχει περισσότερη επίπτωση σε μας.

Από το σημείο που το ρεύμα της υπερκατανάλωσης ανδρώθηκε και μας οδήγησε σε περιττά αγαθά, οπότε και το ένα αυτοκίνητο για παράδειγμα, στην οικογένεια θεωρήθηκε λίγο και φορτωθήκαμε αβάσταχτα χρέη, τη στιγμή μάλιστα που ήταν και πολυτελείας, ώστε να είναι άνετος ο καθένας μας.

Από τότε που οι μάνες προτιμούν το στυλ τους, παρά τη μητρική ταυτότητά τους και σταμάτησαν τον θηλασμό των μωρών τους, γιατί νόμισαν, πως έτσι θα χάσουν τις σωστές σωματικές τους αναλογίες. Το έμφυτο ένστικτο της μητρικής της στοργής και τρυφερότητας ξυπνάει την «παγωμένη» τεχνική του bebero που διεγείρει την υποβόσκουσα και υποτονική κατάθλιψη. Αφήνουμε δηλαδή τις πατροπαράδοτες δοκιμασμένες ροπές χάρη της μόδας κι αντικατάσταση της φυσικής πρακτικής, με μηχανική υποστήριξη, τασσόμενοι υπέρ μιας τυποποίησης κι απανθρωπισμού.

Από τότε που η ευλογημένη και νόμιμη, ετερόφυλη συζυγία έπαψε να λειτουργεί ως μοναδικό κύτταρο αναπαραγωγής και διαιώνισης της κοινωνικής ζωής και θεοσύστατος θεσμός, οπότε έχει ξεπέσει σε απλή και στείρα συγκατοίκηση και συμβίωση.

Από τότε, που οι γέροι πέρασαν στη μοναξιά κι η πολυτεκνία χαρακτηρίστηκε ως τεκμήριο εισοδήματος, κατά πρωτοφανή, παράδοξο και παράλογο τρόπο. Από τότε που θεωρήσαμε περιττή την πατροπαράδοτη αποταμίευση και βαλθήκαμε να πάμε μπροστά με τα δάνεια και τις «επιδοτήσεις».

Έχουμε αραιά ίχνη μιας αμυδράς κατάθλιψης, από τότε, που οι ζεστές γειτονιές παρέδωσαν τις θέσεις τους στην παγωνιά και ψύχρα της απρόσωπης πολυκατοικίας. Από τότε, που η διαπλοκή κι η τάση ους άμβωνες και βούλωσαν τα στόματα των ιθυνόντων.

Από τότε, που η θεραπεύουσα Παιδεία μετατράπηκε σε εξοντωτική εκπαίδευση. Από τότε που το θράσος επικράτησε στην κοινωνία μας, ενώ το θάρρος με το φιλότιμο, λύγισαν μπροστά στη δειλία και το συμφέρον.

Από, τότε που το κοσμοσωτήριο Εκκλησιαστικό γεγονός, υποβιβάσαμε σε ιδιωτική θρησκευτική παράσταση. Επιτέλους, από τότε, που λοιδορήσαμε τις αρετές κι αφήσαμε τον εγωισμό να κάνει κουμάντο στην ζωή μας. Έτσι, κάθε φορά, που δεν τα καταφέρνουμε στο κυνήγι των επιθυμιών και θίγεται ο εγωισμός μας, αμέσως τότε, πλεονάζει η στενοχώρια, ταραζόμαστε, απογοητευόμαστε και κλεινόμαστε στον εαυτό μας, με μια σπάνια εσωστρέφεια, που δρα σαν στρεσογόνος αιτία που άγει στην κατάθλιψη.

Συνεπώς, το αντίδοτο στην πλησμονή της υπέρμετρης θλίψης, που γεννάει την απελπισία και οδηγεί με παρωπίδες, στην κατάθλιψη, είναι η καταπολέμηση κι αν είναι δυνατόν, ο εκμηδενισμός του εγωισμού. Και κατά το αρχαιοελληνικό γνωμικό: «Το νικάν εαυτόν, [ασών νικών πρώτη και αρίστη», όπως μας λέει ο Αρχαίος Έλληνας πυρηνικός φιλόσοφος, Δημόκριτος (470-370 π. Χ. ).

Μόνον ο αληθινά ταπεινός είναι ήρεμος, ικανοποιημένος και χαρούμενος. Ενώ, αντίθετα, ο εγωισμός είναι πάντα αχόρταγος, άπληστος, ανικανοποίητος, ανασφαλής κι αγχώδης. Μία αποτυχία, μια προσβολή, μία ξαφνική οικονομική κρίση ή πτώχευση, ανεργία,, σοβαρή σωματική αρρώστια, μπορεί να αποτελέσουν στρεσογόνες αιτίες και να οδηγήσουν τον εγωιστή στην άφατη θλίψη.

Ενώ ο αληθινά ταπεινός (όχι ο απλοϊκός ή ο κακομοίρης), όλα αυτά τα πικρά γεγονότα τα αντιμετωπίζει πιο ψύχραιμα και νηφάλια, αλλά και καρτερικά, όπως μας συνιστά ο Μοναχός Μωυσής ο Αγιορείτης. Γι’ αυτό κι η κατάθλιψη πολύ σπάνια συναντιέται ανάμεσα στους αθλητές του Πνεύματος, που αγνίζονται αμέριστα και σθεναρά με πίστη και φιλότιμο, μέσα στο στάδιο των αρετών.

img

ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ