Εγκαινιάστηκε το νέο κτίριο του ΚΑΠΗ Δήμου Αρταίων
Ενημερωτική δράση για την υπεύθυνη κηδεμονία ζώων συντροφιάς
Χρ. Τσιρογιάννης: Οι ορεινοί δήμοι χρειάζονται ειδική πολιτική – Στόχος ολοκληρωμένο σχέδιο για τον πρωτογενή τομέα
Αρθροπλαστική γόνατος: Είναι βάσιμοι οι φόβοι των ασθενών;
Ιωάννινα: Συνελήφθησαν τέσσερις ανήλικοι για διάρρηξη καταστήματος
Έφυγε από τη ζωή η Κική Σακκά, πρώτη γυναίκα δήμαρχος Αρταίων
Γράφει ο Βασίλης Μαλισιόβας*
Λίγες μόνο φράσεις αρκούν για να αποκαλύψουν πόσο πολυπρόσωπη είναι μια φαινομενικά απλή λέξη. Ο κύριος δεν είναι απλώς μια προσφώνηση ευγένειας. Είναι μια λέξη με ιστορικό βάθος, κοινωνική βαρύτητα και εντυπωσιακή σημασιολογική διαδρομή. Στην κλασική αρχαιότητα ο κύριος δήλωνε τον αυτεξούσιο, τον νόμιμο κάτοχο, τον έχοντα εξουσία. Στο αθηναϊκό δίκαιο ήταν ο νομικά υπεύθυνος εκπρόσωπος της οικογένειας. Από την έννοια της εξουσίας γεννήθηκε η έννοια του κύρους — και από εκεί η τιμητική προσφώνηση.
Στο Βυζάντιο η λέξη απέκτησε θεολογική διάσταση: Κύριος είναι ο Θεός. Παράλληλα εμφανίζονται μορφές όπως κυρ– και κυρά, που σηματοδοτούν κοινωνική ιεραρχία και σεβασμό. Στη Νέα Ελληνική η λέξη αποδεσμεύεται σταδιακά από την κυριολεκτική εξουσία και γίνεται δείκτης ευγένειας, κοινωνικής απόστασης, αλλά και –σε ορισμένες χρήσεις– ειρωνείας ή υποτίμησης. Ας παρακολουθήσουμε τις πολλές όψεις της.
Κύριος ως πρόσωπο κύρους Η λέξη λειτουργεί ως προσφώνηση προς τρίτο πρόσωπο που κατέχει μια θέση ή απολαμβάνει κοινωνική εκτίμηση. –Ο κύριος διευθυντής θα είναι στο γραφείο μετά τις 10. // –Με συγχωρείτε, είστε ο κύριος Αβραμίδης;
Άγνωστος άνδρας Η λέξη επιστρατεύεται συχνά για να προσδιορίσει ένα πρόσωπο του οποίου τα στοιχεία μάς είναι άγνωστα, διατηρώντας μια απόσταση ασφαλείας και ουδετερότητας. –Σε πήρε κάποιος κύριος τηλέφωνο.
Ιδιοκτήτης / ανώτερος (ιστορική σημασία) Σε παλαιότερες εποχές ή σε πολύ τυπικά περιβάλλοντα, ο όρος δηλώνει τον νόμιμο κάτοχο ή τον ιεραρχικά ανώτερο. –Ο κύριος του σπιτιού απουσιάζει. // –Ο κύριος ζήτησε τον μπάτλερ.
Σύζυγος (παλαιότερη χρήση) Σε λόγο ηλικιωμένων ομιλητών, η λέξη αποτελούσε τον καθιερωμένο τρόπο αναφοράς στον σύζυγο, αποτυπώνοντας μια παλαιότερη ιεράρχηση. –Δεν πηγαίναμε πουθενά χωρίς τον κύριό μας. Αντίστοιχα: «η κυρία του».
Κύριος (με κεφαλαίο) Πρόκειται για μια προφορική μεταφορά της γραπτής σύμβασης, η οποία χρησιμοποιείται για να εξάρει την ηθική ποιότητα ενός ανθρώπου. –Κύριος με Κ κεφαλαίο! // «Κύριος ήρθα / και κύριος φεύγω» (λαϊκό τραγούδι).
Σχολική χρήση Στο σχολικό περιβάλλον, η λέξη αποβάλλει την τυπικότητα και μετατρέπεται σε έναν οικείο τίτλο που συνοδεύει τον δάσκαλο στην καθημερινή επαφή με τους μαθητές. –Μας είπε ο κύριος ότι αύριο θα πάμε εκδρομή.
Ονομαστική με κλητική λειτουργία (ένταση/δυσφορία) Σε οικείο ή λαϊκό ύφος, η ονομαστική παίρνει τη θέση της κλητικής για να δηλώσει έντονη ενόχληση ή διεκδίκηση. – Κύριος! Δεν με πληρώσατε! –Κύριος! Είπατε κάτι;
Υποτίμηση ή ειρωνεία Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η προσφώνηση χρησιμοποιείται καταχρηστικά, προκειμένου να προσδώσει έναν τόνο αμφισβήτησης ή να υπογραμμίσει την έλλειψη πραγματικού σεβασμού. –Εγώ δούλευα τρεις δουλειές για να σπουδάσω τους γιους μου και τώρα αυτοί οι «κύριοι» με πέταξαν στο γηροκομείο.
Κύριος = ώριμος ενήλικος Η χρήση της λέξης συχνά σηματοδοτεί την αναγνώριση της μετάβασης ενός ατόμου από τη νεότητα στην ωριμότητα. –Κύριε, μπορείτε να προχωρήσετε; –Κύριος κι εγώ; Γέρασα!
Θεωνύμιο Στο θρησκευτικό και εκκλησιαστικό πλαίσιο, η λέξη προσλαμβάνει υπερβατικό χαρακτήρα και αναφέρεται αποκλειστικά στον Θεό. –Κύριε των Δυνάμεων! –Κύριος οίδε…
Κυριούλης Πρόκειται για έναν χαϊδευτικό τύπο που χρησιμοποιείται συνήθως για ηλικιωμένα άτομα που προκαλούν ένα αίσθημα συμπάθειας.
Κυρ-Παντελής Η έκφραση απαντά ήδη στον Αλέκο Σακελλάριο και το θεατρικό «Η Δεξιά, η Αριστερά και ο κυρ-Παντελής», ενώ ομώνυμο άσμα υπάρχει και στο ρεπερτόριο των αντάρτικων τραγουδιών. Δηλώνει τον συντηρητικό μικροαστό ψηφοφόρο, στον συνθηματολογικό λόγο της Αριστεράς. Πβ. νοικοκυραίοι.
Η «κυρία» Αποτελεί τον βασικό δείκτη τυπικής ευγένειας στον καθημερινό λόγο. –Η κυρία στο βάθος νομίζω ότι θέλει να ρωτήσει κάτι… // –Κυρία, μήπως ξέρετε πού είναι το Νομισματικό Μουσείο;
Με κτητική αντωνυμία Όταν η προσφώνηση συνοδεύεται από κτητική αντωνυμία, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο ρητορικής έντασης ή συγκεκαλυμμένης οργής. –Κυρία μου, στις 6 το πρωί βρήκατε να τινάξετε τα χαλιά;
Φύλο και αξιώματα Η χρήση αρσενικών γραμματικών τύπων για γυναίκες αξιωματούχους αποτελεί αντικείμενο κοινωνιογλωσσικού διαλόγου. Άλλοι τη θεωρούν ουδέτερη, άλλοι ιδεολογικά φορτισμένη. Υπενθυμίζεται ότι στη γραμματική της καθαρεύουσας τα θηλυκά σε -ος (π.χ. η πρόεδρος, η πρύτανης) έχουν αμετάβλητη κλητική, ίδια με την ονομαστική.
Κυρά Μια λέξη με μεγάλη αντοχή στον χρόνο, που δήλωνε τη σύζυγο (παλαιότερα), την οικοδέσποινα, την ευκατάστατη γυναίκα, αλλά σήμερα έχει κυρίως υποτιμητική χρήση («Άσε μας, κυρά μου, πρωινιάτικα…»). Σε ιδιώματα απαντά και ως κερά (Παναγία Κερά).
Θεοτοκωνύμια Στη λαϊκή ευσέβεια, ο όρος προσλαμβάνει ιερό χαρακτήρα όταν αναφέρεται στο πρόσωπο της Παναγίας. Κυρά Δέσποινα // Κυρά Παναγιά.
Κυράτσα Υποτιμητικός τύπος. Δηλώνει στερεοτυπικά γυναίκα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, με διάθεση κακόβουλης κριτικής. Συγγενής ο τύπος κεράτσα, με ιδιωματική ή διαλεκτική καταγωγή — όπως το κοκόνα από τη Μολδοβλαχία.
Αρχικά επώνυμα είχαν οι ευγενείς• οι λαϊκοί ήταν ανώνυμοι. Η διάκριση αυτή αντικατοπτρίζεται και στη χρήση του Κύριος ως τίτλου. Βυζαντινοί άρχοντες ονομάζονταν Δεσπότες• από εκεί προέρχονται επώνυμα όπως Κυρίτσης / Κυρίτζης.
Από τον αυτεξούσιο πολίτη της αρχαίας πόλης έως την καθημερινή προσφώνηση στο λεωφορείο, η λέξη κύριος διήνυσε μια διαδρομή αιώνων. Έχασε την κυριολεκτική της εξουσία, αλλά διατήρησε το συμβολικό της βάρος.
Θυμάμαι ακόμα μια παλιά σκηνή σε μια γειτονιά της παλιάς Αθήνας: μια γυναίκα να φωνάζει από το παράθυρο «Κυρ-Θανάση! Πάρε και για μας ψωμί!». Ο κυρ-Θανάσης δεν στράφηκε. Ήξερε ήδη. Αυτή η προσφώνηση ήταν κάτι πολυτιμότερο από παράκληση ή εντολή• ήταν κοινωνία.
Από τον «Κύριο των Δυνάμεων» της Θείας Λειτουργίας ως τον «κυρ Σπύρο» της γωνίας, η λέξη διατρέχει ολόκληρο το φάσμα της ανθρώπινης σχέσης: το ιερό και το καθημερινό, το τυπικό και το οικείο. Κάθε φορά λοιπόν που λέμε «κύριε» ή «κυρία», αναπαράγουμε μια χειρονομία βαθιά ανθρώπινη. Αυτό μοιάζει τελικά να είναι το πραγματικό της κύρος.
