Αναρτήθηκε στις:09-03-26 16:21

Συνέντευξη του Νίκου Λυμπέρη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Ὁ Νῖκος Λυμπέρης, γεννήθηκε στὸν Πύργο Ἠλείας τὸ 1953, γεωλόγος στὴ Σορβόννη (Παρίσι, 1975-2021). Ἔχει ταξιδέψει στοὺς ὠκεανοὺς καί μέχρι τὰ -3000m (μὲ βαθυσκάφος). Ταξίδεψε στὴν Ἀρκτικὴ (Σπιτσβέργη, Βόρειο Γροιλανδία), στὴν Μικρὰ Ἀσία, στὴ Σαχάρα καὶ στὶς ἐρήμους τῆς Κεντρικῆς Ἀσίας. Μαθητὴς τοῦ Noro Masamichi sensei στὶς πολεμικὲς τέχνες. Ὑπογράφει ἕξι ποιητικὲς συλλογές: Τὸ πετρωμένο ποτάμι (Διάττων, 2002), Στάσεις I (Στιγμή, 2002) καὶ Στάσεις II (Διάττων, 2006), Στὶς ὄχθες τοῦ χρόνου (Διάττων, 2012), Ἀπόηχοι (Διάττων, 2014), Ἰχώρ (Διάττων, 2016). Στὰ γαλλικά: Στάσις (Stance, Signum, 2016), Ἀπόηχοι (Après le son, Jacques Brémond 2020).


Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα; Και η πρώτη σας επαφή με την ποίηση;


Έφηβος, διάβασα όλον τον Ντοστογιέφσκι. Θυμάμαι τους δύο πρώτους ποιητές που με καθήλωσαν, τον Ρίτσο (που λίγοι διαβάζουν στην Ελλάδα) και τον Καβάφη, με το τόσο δικό του στυλ, μοναδικό.

Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή; Και οι πρώτες δημοσιεύσεις;


Άρχισα να γράφω συστηματικά στο μοναχικό μου δωμάτιο στο Quartier Latin, το 1975, όταν ξέφυγα από το φορτίο της τραγικής πραγματικότητας (χούντα-φυλακή, κλπ) και της ανωριμότητας. Και τότε βγήκα στα βουνά, στους ωκεανούς (μέχρι τα 3. 000 μ. βάθος) και κυρίως στις ερήμους, πυρωμένες και παγωμένες, σε μιαν άλλη μοναξιά, στον κίνδυνο, στην κόψη της ζωής. Θαυμασμός ατελείωτος. Η έρημος έχει μπει στο αίμα μου. Το γράψιμο είναι για μένα ζωτική ανάγκη. Είναι σημάδια σ’ έναν δρόμο ασκητείας (με την ασιατική έννοια). Αρχικά ντρεπόμουν να δείξω τα γραφτά μου. Το θεωρούσα αλαζονεία. Μετά από χρόνια άρχισα να δείχνω φωτοτυπίες στους κοντινούς μου φίλους. Ο πιο έμπιστος φίλος μου είπε ότι πρέπει να δημοσιευτούν. Δίσταζα καιρό. Τελικά μου συνέστησαν τον τυπογράφο-εκδότη Νίκο Βοζίκη (Εκδόσεις Διάττων) που έχει εκδώσει πέντε από τις έξι συλλογές μου.

Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η συλλογή σας Απόηχοι, εκδόσεις Διάττων;


Μια μέρα, άνοιξη του 2014, μου τηλεφώνησε ο Βοζίκης, στο Παρίσι, ζητώντας μου ένα χειρόγραφο. Διόρθωσα λοιπόν κάποια γραφτά και του τα έστειλα. Ένα μπουκάλι στον ωκεανό κι αυτό, το πέμπτο από τα έξι. Ο τίτλος του «Απόηχοι» αναφέρεται στους παλμούς που μένουν μέσα στους τοίχους αφού τα όργανα έχουν αποχωρήσει. (Είμαι τακτικός θαμώνας στις συναυλίες σύγχρονης αυτοσχεδιαστικής μουσικής.)


Γράφετε: «Έν’ αστέρι άστραψε μέσα στη λάσπη και / ξαφνικά ξεθώριασαν οι άλλες συγκινήσεις..». Μπορεί η ποίηση να βοηθήσει τον άνθρωπο και να τον κάνει να δει διαφορετικά τη ζωή;


Γι’ αυτό και μόνο αποφάσισα να δημοσιεύσω τα γραφτά μου. Για τον άλλο, τον άγνωστο. Και απ’ όσο μου λένε, μερικοί φωτογράφοι και κινηματογραφιστές έχουν επηρεαστεί από αυτά τα γραφτά.

Λέτε: «Η φύση δεν έχει αντικείμενα/ έχει μονάχα πράγματα και είναι ζωντανά/Κάθε πράγμα και αλήθεια...». Πώς βοηθά η φύση κάποιον άνθρωπο που μεγαλώνει μακριά από την πόλη;


Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι η φύση. Χρειάζεται μακρά θητεία μακριά από την πόλη για να μπορέσουμε να βιώσουμε την φύση, τη δική μας και την γύρω, ώσπου να νοιώσουμε ότι είμαστε ένα. Είναι κι αυτό μια ασκητεία.

Μου αναφέρατε ένα ταξίδι που κάνατε στην Αρκτική. Τι είναι αυτό που σας εντυπωσίασε από αυτή την εμπειρία;


Έχω κάνει δέκα δίμηνες αποστολές στις πολικές περιοχές Σπίτσμπεργκ και Βόρεια Γροιλανδία, στην άκρη της γη, στη γραμμή που χωρίζει την ζωή από το θάνατο, όπου ο έσχατος κίνδυνος παραμονεύει άγρυπνος, μέρα-νύχτα. Θαυμασμός χωρίς τέλος. Τα γεγονότα κάτω εκεί (εδώ), εκεί κάτω σαν να μην υπάρχουν, δεν υπάρχουν. Η σκέψη πορεύεται άδεια, μόνο με τ’ απαραίτητα, τα ζωτικά. Μια αφαίρεση που δεν είναι καθόλου αφηρημένη κάνει χώρο για να φανεί κάτι που έρχεται δεν ξέρεις από πού. Άλλωστε, σ΄ ένα γεμάτο βάζο δεν μπορείς να βάλεις τίποτα. Από την απεραντοσύνη και από την ατέλειωτη μέρα, κάθε φορά, γυρίζεις άλλος. Δυνατές συγκινήσεις αλλάζουν τον μεγάλο εαυτό σου. Και η καθημερινότητα που ταλαιπωρεί τον μικρό σου εαυτό εδώ κάτω, φαντάζει γκρίζα.

Πολλοί νέοι γράφουν ποίηση. Το όνειρό τους είναι να εκδοθούν οι στίχοι τους. Παλαιότερα περίμεναν με αγωνία να αποκτήσει οντότητα η πρώτη τους ποιητική συλλογή. Σήμερα ανεβάζουν τα ποιήματά τους στο διαδίκτυο. Αυτή η εξέλιξη μπορεί να βοηθήσει την ποίηση;


Η ποίηση είναι τόπος ανοχύρωτος γι’ αυτό και πολυσύχναστος. Η ποίηση όμως δεν είναι προσωπικό ημερολόγιο αλλά έργο, ένα έργο που μπορεί να ενδιαφέρει κάποιον άλλο, έργο σαν αυτό του λιθοξόου που σμιλεύει την πέτρα (άλλωστε, υπάρχει μια συγγένεια της ποίησης με την γλυπτική). Βέβαια το έργο δεν είναι εύκολο γι’ αυτό και σπάνιο. Απαιτεί πολλή εργασία και υπομονή, χρόνια σκυμμένος στο χαρτί, μεγάλη ταπεινότητα και εντιμότητα και κυρίως ανιδιοτέλεια.



Η σύγχρονη τέχνη δεν είναι ιστορίες, λογισμοί και εύκολες συγκινήσεις που αποσκοπούν να σε παρασύρουν. Με τέτοια είναι γεμάτη η τηλεόραση και τα πλημμελειοδικεία. Η σύγχρονη τέχνη είναι αφαιρετική, μια αφαίρεση βιωμένη και πολύ συγκεκριμένη (αφού έχεις βρει ένα καινούργιο ύφος, το δικό σου).Πρόκειται για έργα που κάνουν χώρο για σένα, να μπεις και να φτάσεις σε μια άγνωστη πλευρά του μεγάλου εαυτού σου, έτσι όπως όταν η κόμπρα σφυρίζει κάτω από το πόδι σου και η στιγμή χωράει τους αιώνες. Χρόνος κατακόρυφος. Κι ύστερα ο κόσμος αλλάζει. Το πέλαγος γίνεται πάλι πέλαγος και το βουνό γίνεται πάλι βουνό. Γύρω απ’ αυτήν την πολύ συγκεκριμένη αφαίρεση συζητάμε με τους φίλους μου όπως με την χορογράφο Pina Bausch (μέχρι πριν λίγα χρόνια), με τον ζωγράφο Gilles du Bouchet ή με μουσικούς όπως ο Massimo Carrozzo και ο Michel Doneda. Η ψηφιακή τεχνολογία έχει τα υπέρ και τα κατά. Ναι μεν παρέχει εύκολη προσβασιμότητα ίσως και κάποιου είδους αναγνωρισιμότητα δεν αποτελεί όμως καμία εγγύηση ποιότητας. Μεγάλος εχθρός μας η ευκολία. Στο διαδίκτυο δυστυχώς κυκλοφορούν τα πάντα και απαιτείται μεγάλη διάκριση και προσοχή. Είναι θέμα αυτοσυντήρησης.

Ποιο ποιητή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;


Έχω, στο τραπέζι μου και όχι στο μαξιλάρι μου, τον Ezra Pound και τον Pierre Reverdy. Θα μπορούσα όμως να έχω τον Thierry Metz, την Françoise Hàn ή τον José Carlos Beccerra.



img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ