Αναρτήθηκε στις:02-10-19 10:50

Συνέντευξη του Αλέξη Πολίτη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη


Όταν μια κοινωνία νιώθει ανίσχυρη δεν εμπιστεύεται τον εαυτό της


Ο Αλέξης Πολίτης γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και στο Université Paris IV (Sorbonne). Από το 1976 έως το 1989 εργάστηκε στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, και από το 1989 έως το 2012 στη Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τώρα είναι ομότιμος καθηγητής της ίδιας Σχολής. Αυτοτελείς εργασίες του (επιλογή): Το δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα (Αθήνα 1973, 1985)• Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών (Αθήνα 1984, 1999)• Ρομαντικά χρόνια: Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880 (Αθήνα 1993, 2003)• Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Α’-Β’ (Ηράκλειο 1999, 2000, επιμέλεια)• Το μυθολογικό κενό (Αθήνα 2000)• Εγχειρίδιο του Νεοελληνιστή. Βιβλιογραφίες, λεξικά, εγχειρίδια, κατάλογοι, ευρετήρια, χρονολόγια, κ.ά. (με τη συνεργασία του Τριαντάφυλλου Σκλαβενίτη και της Μαρίας Μαθιoυδάκη, Ηράκλειο 2002, 2005)• Αποτυπώματα του χρόνου (Αθήνα 2006)• Το δημοτικό τραγούδι (Ηράκλειο 2010)• Στρατηγού Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, Α’-Γ’ (Αθήνα 2011, επιμέλεια• με τη συνεργασία της Γεωργίας Παπαγεωργίου). Το βιβλίο του Η Ρομαντική λογοτεχνία στο εθνικό κράτος, 1830-1880, που κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, έδωσε την αφορμή για τη συζήτηση που ακολουθεί.


Στο βιβλίο σας επιχειρείται μια θεώρηση της ελλαδικής λογοτεχνίας των Ρομαντικών χρόνων. Αλήθεια, πότε και πώς διαμορφώθηκε η φυσιογνωμία του ελληνικού Ρομαντισμού;


Τα λογοτεχνικά ρεύματα διακρίνονται αρχικά ως σποραδικά σημεία αλλαγής στις παλαιότερες τάσεις, και από κάποια στιγμή κι ύστερα παγιώνονται. Η στιγμή της παγίωσης σ’ εμάς είναι η έκδοση του «Οδοιπόρου», δραματικού ποιήματος του Παναγιώτη Σούτσου το 1831 (για την ακρίβεια: κυκλοφόρησε κατά τα μέσα του 1832)· αρχές του 1831 είχε εκδοθεί και το «Δήμος κι Ελένη» του Αλέξ. Ρ. Ραγκαβή. Καθόλου άσχημη αρχή, αλλά από το 1835 περίπου και ιδίως από το 1840 και ύστερα η ελληνική λογιοσύνη, απογοητευμένη από την αδιαφορία των Ευρωπαίων –ο φιλελληνισμός έσβησε μετά την ίδρυση του κράτους–, κλείστηκε στο καβούκι της. Αν βλέπω σωστά τα πράγματα, αυτό συνέβη επειδή τα ουσιαστικά προβλήματα της κοινωνίας δεν είχαν λύση. Πώς θα ενσωματώναμε τους αλύτρωτους αδελφούς των Βαλκανίων και της Μικρασίας, πώς θα αντιμετωπίζαμε τις διεκδικήσεις των άλλων βαλκανικών εθνοτήτων – ιδίως των Βουλγάρων, που πάνω από τον Αλιάκμονα ήταν πληθυσμιακά ισχυρότεροι; Στρατό για να επιβάλουμε τη δική μας άποψη δεν διαθέταμε, οι Ρώσοι επιδίωκαν να κατέβουν ως τη Μεσόγειο και οι κεντρο-Ευρωπαίοι δεν είχαν πειστεί πως ένα ελληνικό κράτος θα αποτελούσε ισχυρότερο ανάχωμα από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Αναγκαστικά λοιπόν καταφεύγαμε στα όνειρα: ως ακραιφνείς απόγονοι της κλασικής Αθήνας, ήμαστε ανώτεροι των Ευρωπαίων σε όλες τις πολιτισμικές και διανοητικές ικανότητες, ως απόγονοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, νομίμως διεκδικούσαμε την κληρονομιά της. Ποντάραμε σε μια τεχνητή γλώσσα που την κατασκευάσαμε για να αποδείξουμε ότι ήμασταν η συνέχεια των αρχαίων και, καθώς οι ξένοι αδιαφορούσαν για τα υψηλά μας επιτεύγματα, τους καταγγέλλαμε φωναχτά και τους ζηλεύαμε σιωπηρά.

Στη μελέτη αναφέρεστε στην ποίηση, στην πεζογραφία και στο θέατρο. Ποια έργα και ποιοι συγγραφείς εκείνης της εποχής ξεχώρισαν;


Ο «Οδοιπόρος» ιδίως, μα και το «Δήμος κι Ελένη» έχουν κάποιο άρωμα ποίησης, το ίδιο μπορούμε να πούμε και για λιγοστά –τα χαμηλόφωνα– ποιήματα του Ι. Καρασούτσα και του Δημοσθένη Βαλαβάνη, ενώ από την τρίτη γενιά ξεχωρίζει (και για τις αρετές και για τα μειονεκτήματα) ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος. Κατά τα άλλα, μέσα στον ωκεανό των στίχων χρειάζεται πολλή υπομονή για να ανασύρουμε ελάχιστους. Ορισμένα θεατρικά του Ραγκαβή, όπως Οι Τριάκοντα και η κωμωδία Του Κουτρούλη ο γάμος, διέθεταν και ποιητικές και θεατρικές αρετές, οι κωμωδίες του Άγγελου Βλάχου επίσης, του Χουρμούζη λιγότερο. Από τα πεζά, έξω από την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, ας επισημάνουμε τον Πολυπαθή του Παλαιολόγου, και για το πολιτικό τους θάρρος τον Θάνο Βλέκα του Καλλιγά , τη Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι του Χαρ. Δημόπουλου, τον Λουκή Λάρα του Βικέλα (τα δύο τελευταία διαθέτουν και αξιοσημείωτες λογοτεχνικές αρετές).

Επικεντρώνεστε κυρίως στην ελλαδική, αφήνοντας δηλαδή έξω από το πεδίο τα Επτάνησα, την παραγωγή της Πόλης, της Σμύρνης και των παροικιών. Γιατί δεν επικεντρώνεστε γενικότερα στην ελληνική λογοτεχνία;


Γιατί έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα. Δηλαδή, όταν από τα 1880 ο Ρομαντισμός είχε πια εκπνεύσει, όταν, τα ίδια χρόνια, η δημοτική επιβάλλεται στη λογοτεχνία, οι φορείς της αλλαγής (ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, κ.ά.) στην ελλαδική λογοτεχνική παράδοση στηρίχτηκαν. Τον Σολωμό και τους Επτανήσιους θα τους ανακαλύψουν κατόπιν· η Πόλη, η Σμύρνη δεν είχαν ισχυρή λογοτεχνική παράδοση· ούτε οι παροικίες (έξω από τη Στρατιωτική ζωή).

Το βιβλίο επιλέγει να ρίξει φως σε ζητήματα που είχαν μείνει στο περιθώριο, να σχολιάσει περισσότερο όσα η διερεύνησή τους μας προσφέρει μια συνολικότερη θέαση της Ρομαντικής εποχής. Ποια ήταν η θέση της ελληνικής λογοτεχνίας σε σχέση με την ευρωπαϊκή εκείνη την εποχή;


Μα την ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση προσπαθούσαν να μιμηθούν και στον ελλαδικό χώρο! Αλλά δεν προϋπήρξε ούτε η Αναγέννηση ούτε ο κλασικισμός, η γραπτή λογοτεχνία μας ήταν ισχνή. Οι μορφωμένοι στα χρόνια του Διαφωτισμού ενδιαφέρονταν για την εκπαίδευση και τις επιστήμες, οι αγρότες ζούσαν με τα παραμύθια και τα δημοτικά τραγούδια, κάτι ολότελα διαφορετικό. Παράλληλα, το βιβλίο αναζητά και τον κοινωνικό περίγυρο της εποχής, ιδίως τους «αναγνώστες», γιατί «λογοτεχνία» δεν είναι μόνο η δημιουργία, ο πομπός, είναι και η πραγμάτωση, οι δέκτες. Ξέρουμε τόσο λίγα για τους τρόπους διάδοσης των βιβλίων, για το τι βιβλία έφταναν στα χέρια του μέσου μορφωμένου πολίτη. Ιστορία της λογοτεχνίας είναι κι αυτό.

Ποια ήταν η συνεισφορά των περιοδικών και των εφημερίδων στη λογοτεχνία την πεντηκονταετία 1830-1880;


Σημαντική, ίσως μεγαλύτερη κι από τα αυτοτελή δημοσιεύματα. Όμως «λογοτεχνικά περιοδικά», όπως εννοούμε σήμερα το πράγμα, δεν υπήρχαν. Η λογοτεχνία αποτελούσε ένα μέρος των οικογενειακών περιοδικών.

Διάβαζαν οι Έλληνες, αν σκεφτούμε το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο εκείνης της εποχής;


Ναι, οι εγγράμματοι βέβαια μόνο, της Αθήνας, αλλά και αρκετών αστικών κέντρων, ακόμα και κωμοπόλεων. Και διάβαζαν κυρίως εφημερίδες και περιοδικά. Αλλά και βιβλία – και συνήθως ξεχνάμε τις «Ανθολογίες», τις λόγιες και τις λαϊκότερες, τον κύριο δίαυλο της ποίησης στο ευρύτερο κοινό. (Τώρα ολοκληρώνεται στο Πανεπιστήμιο Κρήτης μια διατριβή που θα μας φωτίσει για το θέμα ετούτο.) Λίγο πριν από το 1850, άρχισαν να εκδίδονται πολλές μεταφράσεις γαλλικών ιδίως ρομάντζων – να θυμηθούμε τον Αλέξανδρο Δουμά· αυτωνών οι πωλήσεις ήταν πολύ μεγαλύτερες, αυτές αποτελούσαν την κύρια λογοτεχνική τροφή και των μορφωμένων και των μισομορφωμένων – αλλά επειδή ξέφευγαν από το ένδοξο αρχαίο παρελθόν μας, φωναχτά τις καταγγέλλαμε και σιωπηρά τις καταβροχθίζαμε. Πάντα μας ενδιέφερε το «φαίνεσθαι», όχι το «είναι».

Σήμερα επανεκδίδονται βιβλία της Ρομαντικής λογοτεχνίας από τους εκδοτικούς οίκους;


Ναι, απευθύνονται όμως κυρίως στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Νομίζω μόνο η Πάπισσα διαβάζεται από το πλατύ κοινό, ο Λουκής Λάρας θεωρείται παιδικό ανάγνωσμα.

Γράφετε ότι: «Ο αναγνώστης θα συναντήσει περισσότερες πληροφορίες για έργα, πρόσωπα, καταστάσεις που δεν έχει ακουστά…». Γιατί έχουμε ελλείψεις και με ποιον τρόπο μπορούμε να τις καλύψουμε;


Κοιτάξτε, το παρελθόν είναι δουλειά των ιστορικών. Ο μέσος συμπατριώτης μας έχει μάλλον κακή σχέση με το παρελθόν, αρκείται στους μύθους που κυκλοφορούν (και τον κολακεύουν: κρυφά σχολειά, αρχαία κληρονομιά, Μακεδονία).

Τι κάνει το Πανεπιστήμιο για να μας πληροφορήσει και να μας μάθει την ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας;


Το «Πανεπιστήμιο» δεν είναι πρόσωπο· άλλοι κάνουν πολλά, άλλοι λιγότερα.

Είσαστε ικανοποιημένος από τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας στα σχολεία;


Γιατί να είμαι; Είναι κανείς ευχαριστημένος από την εκπαίδευση; (Αφού η κοινωνία δεν το απαιτεί, γιατί να το κάνουν οι δάσκαλοι;) Αναγκαστικά στηριζόμαστε σε όσους έχουν μετεκπαιδευτεί σε ευρωπαϊκά και αμερικανικά πανεπιστήμια. Δεν είναι κακό αυτό, είναι απαραίτητο για κάθε μικρή κοινωνία, όμως ένα επαρκέστερα καταρτισμένο στρώμα πολιτών κάτω από τα διευθυντικά στρώματα θα βοηθούσε την πορεία της χώρας.

Διαβάζει σήμερα ο μέσος Έλληνας;


Το βιβλίο πουλάει αρκετά, απ’ όσο ξέρω. Αλλά το ζήτημα δεν είναι μόνο να «διαβάζουμε βιβλία», είναι να διαθέτουμε κρίση, να καλλιεργούμε τη φαντασία, όλοι λίγο περισσότερο και ιδίως μερικοί πολύ περισσότερο.

Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;


Να μην επηρεαστούν από όσα λέω για τη μέτρια ή και κακή λογοτεχνική ποιότητα της εποχής· προσπάθησα να καταλάβω, αυτό εύχομαι και στους αναγνώστες. Να προσέξουν ότι: Όταν μια κοινωνία νιώθει ανίσχυρη, δεν εμπιστεύεται τον εαυτό της. Κανένας δεν διανοήθηκε ν’ αποτυπώσει σε λογοτεχνικό κείμενο το έπος του μεγάλου ή και του μέσου Έλληνα εμπόρου από το Μάντσεστερ και την Πετρούπολη ως την Αίγυπτο, την Καισάρεια –με κέντρο βέβαια πάντα την Κωνσταντινούπολη και την ανατολική λεκάνη της Μεσογείου και τον Εύξεινο– σ’ όλα τα χρόνια της περιόδου μας· όχι, ο επιχειρηματίας δεν αποτελούσε τιμή για έναν απόγονο του Λεωνίδα και του Σοφοκλή. Έπρεπε να περιμένουμε να το τολμήσει στα 1878 ο Βικέλας στον Λουκή Λάρα, ή την ίδια περίπου εποχή ο Ανδρέας Συγγρός στα Απομνημονεύματά του, την καλύτερη εισαγωγή στον ελληνικό 19ο αιώνα.


diastixo.gr


img

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ





img

img